Γιώργος Τριανταφυλλίδης: "Στο θέατρο έχεις μόνο μία στιγμή για να πεις κάτι"

Γιώργος Τριανταφυλλίδης: "Στο θέατρο έχεις μόνο μία στιγμή για να πεις κάτι"

Αυτή την περίοδο παίζει σε δύο παραστάσεις, μάλιστα η μία είναι επιτυχημένη επανάληψη της περσινής σεζόν ("Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας", "Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους"). Παράλληλα είναι σε πρόβες για το "Λεόντιος και Λένα". Εμείς ξεκλέψαμε λίγο από το χρόνο του Γιώργου Τριανταφυλλίδη για να μιλήσουμε μαζί του για το θέατρο, τους ρόλους, αλλά και για το μικρόβιο του ηθοποιού.

Οι συνεντεύξεις δεν είναι το φόρτε μου. Δεν ξέρω τι να πω. Συνήθως το χιούμορ μου με εγκαταλείπει τις πιο ακατάλληλες στιγμές. 3 προτάσεις για μένα; Ικαρία. Πολύ Ικαρία. Μ’ αρέσει πάρα πολύ η Ικαρία. 

Πρώτη μου θεατρική παράσταση ήταν το 2008. Δεν ήμουν ακριβώς σε δραματική σχολή, δεν είχα περάσει ακόμη τις εξετάσεις του Υπουργείου, δηλαδή. Ήταν η παράσταση «Το 99%» του Άρη Δαβαράκη στο Χυτήριο με τη Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, τον Τάκη Μόσχο και τον Περικλή Ασημακόπουλο. Σκηνοθετούσε ο Νίκος Σούλης- ήταν η πρώτη του θεατρική δουλειά.

Το θέατρο δεν το είχα σκεφτεί ποτέ για τη ζωή μου, ως επαγγελματική προοπτική εννοώ αλλά και γενικότερα. Μπορώ να πω κιόλας ότι έτρεφα μια -σχεδόν- απέχθεια. Θεωρούσα τελείως άτοπα πράγματα για την τέχνη αυτή, θα έλεγα μάλλον ότι είχα στρεβλή άποψη τόσο για το κινηματογράφο όσο και για το θέατρο.

Έτυχε να ασχοληθώ με την υποκριτική.  Τελειώνοντας τη Μουσικολογία, ήθελα να βρω έναν τρόπο να μην πάω στρατό. Ο μόνος τρόπος ήταν να γραφτώ σε κάποια σχολή. Ψάχνοντας λοιπόν διαπίστωσα ότι όλα τα ΙΕΚ ήταν ακριβά οπότε έπρεπε να ψάξω κάτι άλλο. Έτσι λοιπόν η κολλητή μου φίλη, η Φένια Προβελεγγίου μου είπε για τη Δραματική Σχολή του Δήμου Αγίας Βαρβάρας. Κι έτσι πήγα. Και μετά ενθουσιάστηκα.

Πριν δώσω εξετάσεις, δεν πίστευα το πόσο περίεργο είναι να βρίσκεσαι μόνος σου σε μία «σκηνή». Ανεβαίνοντας ένιωσα πως ήταν κάτι χαοτικό. Για τις εξετάσεις είχα διαλέξει Πίντερ, τον Τζέημς από τη «Συλλογή». Δεν πήγε και πολύ καλά, δεν ήξερα τα λόγια. Σκέψου ότι ακόμη και στο ποίημα του Καβάφη το «Όσο μπορείς», που είναι τέσσερις αράδες, έκανα λάθος.

 

Είμαι πολύ ευγνώμων που κάθε χρόνο δουλεύω. Με το που βγήκα δούλεψα στο θέατρο Αλκμήνη (Pulp Fiction, 2013), σε σκηνοθεσία της Φένιας Προβελεγγίου, μετά με τα παιδιά από το Fabrica Athens, όπου συνεργαστήκαμε δύο χρόνια (θεατρικό αναλόγιο στο Beton 7 & «Villa Utopia» στο Βυρσοδεψείο). Κι οι δύο αυτές συνεργασίες είναι πολύ αγαπημένες, ειδικά με τα παιδιά από το Fabrica Athens, δηλαδή το Φάνη Κατέχο και το Στέφανο Λώλο, τα οποία είναι εξαιρετικοί καλλιτέχνες, αλλά και πολύ καλοί, αγαπημένοι φίλοι. Προσωπικά θεωρώ το Fabrica Athens κομμάτι της καλλιτεχνικής κι όχι μόνο ζωής μου. Επόμενη δουλειά οι «3 αδελφές» σε σκηνοθεσία Γεωργίας Ανδρέου και μετά γνωρίστηκα με το Δημήτρη Λάλο και δουλέψαμε δύο φορές (σ.σ. «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», «Αρρώστια της νιότης»). Ο Δημήτρης με επηρέασε στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι την υποκριτική και του το χρωστώ.

