Έφη Σταμούλη: «Παλιά οι νέοι είχαν πείσμα και όνειρο, ενώ τώρα θυμό»

Έφη Σταμούλη: «Παλιά οι νέοι είχαν πείσμα και όνειρο, ενώ τώρα θυμό»

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ  και το Τμήμα Γαλλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ, ενώ υπήρξε και ιδρυτικό μέλος της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης». Η καλλιτεχνική της πορεία μετρά χρόνια και στο ενεργητικό της έχει ερμηνεύσει σπουδαίους ρόλους του σύγχρονου και κλασικού ρεπερτορίου. Οι θεατρόφιλοι της Θεσσαλονίκης τη γνωρίζουν πολύ καλά καθώς η καλλιτεχνική της βάση είναι στη συμπρωτεύουσα. Ο λόγος για την Έφη Σταμούλη, την οποία απολαύσαμε πέρυσι ως Έλλη στη «Γρανάδα», ενώ τώρα με την ίδια αγωνία περιμένουμε να τη δούμε να ερμηνεύει τη σπουδαία Σωτηρία Μπέλλου στην παράσταση «Σωτηρία με λένε». Λίγο πριν ανταμώσει ξανά, λοιπόν, με την ηρωίδα της επί σκηνής, εμείς τη συναντήσαμε και μιλήσαμε για τη Μπέλλου, το θέατρο, τις δυσκολίες των σημερινών καλλιτεχνών και τον επόμενο ρόλο της.

Όταν έχεις να παίξεις ένα υπαρκτό πρόσωπο όπως η Μπέλλου, σίγουρα η πρόκληση είναι μεγαλύτερη. Πόσo μάλλον ένα υπαρκτό πρόσωπο που μας είναι οικείο. Δε μιλάμε για ένα πρόσωπο που το έχουμε ξεχάσει, η Μπέλλου μάς είναι οικεία ως φυσιογνωμία, ακόμη και στη νέα γενιά. Αυτό είναι μία πρόσθετη δυσκολία: δεν εκκρεμεί να μιμηθείς ακριβώς, αλλά από την άλλη δε μπορείς να κάνεις κι ό,τι σου κατέβει στο κεφάλι. Από την αρχή δεν προσπάθησα να τη μιμηθώ. Αλλά να τη γνωρίσω. Επειδή στο διαδίκτυο υπάρχει πολύ διαθέσιμο υλικό, κυρίως οπτικό, από συνεντεύξεις, εκπομπές κι αφιερώματα, πέρασα ατελείωτες ώρες κοιτάζοντάς το, ακούγοντας τα τραγούδια της. Μελέτησα τον τρόπο που κινείται, πού κοιτάει όταν τραγουδάει, πότε στρέφει το βλέμμα, πότε σφίγγει το στόμα της και άλλες λεπτομέρειες. Ουσιαστικά προσπάθησα να καταλάβω τι οδηγούσε κάθε φορά τη συμπεριφορά της.

Όταν βγήκαν οι πρώτες φωτογραφίες της παράστασης, ομολογώ ότι κι εγώ ξαφνιάστηκα. Πραγματικά δεν ήταν καθόλου αυτοσκοπός η μίμηση. Υπάρχουν κάποια πράγματα, όπως η στάση του σώματος, ή το βλέμμα, που τη θυμίζουν. Από εκεί και πέρα,  βέβαια, στο θέατρο ο θεατής δε θα σταθεί στην ομοιότητα όπως στο σινεμά. Ακόμη κι αν δεν της έμοιαζα καθόλου, δε νομίζω ότι αυτό θα απασχολούσε κανέναν, άλλα πράγματα κάνουν μια κατάσταση πειστική για το θεατή. Φυσικά, χαίρομαι πολύ που μου λένε ότι τη θυμίζω.

Πρόλαβα να δω την Μπέλλου ζωντανά.  Πριν από πολλά χρόνια, φοιτήτρια, στο Ζoom. Δε θυμάμαι καμιά λεπτομέρεια, μόνο ότι μου άρεσε, πολύ, και πήγα άλλες δυο φορές. Δε νομίζω ότι με βοήθησε σε τίποτα αυτό.

