Γιώργος Κατσής: «Ο καλλιτέχνης δε χωρά πουθενά»

Γιώργος Κατσής: «Ο καλλιτέχνης δε χωρά πουθενά»

Είναι νέος ηλικιακά, αλλά όχι και στο χώρο. Μετρά ήδη μια πενταετία, μέσα στην οποία έχει παίξει και σκηνοθετήσει πολλά διαφορετικά είδη θεάτρου, από κωμωδία μέχρι αρχαίο δράμα. Πολυτάλαντος κι αεικίνητος θα έλεγε κανείς, αυτή την περίοδο παίζει σε δύο παραστάσεις, μία εκ των οποίων και σκηνοθετεί («Λεόντιος και Λένα» και «Πιο δυνατός κι από τον Σούπερμαν»), ενώ παράλληλα ετοιμάζει το επόμενο του βήμα. Λίγο πριν την πρεμιέρα του «Λεόντιος και Λένα», εμείς μιλήσαμε μαζί του για το Μπύχνερ, το ρομαντισμό, τη μοίρα, αλλά και το τι σημαίνει να είσαι καλλιτέχνης σήμερα.

Η επιλογή του έργου προέκυψε από το ενδιαφέρον μου για τον ίδιο το Μπύχνερ. Πρώτη φορά διάβασα έργα του στη δραματική σχολή, το «Βόυτσεκ» και το «Θάνατο του Δαντόν». Για καιρό είχα μεγάλη αγάπη σε αυτά τα έργα μέχρι που διάβασα το «Λεόντιος και Λένα», το μεσαίο του έργο. Είναι λίγο «παρεξηγημένο» σαν έργο, όλοι το αντιμετωπίζουν ως ένα ρομαντικό παραμύθι, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την πολιτικοποιημένη προσωπικότητα του συγγραφέα. Δε γίνεται αυτός ο άνθρωπος με το πυρετώδες υπαρξιακό ύφος γραφής να κάνει ένα διάλειμμα για να γράψει ένα ρομαντικό παραμυθάκι. Στην έρευνα να δω τα κοινά που εμπεριέχονται σε αυτό το έργο από τα άλλα έργα, αλλά κι από τον ίδιο το Μπύχνερ, διαπίστωσα ότι είναι πολλά. Το "Λεόντιος και Λένα" έχει περισσότερα κοινά με το «Βόυτσεκ» παρά με ένα άλλο ρομαντικό έργο.

Άλλωστε το έργο δεν ανήκει στο Ρομαντισμό. Κι ο ίδιος ο Μπύχνερ έβλεπε το κίνημα αυτό ως μια μόδα της εποχής. Και κατά μία έννοια ήταν. Εκείνος βέβαια, οριακά δεν την πρόλαβε- άρχισε να γράφει στον απόηχό της. Σε πολλές επιστολές του σε κριτικούς ξεκαθαρίζει πως όλοι οι συγγραφείς είναι μαθητούδια μπροστά στην ιστορία πλην εξαιρέσεων (Σαίξπηρ, Γκαίτε). Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ήταν ένας έντονα πολιτικοποιημένος άνθρωπος. Είχε ταχθεί υπέρ της εργατικής τάξης, πίστευε στην ένοπλη επανάσταση.