Δε μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται δύο άνθρωποι που είδαν την ίδια παράσταση μπορεί να έχουν τελείως διαφορετική άποψη. Για μένα δε γίνεται να υπάρχουν τόσο μεγάλες αποκλίσεις. Κάτι δεν πάει καλά. Όμως από την άλλη δεν είναι κι εύκολο να προσδιορίσεις τι δεν πάει καλά. Ιδανικά θέλω να βγαίνει ο κόσμος από μια παράσταση και να πει είδα ένα έργο. Για να δώσω ένα παράδειγμα: Ο Igwin Maalmsteen είναι μεγαλοφυής κιθαρίστας,  υπεβιρτουόζος. Δε μπορώ, όμως, να τον ακούσω σπίτι μου. Τον έχω δει ζωντανά (στο Ρόδον), αλλά δε μπορώ να πω ότι θα  τον ακούσω σπίτι μου. Παραμένει, όμως, ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, ένας σπουδαίος μουσικός. Κάπως έτσι θα ήθελα να λειτουργούν τα πράγματα και στο θέατρο. Να πηγαίνεις σε μια παράσταση και να λες απλά δε μου άρεσε. Ας τολμήσουμε να δομήσουμε προτού αποδομήσουμε. Δε θα ήθελα δηλαδή να «μπαίνει» ο κάθε «κατεργάρης» στο θέατρο κι όχι μόνο και να προβάλλει το οτιδήποτε ως τέχνη. Από την άλλη βέβαια σκέφτομαι: Πώς μπορείς να απορρίψεις κάτι ως άτεχνο; Είναι μεγάλη παγίδα το ότι ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει.

Όταν ο Εουτζένιο Μπάρμπα μιλούσε για ένα φτωχό θέατρο, δεν εννοούσε να πάρεις ένα καπέλο, ένα χαλί και να βγεις στην Ερμού και να κάνεις ταχυδακτυλουργικά τρικς. Τουλάχιστον όχι ακριβώς έτσι. Δε γίνεται να είσαι ο Όστερμαγιερ, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι αυτός που είναι στη χώρα του (σ.σ Γερμανία). Η Αθήνα μυρίζει τσίσα, μπάφο και σουβλάκι.

Στη σημερινή εποχή υπάρχει υπερπληροφόρηση. Η πληροφορία είναι «δικτυωμένη» παντού, μια ακατέργαστη ογκώδης μάζα που με το που ξυπνάς αυτόματα σε βομβαρδίζει. Το ίδιο ισχύει και στο θέατρο. Αυτή τη στιγμή υπάρχει υπερπληθώρα παραστάσεων στην Αθήνα. Κι απορώ, υπάρχουν όντως τόσοι άνθρωποι που θέλουν πραγματικά κάτι να πουν; Όταν το κοινό λαμβάνει τόση πληροφορία, κυρίως μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποπροσανατολίζεται. Από την υπερπροσφορά που δέχεται, δεν προλαβαίνει να αποκωδικοποιήσει τις πραγματικές του ανάγκες. Αυτό συμβαίνει γενικά, είναι σημείο των καιρών.

 

Ο ρόλος του Ντοκ με δυσκόλεψε, γιατί είναι πολύ εύκολο να καταφύγεις σε υπερβολές. Επίσης από γραφής ο χαρακτήρας είναι αρκετά αφηρημένος. Ο Ντοκ δεν έχει νοητική υστέρηση, απλώς είναι πιο «αργός». Έχει όμως μια τεράστια συναισθηματική ευφυΐα. Νοιάζεται για τους άλλους. Όπως λέει κι ο ίδιος θέλει 5-7 λεπτά για να καταλάβει τι λέγεται. Νομίζω είναι από αυτούς τους τύπους που θέλουν να «πιάσουν» τα πράγματα. Σκηνικά αυτό που παρουσιάζεται είναι το πώς αντιλαμβάνομαι εγώ τον ήρωα. Το ένστικτο είναι αυτό που τελικά σε οδηγεί πάντα σε κάτι πιο ουσιώδες.

Στη «Λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» το κακό δεν περνά την ανθρώπινη συνείδηση μέσα από μια σχισμή ΑΤΜ (όπως συμβαίνει στο «Φάρο»), αλλά ασκεί έντονη σωματική βία. Κανένας από τους ήρωες, όμως, δε συζητά το γεγονός αυτό μετά. Ξαφνικά το έργο το αφήνει κάπως ανοιχτό το ζήτημα… Έφυγε τελικά το κακό; Όντως συνέβη αυτό; Το μεταφυσικό δηλαδή στοιχείο είναι έντονο.