Πολλά πράγματα δεν ήξερα για τη Μπέλλου. Ήξερα ότι είχε ρίξει βιτριόλι στον άντρα της, το οποίο είναι σχετικά γνωστό κι εντυπωσιακό. Αλλά δεν ήξερα ότι ήταν 17 ετών, όταν το έκανε αυτό. Γιατί έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Δεν ήξερα ότι ο άνδρας της την έδερνε και την απατούσε, δεν ήξερα ότι είχε μείνει έγκυος κι ότι απέβαλε εξαιτίας των ξυλοδαρμών. Όπως επίσης δεν ήξερα ότι είχε νοσηλευτεί δύο φορές σε ψυχιατρείο ή ότι έπινε. Γνωστό ήταν το πάθος της για τα ζάρια και το τζόγο, αλλά δε μπορούσα να φανταστώ τι πράγματα επινοούσε κατά τη διάρκεια της μακράς  νοσηλείας της προκειμένου να βγαίνει  από το νοσοκομείο και να πηγαίνει να παίζει. Ήξερα ότι ερωτεύτηκε με πάθος άντρες και γυναίκες.  Όλα αυτά που ήξερα ήταν όμως πολύ λίγα μπροστά στον όγκο των πληροφοριών αυτής της ζωής, η οποία ήταν πραγματικά μια μυθιστορηματική ζωή.

Η Μπέλλου ήταν ένας πολύ δύσκολος, δύστροπος άνθρωπος. Πριν από λίγο καιρό πήγαμε στο νοσοκομείο Σωτηρία, όπου είχε νοσηλευτεί, για να δανειστούμε κάποιους παλιούς ορούς, παλιά πιεσόμετρα για το σκηνικό της παράστασης και συνάντησα έναν απ’ τους γιατρούς που τη νοσήλευαν. Ο οποίος μου είπε: «Ήταν πολύ δύσκολος άνθρωπος. Το ξέρετε αυτό ή θα τη δείξετε σαν καμιά αγία;» Ήταν πράγματι δύστροπη. Είχε όμως και πολύ μεγάλη τρυφερότητα. Και πολύ μεγάλη μοναξιά. Ήταν πολύ δοτική με τους ανθρώπους που αγαπούσε κι όταν την πλήγωναν ή την πρόδιδαν γινόταν θηρίο ανήμερο. Πολλά πράγματα τα πλήρωσε γιατί αυτό ήταν το τίμημα των επιλογών της. Σίγουρα ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.

 

Πολύ συχνά στην παράσταση η Μπέλλου μονολογεί, αλλά το έργο δεν είναι μονόλογος. Υπάρχουν και οι σκηνές με τη Νοσοκόμα. Για τον ηθοποιό είναι σημαντικό να έχει έναν σύντροφο στη σκηνή, μειώνει το άγχος.  Είχα την τύχη μιας πολύ καλής συνεργασίας, και με την Ειρήνη Μουρελάτου στο ΚΘΒΕ και τώρα με την Έλλη Χατζεϊπίδου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Η Μπέλλου νοσηλεύτηκε για  πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, άρα η σχέση της με τη νοσοκόμα είναι ιδιαίτερη. Δεν είναι απλώς μια νοσηλεύτρια που μπαινοβγαίνει στο δωμάτιό της, έχουν αναπτύξει μια σχέση που περνάει από διάφορα στάδια, με προστριβές, κούραση, και σκηνές μεγάλης τρυφερότητας.

Η παράσταση αρχίζει και τελειώνει σε μια οριακή στιγμή. Είναι το βράδυ πριν την εγχείριση. Γιατί η Μπέλλου είχε κι αυτή τη φοβερή ατυχία, δεν ήταν υποχρεωτικό να πάθει καρκίνο στο λάρυγγα. Θα μπορούσε να την έχει χτυπήσει κάπου αλλού η αρρώστια, όχι να χάσει τη φωνή της. Η παράσταση όμως δεν είναι ρεαλιστική. Το ίδιο το κείμενο σου δίνει αφορμή να ξεφύγεις. Μέσα σ’ ένα παραλήρημα ξαναζεί στιγμές απ’ τη ζωή της, ξεφεύγει από το ρεαλισμό του δωματίου ενός Νοσοκομείου, απογειώνεται.

Η Μπέλλου έχει πει πάρα πολλά και πάρα πολύ ωραία τραγούδια. Πραγματικά είναι εξαιρετικά δύσκολο να πεις ποιο είναι το καλύτερο. Και τι να επιλέξεις; Ρεμπέτικο, όπου έχει πει μερικά από τα αριστουργήματα του είδους, ή λαϊκό, ή έντεχνο της δεύτερης φάσης της καριέρας της; Εμένα για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να τον εξηγήσω με συγκινούσε ιδιαίτερα, και ακούγεται και στην παράσταση, το «Μην κλαις και μη λυπάσαι που βραδιάζει». Αυτό ήταν μια δική μου επιλογή. Δεν ξέρω γιατί με συγκινεί τόσο πολύ.