Εξάλλου οποιαδήποτε κατάταξη αδικεί ένα έργο. Την ίδια συζήτηση είχα και για το Γκοντό. Προσωπικά δε βρίσκω τίποτα παράλογο ούτε κειμενικά ούτε στη μορφή αυτού του έργου. Με πολλά έργα συμβαίνει αυτό, να τους βάζουμε ταμπέλες. Νομίζω έχει να κάνει αναλόγως με το πώς συναντιέσαι εσύ με το κείμενο. Το να πιάσεις ένα κείμενο με το σεβασμό προς τη θεωρητική καθιέρωση που ανήκει δε λειτουργεί. Ένας θίασος συναντάται με το συγγραφέα και προκύπτει κάτι τρίτο, που είναι κάτι ανώτερο από αυτούς, η παράσταση. Στην περίπτωσή μας το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο το έργο του Μπύχνερ, ούτε μόνο το προσωπικό στίγμα του θιάσου. Είναι μια ένωση των δύο.
Σκηνοθετώ με την ιδιότητα του ηθοποιού. Μου αρέσει ως διαδικασία το να σκηνοθετείς, ενώ είσαι μέρος του θιάσου. Σου δίνει τη δυνατότητα να καταλάβεις το διαχωρισμό σκηνοθέτη-θιάσου και να μειώσεις τη μεταξύ τους απόσταση.  Υπάρχουν βέβαια και σκηνοθέτες που ασχολούνται αποκλειστικά με το σκηνοθετικό κομμάτι και λειτουργεί για το θίασο. Είναι ανάλογα με το ποια φόρμα ταιριάζει στον καθένα. Για μένα ιδανικό είναι όταν ο σκηνοθέτης θέλει να παίξει τα πάντα, δηλαδή να δείξει πώς γίνεται κάτι, γι’ αυτό πιστεύω πως είναι απαραίτητο για κάθε σκηνοθέτη να έχει μια διαδρομή ως ηθοποιός. Προσωπικά όταν επιλέγω να σκηνοθετήσω, δεν έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου, απλώς μαζευόμαστε κάποιοι άνθρωποι για να παίξουμε με έναν τρόπο που μας αρέσει, μας εκφράζει. Με τα παιδιά, επειδή γνωριζόμαστε χρόνια, δεν υπάρχει ιεραρχία. Όλοι λίγο πολύ συμμετέχουν, υπάρχει μια οικογενειακή ατμόσφαιρα.

Δεν έχω καταλήξει, αν με ενδιαφέρει ένας από τους δύο δρόμους. Και τα δύο προέκυψαν πάνω κάτω ταυτόχρονα. Η πρώτη μου σκηνοθετική απόπειρα ήταν εντός σχολής. Πυρήνας είναι η υποκριτική,  ο τρόπος δηλαδή που ανεβάζω ένα έργο στοχεύει στο να διαμορφώσουμε έναν υποκριτικό χαρακτήρα, να βάλουμε προκλήσεις που δεν τις συναντάς πάντα σε άλλες επαγγελματικές δουλειές. Δεν ξέρουν όλοι πώς να σε βάλουν να αναμετρηθείς με ό,τι σε δυσκολεύει. Μεταξύ μας επειδή δεν υπάρχει ούτε η ντροπή, ούτε κάποια τρομερή φιλοδοξία, δεν υπάρχει κι ο χαρακτήρας της σκηνοθεσίας, όπως υφίσταται ενδεχομένως αλλού.

Δεν έχω βλέψεις να γίνω επαγγελματίας σκηνοθέτης. Βλέπω πιο πιθανό να ασχοληθώ κάποια στιγμή αποκλειστικά και μόνο με την υποκριτική παρά με την σκηνοθεσία. Ή να σκηνοθετώ παραστάσεις που να παίζω. Δε λέω και μεγάλα λόγια, γιατί ποτέ δεν ξέρεις… Αλλά αυτή τη στιγμή έτσι το σκέφτομαι.

 

Και το παιδικό και το θέατρο ενηλίκων είναι εξίσου «αφόρητα». Γενικά δεν κάνω παιδικό θέατρο, είναι η συγκεκριμένη ομάδα (σ.σ. Συντεχνία του γέλιου) με την οποία συνεργαζόμαστε (πριν δύο χρόνια στο «Είστε και φαίνεστε»). Τα έργα που διαλέγει ο Βασίλης Κουκαλάνι κι ο τρόπος που τα αντιμετωπίζει είναι με ένα φοβερό σεβασμό απέναντι στα παιδιά. Ο τρόπος που τα σκηνοθετεί είναι επί ίσοις όροις. Δεν τους απευθύνεται με διαφορετικό τρόπο από ότι θα απευθυνόταν σε έναν ενήλικα. Είναι σα να απευθύνεται σε έναν κοντό ενήλικα, όπως λέει.