Ο Ντοκ δεν είναι ακριβώς ο καλός της υπόθεσης. Αν τον ρωτούσε ο Τόμμυ αν είναι καλός άνθρωπος, δε νομίζω ότι θα συμφωνούσε. Θα ήθελε να είναι πιο έξυπνος, πιο πονηρός. Ένα τρίτο μάτι μπορεί ίσως να πει ότι είναι καλός άνθρωπος. Όσο περνά ο καιρός, νιώθω ότι εν τέλει ο Ντοκ νοιάζεται βαθιά για τον Τόμμυ, φοβάται να χάσει αυτή τη σχέση που έχουν αναπτύξει οι δύο τους, παρά τη βολή του μέσα στο σπίτι. Υπάρχει μια σχέση εξάρτησης μεταξύ των δύο ηρώων.

Στο σημείο αυτό μπαίνει στη κουβέντα μας ο Τόμμυ, κατά κόσμον Δημήτρης Αλεξανδρής, ο οποίος λέει για τη σχέση των δύο ηρώων: "Η σχέση αυτή είναι συμφεροντολογική, άρα κανείς δεν είναι κανείς αθώος. Πιο πολύ συναισθηματικός εκβιασμός. Οι σχέσεις των ανθρώπων στο έργο αυτό είναι ακραίες, γιατί εκεί που αγαπάς πάρα πολύ τον άλλον ταυτόχρονα τον σκλαβώνεις. Με τον τρόπο του ο κάθε χαρακτήρας συμπεριφέρεται κι ανάλογα στον άλλον. Ουσιαστικά είναι ανθρωποφαγικές οι σχέσεις. Έτσι κι ο Ντοκ. Ας πούμε όταν στην πρώτη σκηνή κάνει ολόκληρη σκηνή για τα 30 ευρώ που του χρωστά ο Τόμμυ και μετά του αγοράζει δώρο τι είναι; Ανθρώπινο είναι."

Δε νιώθω πως μπαίνω στο ρόλο, δεν ξέρω αν υπάρχει το «στο πετσί του ρόλου». Το θέατρο για μένα είναι αυτό το τρομερό πράγμα που έχεις μόνο μία στιγμή για να πεις κάτι, μία μοναδική ευκαιρία. 

 

Το έργο του Ο’Νηλ είναι πολύ πιο ποιητικό σε σχέση με του Μακ Φέρσον. «Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» απεικονίζει μια φέτα ζωής, οι σχέσεις των ηρώων είναι ανθρώπινες. Δεν έχει να κάνει με γενιές η διαφορά στο ύφος. Κι ο Ο’Νηλ γράφει σύγχρονα, δεν είναι Σαίξπηρ. Τα τσιτάτα που υπάρχουν στα έργα του τα πετά επίτηδες. Μιλά πολύ καθημερινά. Είναι συγκλονιστικός συγγραφέας και το έργο είναι καταπληκτικό.

Στο «Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους» ο Ταϊρόν επιστρέφει στη γενέθλιο γη του για να πεθάνει. Απλώς πριν πεθάνει, θέλει να εξομολογηθεί κάτι που τον βαραίνει συναισθηματικά. Διαλέγει τη Τζόσι όχι γιατί τη βλέπει ερωτικά, αλλά γιατί την εμπιστεύεται. Μοιάζει στη μάνα του κι αυτό τον κάνει να νιώθει οικεία. Ξέρει πως η κοπέλα είναι ερωτευμένη μαζί του και σε στιγμές το εκμεταλλεύεται. Εκείνη βέβαια δεν αντιδρά σε όλο αυτό, γιατί δεν ξέρει πώς να το διαχειριστεί. Είναι μια σχέση υποταγής. Βέβαια σε μια στιγμή που παρεκτρέπεται, όμως το μαζεύει. Εκεί έχει μπει ο αστάθμητος παράγοντας, το αλκοόλ.

Τώρα είμαι σε πρόβες για το «Λεόντιος και Λένα», που θα ξεκινήσει από Φεβρουάριο στο θέατρο Σφενδόνη και το σκηνοθετεί ο Γιώργος Κατσής. Θα είμαστε μια ωραία ομάδα, η Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, η Νατάσα Εξηνταβελώνη, ο Γιώργος Καράμπαμπας, ο Γιώργος Κατσής,ο Πάνος Παπαδόπουλος κι εγώ.

Ευχαριστούμε πολύ το Γιώργο Τριανταφυλλίδη για το χρόνο του και του ευχόμαστε κάθε επιτυχία! 

Περισσότερες πληροφορίες για τις παραστάσεις μπορείτε να βρείτε εδώ κι εδώ.