Πάρα πολλά τραγούδια της Μπέλλου είναι γνωστά. Ακούγοντας αδιάκοπα, ανακάλυψα με έκπληξη ότι δεν έχει πει αδιάφορα τραγούδια. Ίσως γιατί η ίδια δε δεχόταν να πει τραγούδια που δεν της άρεσαν. Και τι θα πει της άρεσαν; Δεν της μιλούσαν, δεν της χτυπούσαν μια πολύ προσωπική χορδή. Κι είναι αλήθεια πως αν προσέξει κανείς τη ζωή της, θα δει πως τα τραγούδια έρχονται και «κουμπώνουν» μ’ ένα τρόπο που λες επίτηδες γινόταν. Για αυτό νομίζω κι ότι τραγουδά με αυτόν τον εξαιρετικά μοναδικό τρόπο. Αλλά έχει πει, και τι δεν έχει πει.

Η νέα γενιά γνωρίζει τη Μπέλλου. Είναι περίεργο αυτό που συμβαίνει. Τα τραγούδια της είναι πολύ γνωστά στα νέα παιδιά. Κάτι σημαίνει αυτό για τη γκάμα της.

Γιατί αρέσει η Μπέλλου; Tί είναι αυτό που συγκινεί στα τραγούδια της; Η απάντηση είναι η φωνή της. Μια ιδιαίτερη, δωρική φωνή, κρυστάλλινη, χωρίς καμία καλλιέπεια, κανέναν εξωραϊσμό, καθόλου μελό. Μια φωνή που χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά και στο μυαλό…

 

Στα θεατρικά δρώμενα υπάρχει μια δυσανάλογη πληθωρικότητα σε σχέση με παλαιότερα. Στη θεατρική ζωή της Αθήνας υπάρχει μεγάλος πληθωρισμός. Η Θεσσαλονίκη για πολλά χρόνια ήταν πολύ ισχνή θεατρικά. Ουσιαστικά υπήρχαν σταθερά μόνο το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης». Ένας μεγάλος κρατικός οργανισμός και ένα μικρό επιχορηγούμενο θέατρο. Κατά καιρούς εμφανίζονταν ενδιαφέρουσες θεατρικές ομάδες, που όμως ήταν βραχύβιες. Aυτό δεν ήταν καλό. Δεν γίνεται να δεχτείς ότι μια πόλη ενός εκατομμυρίου έχει τόσο μεγάλη διαφορά από την Αθήνα, η οποία ήταν πάντα θεατρικά πλούσια. Βέβαια αυτό που συμβαίνει τώρα, τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη, είναι απίστευτο. Γύρω στις 1.500 παραστάσεις στην Αθήνα και 200 περίπου στη Θεσσαλονίκη.

Είναι καλό που υπάρχει μεγάλη προσφορά, που ο κόσμος πηγαίνει στο θέατρο, βλέπει και το καλό και το μέτριο και το κακό, συζητάει, συγκρίνει. Αναρωτιέμαι, όμως, ένας θεατρόφιλος πόσες φορές να πάει στο θέατρο; Υπάρχει τέτοια πληθώρα που μπορεί να γίνονται πολύ ωραία πράγματα και να μην το παίρνει κανείς χαμπάρι. Ευτυχώς υπάρχουν οι εξαιρέσεις, κάποια νέα παιδιά που μαζεύονται, δημιουργούν κάτι και γίνεται το μπαμ, αλλά αυτό πόσες φορές θα συμβεί; Φυσικά  υπάρχουν κι άλλες, πολύ αξιόλογες προσπάθειες, που παλεύουν στα σκοτεινά. Δεν ξέρω πια αν μπορούμε να μιλάμε για ευκαιρία ή για λόττο.