Το «Πιο δυνατός κι από το Σούπερμαν» δεν έχει τη θεματική των παραμυθιών. Ο ήρωας πάσχει από μια βλάβη στη σπονδυλική στήλη, οπότε είναι σε αμαξίδιο. Δε μπορεί να καταλάβει για ποιο λόγο δε μπορεί να έχει πρόσβαση στο σχολείο που είναι απέναντι από το σπίτι του, αλλά πρέπει να πηγαίνει σε ένα ειδικό σχολείο, που είναι πολύ μακριά, ένα σχολείο όπου πάνε τα διαφορετικά, μη αρτιμελή παιδιά. Οπότε όλη η παράσταση στηρίζεται στο τι είναι εν τέλει το φυσιολογικό.

Το έργο γράφτηκε στην Αγγλία τη δεκαετία του ’80. Κι όμως ακόμη κάποια πράγματα που θίγει φαντάζουν πολύ μακρινά στην Ελλάδα. Ακόμη κρύβουμε τους ανθρώπους με κινητικά προβλήματα στα σπίτια μας, αυτή είναι η νοοτροπία του Έλληνα. Δεν υπάρχει ακόμη εξοικείωση. Κι επίσης τα μέσα δεν είναι φτιαγμένα για να βοηθήσουν τους ανθρώπους αυτούς, ούτε τα σχολεία, ούτε τα νοσοκομεία, τα θέατρα, οι δρόμοι. Μιλάμε για έναν πλήρη αποκλεισμό αυτών των ανθρώπων. Το γιατί ένας άνθρωπος σε αμαξίδιο δεν κυκλοφορεί στο δρόμο δεν έχει να κάνει μόνο με το αν τον κοιτούν οι άλλοι, είναι κάτι πιο βαθύ. Έχει να κάνει με μια ολόκληρη φιλοσοφία που καλλιεργείται ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ανήκουν στην κοινωνία. Βέβαια στο πλαίσιο της πολιτικής ορθότητας, πολλοί τους αντιμετωπίζουν σαν υπερανθρώπους. Η Κίνηση αναπήρων, αλλά κι ο Αντώνης Ρέλλας (σ.σ.: συν-σκηνοθέτης της παράστασης) διεκδικούν μια ισότιμη αντιμετώπιση. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι οι άνθρωποι αυτοί φέρουν κάποια διαφορετικά χαρακτηριστικά, τίποτα παραπάνω.

Το ζήτημα του ρατσισμού είναι πολύ απλό- υπάρχουν πολύ απτά επιχειρήματα γιατί ένας άνθρωπος δε θα έπρεπε να είναι ρατσιστής. Απλά πράγματα που μπορείς να «κλειδώσεις» στο κεφάλι σου και να σταματήσεις να αναπαράγεις ρατσιστικές συμπεριφορές. Βέβαια, ας μην ξεχνάμε πως κανένας δεν είναι μόνο «καλός» ή μόνο «κακός». Είμαστε ένα συνονθύλευμα πολλών πραγμάτων. Πόσο μάλλον μια κοινωνία που έχει πολλούς ανθρώπους. Έπειτα μπαίνει κι η φύση. Σίγουρα πρέπει να δούμε πώς μπορούμε να μειώσουμε τέτοια φαινόμενα…

Το να στραφεί ο οποιοσδήποτε στα βιβλία, στο να καλλιεργήσει τον εαυτό του, στο να διαμορφώσει μια πολιτική προσωπικότητα εμπεριέχει πάντα το πρώτο βήμα του να παραδεχτείς ότι δεν ξέρεις αρκετά πράγματα. Αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο κεφάλαιο. Από την άλλη βέβαια κι η στροφή στην καλλιέργεια έχει και κάτι βαθιά ναρκισσιστικό. Αποκτάς ένα όπλο και το στρέφεις ενάντια στον άλλο.

 

Για μένα το θέατρο είναι η υψηλότερη όλων των τεχνών. Είναι συνυφασμένο με τη ζωή και λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο-την ίδια στιγμή που βλέπεις κάτι την ίδια στιγμή τελειώνει και δεν έχεις τη δυνατότητα να το δεις ποτέ ξανά, σε αντίθεση π.χ. με το σινεμά. Στο σινεμά μπορείς να δεις κάτι και να επιστρέψεις μετά από δέκα χρόνια και να ανακαλύψεις κάτι που δεν είχες την πρώτη φορά. Στο θέατρο έχεις μόνο μία παράσταση. Κι αυτό είναι πολύ κρίμα, γιατί δε δίνεις χρόνο στον εαυτό σου να ωριμάσει. Είναι ένας κύκλος που δημιουργεί μια πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά ταυτόχρονα δύσκολη συνομιλία με το κοινό. Γιατί ακριβώς αν δεν αρέσει κάτι, αυτό θα κλειδώσει ως ανάμνηση. Αντίστοιχα έχει και την όμορφη πλευρά όπου κάποιος μπορεί να συνδεθεί με μια παράσταση κι ακριβώς επειδή μπορεί να μην την ξαναδεί, αυτή η ανάμνηση αποκτά μεγάλη αξία μέσα στο κεφάλι του. Μπορείς να κλειδώσεις μόνο μια στιγμή ή μια φράση από ολόκληρη παράσταση. Το θέατρο νομίζω ότι απαιτεί με έναν τρόπο τα αυτιά σου, τα μάτια σου, ό,τι έχεις να προσφέρεις εκείνη τη στιγμή. Αυτό είναι μια τεράστια απόσταση που έχουμε ως λαός να καλύψουμε σε σχέση με το κοινό. Το κοινό το αντιλαμβάνεται ως μια στιγμή διασκέδασης. Το θέατρο, όμως, δεν είναι αυτό. Δεν αγοράζεις «κάτι» με το εισιτήριό σου. Είναι απλά ένα αντίτιμο που δίνεις για να μπεις να παρακολουθήσεις. Αλλά δεν οφείλει ο ηθοποιός να σε κάνει να περάσεις καλά ή να σε συγκινήσει. Αυτή η αντιμετώπιση του να δείξει ο ηθοποιός στο κοινό χυδαιοποιείται με τον καιρό και πλέον έχει γίνει πολύ επικίνδυνο το τι νομίζει ένας θεατής ότι δικαιούται με το εισιτήριο που πληρώνει.

Αναφορικά με το μεγάλο αριθμό παραστάσεων δεν ξέρω μέχρι πού μπορούμε να μιλήσουμε για το θέμα αυτό. Είναι ένα θέμα που έχει θιχτεί από πολλούς δημοσιογράφους, αλλά δεν έχει υπάρξει σοβαρή θέση. Είναι όλα ψιλοαγορασμένα, δεν υπάρχει αλήθεια. Όπως έχει πει κι ο Λ. Βογιατζής σε μια συνέντευξή του: «Με τον ίδιο τρόπο που κάποιοι άνθρωποι θα εκθειάσουν δουλειές που δεν αξίζουν πραγματικά, με τον ίδιο τρόπο θα καταβαραθρώσουν δουλειές που έχουν κάποια αξία». Αυτό που παρατηρείται σήμερα είναι η διαμόρφωση κακού γούστου. Ως ένα βαθμό είναι όντως πρόβλημα ο τεράστιος αριθμός παραστάσεων. Ας αφήσει ο καθένας ένα ανοιχτό πεδίο ότι μπορεί οι περισσότερες παραστάσεις να έχουν κάτι να πουν. Το θέμα είναι ότι με έναν πολύ έμμεσο τρόπο οποιαδήποτε συζήτηση γίνεται γύρω από αυτό ευνοεί ανθρώπους που έχουν μια καθιερωμένη θέση στο θέατρο. Σα να σου λέει κάποιος ότι μόνο αυτοί αξίζουν. Μιλάμε δηλαδή για ένα λόμπυ ισχυρών και μιας γενιάς ηθοποιών γύρω στα 40-50, η οποία ποιεί τη νίσσαν για όσα συμβαίνουν. Υπάρχει μια κλίκα 50-60 ατόμων, οι οποίοι ούτως ή άλλως κάνουν κάθε χρόνο 3-4 παραστάσεις. Αυτό είναι το ζήτημα που πρέπει να συζητηθεί, η έμμεση καθιέρωση μιας ελίτ θεάτρου, η οποία βρίσκεται στην εξάλειψή της. Το ότι κάποιοι άνθρωποι κάνουν θέατρο με γνώμονα μόνο το οικονομικό όφελος, χωρίς οποιοδήποτε καλλιτεχνικό ή πολιτικό όραμα. Είναι λογικό λοιπόν οι άνθρωποι που λειτουργούν με αυτό τον τρόπο να λένε πως δεν υπάρχει χώρος για το «άλλο».