Η κατάργηση των θεατρικών επιχορηγήσεων έχει δυσκολέψει πολύ τα πράγματα. Παρόλο που επανήλθαν δειλά τα τελευταία δυο χρόνια, δεν έχουν σχέση με το θεσμό που οδήγησε πριν από μερικά χρόνια στην άνθηση του ελληνικού θεάτρου. Ενισχύονται εκτάκτως κάποιες παραστάσεις, δε στηρίζονται θίασοι για να υλοποιήσουν ένα καλλιτεχνικό όραμα με προοπτική. Το επάγγελμα του ηθοποιού έχει απαξιωθεί, βγαίνουν οι νέοι ηθοποιοί και λένε αφού ούτως ή άλλως δεν θα πληρωθούμε, δεν θα ζήσουμε από αυτό, ας κάνουμε τουλάχιστον το κέφι μας. Από την άλλη, αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που οδηγεί τόσα νέα παιδιά να θέλουν να ασχοληθούν με το θέατρο ξέροντας ότι δεν θα βρουν δουλειά; Σίγουρα η επαφή με την τέχνη σού γεμίζει κενά, είναι ψυχοθεραπεία το θέατρο, αλλά δε γίνεται ο καλλιτέχνης να δουλεύει μόνο για την ψυχή του. Είναι μεγάλη συζήτηση αυτή, για άλλη φορά.

Ήταν πολύ συνειδητή επιλογή να ζήσω και να εργαστώ στη Θεσσαλονίκη. Δεν το μετάνιωσα. Όταν ξεκινήσαμε με την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», το 1979, ήμασταν όλοι πολύ νέοι, μόλις είχαμε τελειώσει τη Δραματική Σχολή και δεν φανταζόμασταν ότι αυτό θα κρατούσε σαράντα χρόνια. Ήταν άλλες εποχές. Σήμερα είναι πιο δύσκολα, πιο άγρια τα πράγματα. Το θέατρο είχε πάντα ανεργία, πάντα έπρεπε να ψάξεις δουλειά δυο φορές το χρόνο, αλλά αυτό που συμβαίνει τώρα ξεπερνάει κάθε φαντασία.

Αυτό που λέω στους μαθητές μου είναι ότι κανένας δεν έχει το δικαίωμα να επέμβει στο όνειρο του άλλου ή να το σταματήσει. Αν κάποιος μπορεί να ζήσει και χωρίς το θέατρο, καλύτερα να μην ασχοληθεί. Αν από την άλλη κάποιος κάνει και ξανακάνει την ερώτηση στον εαυτό του και η απάντηση είναι «ναι, αυτό θέλω να κάνω», τότε με νύχια και με δόντια να παλέψει για να το καταφέρει.

Οι νέοι τώρα έχουν πολύ θυμό και δεν έχουν τόσο πείσμα.  Ίσως αυτή είναι και μια ουσιαστική διαφορά της  σημερινής νέας γενιάς από τους νέους άλλων εποχών. Παλιά είχαν πείσμα και όνειρο, ενώ τώρα έχουν θυμό και όχι όνειρο. Παλιά, υπήρχε προοπτική, ενώ τώρα όχι. Η νέα γενιά μεγάλωσε μέσα σε μια πλαστή ευμάρεια και ξαφνικά έχασε τα πάντα, ενώ τότε έλεγες ότι θα δουλέψω, θα πάω μπροστά. Ήταν δύσκολες αλλά πολύ πιο αθώες εποχές.

Η Μπέλλου αποφάσισε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το τραγούδι. Μια μέρα μετά την κήρυξη του πολέμου, παράτησε την εύπορη οικογένειά της στη Χαλκίδα, πήρε ένα τρένο που ήταν γεμάτο φαντάρους και πήγε στην Αθήνα. Κοιμόταν σε βαγόνια,  δούλευε από δω κι από κει - σαν υπηρέτρια, έκανε μεταφορές, πουλούσε παστέλια στο δρόμο - για να γίνει τραγουδίστρια, δηλαδή για να κάνει πραγματικότητα το όνειρό της. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος σε πραγματικά δύσκολες εποχές, τεράστιας ανελευθερίας, κατάφερε με πείσμα και επιμονή και επιβίωσε σε έναν κόσμο αντρών, νύχτας και βίας. Εάν αυτό δεν είναι  παράδειγμα ότι τίποτα και κανένας δεν μπορεί να σταματήσει ένα «θέλω», τότε ποιο είναι;

Επόμενος καλλιτεχνικός προορισμός; Μετά τη Μπέλλου, θα επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη και θα παίξω τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη στην Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης».

Eυχαριστούμε πολύ την κα Έφη Σταμούλη για αυτή τη συνέντευξη και της ευχόμαστε να συνεχίσει να μας χαρίζει με τις ερμηνείες της δυνατές θεατρικές στιγμές.

***Η συνέντευξη παραχωρήθηκε στις συντάκτριες Μαντώ Χαντζή και Όλγα Μπιάγκη.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