Ναι, δεν πληρώνονται πάντα οι ηθοποιοί για το διάστημα των προβών. Και σε μένα έχει συμβεί. Δε μπορεί όμως να έρθει κανείς να μου πει το οτιδήποτε, αφού η αντιμετώπισή μου στην παράσταση ήταν επαγγελματική. Ο Κάφκα, δηλαδή, δεν είναι συγγραφέας επειδή δεν πληρώθηκε για τα έργα του; Κι άλλοι σπουδαίοι καλλιτέχνες. Άρα το γεγονός ότι δεν πληρώθηκε ένας ηθοποιός για τις πρόβες δεν αναιρεί ότι μπορεί η παράσταση να έχει αξία. Μπορεί όντως κάποιες να γίνονται πολύ πρόχειρα ή από ανασφάλεια ή από φόβο… Είναι διαφορετικό να συζητήσεις την πρόθεση μιας παράστασης, αντί  του αριθμού παραστάσεων. Με αριθμούς μιλάνε οι λογιστές κι οι παραγωγοί. Δε χωρά αριθμητική ανάλυση όσον αφορά στο θέατρο, αλλά ανθρωπιστική. Τέτοιου είδους συζητήσεις πρέπει να γίνονται, για το περιεχόμενο και τις προθέσεις των ανθρώπων.

 

Ο καλλιτέχνης δε χωρά πουθενά. Ένας καλλιτέχνης δεν είναι υπόλογος του κοινού, ούτε των κριτικών. Ο καλλιτέχνης το μόνο που οφείλει είναι να δουλεύει και να παρουσιάζει τη δουλειά του. Αν ρωτάς εμένα, όταν αποφασίζεις να ανέβεις σε μια σκηνή πρέπει κάτι να σημαίνει για σένα, να θες να πεις κάτι προσωπικό. Αν θες να πειράξεις κάποιες πιο ευαίσθητες χορδές του θεατή για τις οποίες δεν υπάρχουν λέξεις-δεν υπάρχουν λέξεις για όλο το συναισθηματικό φάσμα-αν θες να κινηθείς σε αυτό το φάσμα συναισθημάτων και να κάνεις τον θεατή να νιώσει άβολα γιατί δε μπορεί να περιγράψει αυτό που αισθάνεται, τότε πώς μπορείς να καθιερώνεις θέσεις θεωρητικών που είναι ακριβώς αυτή η δουλειά τους; Κάποια πράγματα είναι για τη φαντασία σου και το συναισθηματικό σου κόσμο. Όταν κάποιος δηλώνει ότι μπορεί να τα βάλει όλα σε λέξεις, εμένα αυτή η βεβαιότητα δε με καλύπτει. Ο καλλιτέχνης βουτά και πνίγεται στην αβεβαιότητα, την αμφιβολία. Δεν προσπαθεί να πει την αλήθεια ή να επικοινωνήσει με το κοινό. Ίσα ίσα που προσπαθεί να αναιρέσει την αίσθηση της αλήθειας. Το θέατρο είναι η μόνη μορφή στον πολιτισμό που υποστηρίζει πως δεν υπάρχει αλήθεια. Αυτό πρέπει να είναι η σημαία κάθε παράστασης, να υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει αλήθεια. Το θέατρο δε σου υπόσχεται τίποτα, είναι εν λευκώ. Οπότε αν αναζητάς υποσχέσεις, κάνεις λάθος. Δε μπορείς να κυνηγάς μια υπόσχεση, ότι «κάνω μια παράσταση  για να…».

Δεν ξέρω κατά πόσο σημαίνει κάτι το να έχεις τελειώσει τη δραματική σχολή του Εθνικού. Ναι, για κάποιον που είναι έξω από αυτό το σύστημα, φαντάζει σπουδαίο. Στην περίπτωσή μου πάντως δεν αντιλήφθηκα ότι είχα κάποιες μεγαλύτερες ευκολίες λόγω σπουδών. Έκανα τρεις παραστάσεις τελειώνοντας τη σχολή, για τις δύο δεν πληρώθηκα και μετά πέρασα κι ένα ολόκληρο καλοκαίρι άνεργος. Αναμετρήθηκα με το χώρο, όπως αναμετρώνται όλοι. Το Εθνικό, σα δημόσιος φορέας, πάσχει στην εκπαίδευση. Όταν ήμουν εγώ στη σχολή, το διδακτικό προσωπικό της σχολής -θεωρητικά- ήταν πολύ δυνατό. Παρόλα αυτά εγώ δεν το είδα. Ναι, υπήρχαν φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά το να έχεις 35 καθηγητές μέσα σε 3 χρόνια και οι 5 κατάφεραν να σε εμπνεύσουν δε θεωρείται ακριβώς επιτυχία. Θεωρώ ότι και το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων είναι απαράδεκτο. Απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο όσον αφορά στην επιλογή των υποψηφίων, πολύ περισσότερα κριτήρια αξιολόγησης, αλλά και μία αποκλειστικότητα από πλευράς καθηγητών. Δε μπορεί να είσαι και δάσκαλος, και σκηνοθέτης και ηθοποιός. Θεωρώ ότι το να πεις ότι κάποιος διδάσκει είναι μεγάλη ευθύνη. Θα πρέπει να διαμορφωθεί κάπως, ώστε τα άτομα που διδάσκουν να είναι αποκλειστικά εκεί. Είναι πολύ σκληρό, αλλά αυτή θα έπρεπε να είναι αυτή η αντιμετώπιση.

Δεν υπάρχει καν θέμα συζήτησης πώς θα μπορούσε ο κρατικός φορέας να εντάξει για παράδειγμα άτομα με αναπηρίες και να σπουδάσουν σε δραματική. Γιατί το θέατρο να μην είναι προσβάσιμο για όλους; Γιατί πολύ απλά κοστίζει λεφτά. Προκειμένου να αποφύγεις να μιλήσεις ειλικρινά κι άρα να παραδεχτείς ότι είσαι ένας μαγαζάτορας, υπερασπίζεσαι μια ακόμη πιο χυδαία θέση που λέει ότι άνθρωποι με αναπηρίες δε μπορούν να κάνουν θέατρο. Έχουμε 2019 κι ακόμη στο Εθνικό δεν έχει υπάρξει σπουδαστής/σπουδάστρια μαύρος. Αυτό ξεκινά από αριθμούς και χρήματα. Υπάρχει η αντίληψη πως ένας χοντρός άνθρωπος δε μπορεί να φέρει χρήματα, ως πρωταγωνιστής. Ή αν βάλω ένα χοντρό για πρωταγωνιστή θα είναι τύπου σκηνοθετικό τρικ. Είναι τόσο ρηχό και πρόχειρο όλο αυτό.

Το θέατρο δε θεωρώ ότι είναι για να βγάζεις λεφτά- είμαι λίγο ουτοπιστής.  Το θέατρο οφείλει να χρηματοδοτείται, είτε πάει καλά είτε όχι εισπρακτικά. Όπως δε ζητάς από ένα σχολείο να βγάλει κέρδος από τους μαθητές του. Απλώς υπάρχει. Ή από ένα νοσοκομείο. Το θέατρο είναι βαθιά ανθρώπινη ανάγκη, κι όχι πολυτέλεια.

 

Η ιστορία του Λεόντιου και της Λένας δεν έχει να κάνει με τα απτά στοιχεία, δηλαδή δεν αφορά στο κομμάτι του προξενιού. Ναι μεν είναι ένα σχέδιο για την ένωση δύο βασιλείων, αλλά ταυτοχρόνως και κάτι παραπάνω, μια τρίτη δύναμη που αποφασίζει για σένα. Ένα σχεδιασμένο πλάνο, το οποίο εσύ πρέπει να υπηρετήσεις. Οπότε η σύγκρουση των δύο ηρώων με αυτό είναι αναπόφευκτη, καθώς προσπαθούν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους. Για το Μπύχνερ η μοίρα κάνει σχέδια, στα οποία δε σε λαμβάνει υπόψη. Κάποια πράγματα θα συμβούν και δεν έχεις λόγο πάνω σε αυτό. Ανά πάσα στιγμή επιλέγεις μέσα από ένα εκατομμύριο επιλογών κι αυτό σε οδηγεί σε ένα μονοπάτι που δεν είναι απαραίτητα ακριβώς αυτό που ήθελες. Η ιστορία σε αποδεικνύει λάθος, γιατί κατέληξες σε αυτό που ήθελες να αποφύγεις. Αυτό συμβαίνει και στους ήρωες, επέστρεψαν στο σημείο που προσπαθούσαν να αποφύγουν.

Στο έργο ο Λεόντιος αναμετράται με ερωτήματα για την ύπαρξη, τη Λένα δεν την απασχολεί τόσο. Η συνάντησή τους γίνεται στη φύση, σε ένα περιβάλλον όπου υπάρχει χώρος κι ησυχία για να σκεφτείς. Βέβαια μετά όταν επιστρέφουν, νιώθουν εξαπατημένοι, όχι από τα αισθήματά τους, αλλά από το γεγονός ότι δεν κατάφεραν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους. Αντιλαμβάνονται πως όλα αυτά ήταν μέρος ενός σχεδίου. Είναι μια φοβερή προδοσία. Ο έρωτας λοιπόν είναι κάτι πολύ πιο πολύπλοκο, για το Μπύχνερ είναι μια πολιτική εξερεύνηση. Κι εν τέλει βρίσκει έναν τρόπο να σου πει  ότι ο έρωτας είναι το μαγικό φίλτρο που θα χρησιμοποιήσουν δυνάμεις που δεν έχουν καμία σχέση, που θα σε ταΐσουν για να κερδίσουν αυτό που θέλουν.

Και στην πραγματικότητα το ίδιο συμβαίνει. Δε νομίζω να έχω γνωρίσει άνθρωπο που να ήταν πλήρως ικανοποιημένος από τη ζωή του. Κανένας δεν έχει όλη του τη ζωή στα χέρια του. Κι αυτή η συνειδητοποίηση είναι τρομακτική, γι’ αυτό δημιουργείς μια ψευδαίσθηση, η οποία είναι παρηγορητική. Τα σχέδια του καθενός μας σήμερα είναι κυρίως υπολογισμοί, το πρότυπο των δυτικών κοινωνιών. Σύμπτωμα; Η ένδεια πνεύματος. Με αυστηρά καπιταλιστικούς όρους είναι αντιπαραγωγικό το να σκέφτεσαι. Δεν παράγεις εξίσου καλά, όταν δίνεις στον εαυτό σου χρόνο και χώρο για σκέψη. Πρέπει να αναμετρηθείς, να καλλιεργήσεις την επαφή με το σκοτάδι. Όχι για να το πολεμήσεις, αλλά για να το αγκαλιάσεις και να μην το φοβάσαι.

Μελλοντικά σχέδια; Έχω κάποια, αλλά δεν είναι ανακοινώσιμα. Το σίγουρο είναι ότι το Μάιο θα ανεβεί στο Bios ένα δικό μου διήγημα με τη γνωστή ομάδα, που συνεργαζόμαστε τα τελευταία χρόνια.

 

Ευχαριστούμε πολύ Γιώργο! Ευχόμαστε καλή συνέχεια σε ό,τι κι αν κάνεις!

Πληροφορίες για το «Λεόντιος και Λένα» δείτε εδώ