Διαβάσαμε την "Babel" το νέο graphic novel του Soloúp | Εκδόσεις Ίκαρος
2026-01-03
Τον Soloúp τον ήξερα ως γελοιογράφο και δημιουργό κόμικς. Τον γνώρισα όμως καλύτερα στο «Αϊβαλί» στο ομώνυμο graphic novel που κυκλοφόρησε το 2014 και αποτέλεσε τέλεια αφορμή για μία από τις πρώτες μου βιβλιοπαρουσιάσεις στο deBόp.
Αρκετά χρόνια και τρία ακόμη εξαιρετικά graphic novels μετά, («Συλλέκτης: Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο» - διαβάστε την παρουσίαση ΕΔΩ, «Η μάχη της πλατείας» και «Ζορμπάς: πράσινη πέτρα ωραιότατη»), ο -κατά κόσμον- Αντώνης Νικολόπουλος, βάλθηκε να φέρει τα πάνω-κάτω στη γνωστή Βαβέλ της Παλαιάς Διαθήκης και να μας προκαλέσει σε ένα τολμηρό σκάψιμο στα έγκατα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, τότε που στην βιβλική πόλη οι άνθρωποι προσπάθησαν να οικοδομήσουν έναν πανύψηλο πύργο ώστε να φτάσουν στον Θεό. Αλλά «όταν οι άνθρωποι έκαναν σχέδια, ο Θεός γέλασε». Έφερε σύγχυση στα μυαλά των ανθρώπων, άρχισαν να μιλούν διαφορετικές γλώσσες, να μην μπορούν να συνεννοηθούν και τελικά να εγκαταλείψουν το μεγαλεπήβολο έργο τους.
«Γιατί κανείς δεν άγγιξε τα σύννεφα, δεν έγινε θεός, δεν βρήκε τον παράδεισο με το ‘έτσι γουστάρω’».
Κι έρχεται ο κυρ Άγγελος, Έλληνας μετανάστης στο Βέλγιο, να δώσει τη δική του εκδοχή της παλιάς ιστορίας. Ως σύγχρονος «Ζορμπάς», μιλά με πάθος για το θαύμα και το δώρο της ζωής που μας δόθηκε και για το πώς κάποια στιγμή οι άνθρωποι άρχισαν όντως να μιλούν διαφορετικές «γλώσσες» και να στήνουν κοινωνίες ταξικές. Η εξουσία, τα συμφέροντα, η απληστία χώρισαν τους ανθρώπους, δημιουργώντας μια βαθιά κοινωνική ασυνεννοησία που κρατεί καλά μέχρι σήμερα. «Κι έτσι με τα ‘πρέπει’ και ‘δεν πρέπει’ τους, με την ηθική και την αμαρτία χάθηκε από τα μάτια μας το θαύμα της ζωής».
Ακόμη όμως κι αν χάθηκε από τα μάτια μας το θαύμα της ζωής, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Ότι δεν βρίσκεται στα σοφά λόγια (ναι λόγια κι όχι γαυγίσματα) ενός σκύλου σε μια πλατεία των Βρυξελλών. Ή σε ένα ερωτευμένο, νεαρό ζευγάρι προσφύγων που έφτασε το 1924 στην ίδια πόλη μετά την καταστροφή της Σμύρνης. Ή σε μια παρέα «ποντικαραίων» γερόντων, παλιών ανθρακωρύχων από διαφορετικές φυλές στις σκοτεινές στοές των ορυχείων του Βελγίου. Που τους ένωνε η μαυρίλα του κάρβουνου, η υγρασία, ο μόχθος και ο κίνδυνος που «όταν γινόταν η έκρηξη, όταν έπεφτε η γαλαρία» δεν ξεχώριζε τις ράτσες.
Το θαύμα της ζωής μπορεί να βρίσκεται στη ρίζα ενός απολιθωμένου δέντρου και σε μια ανάσα που μοιράζεται στα βάθη της γης, σε ένα κουκουνάρι, στους στίχους του Καζαντζίδη, σε ένα λευκό τριαντάφυλλο πάνω στο παγκάκι.
Αυτό που αγαπώ πολύ στα graphic novels του Soloúp είναι ο τρόπος που τα σκίτσα και οι ατάκες αφηγούνται μεν μια ιστορία αλλά σχεδόν πάντα έχουν κι ένα δεύτερο επίπεδο βαθύτερο, ευαίσθητο, πανέξυπνο, που αν θελήσεις να το ανακαλύψεις δημιουργεί δυνατές σκέψεις, προβληματισμούς, συναισθήματα.
Έχει επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς -και σε αυτό το βιβλίο- ο Αντώνης Νικολόπουλος ξεδιπλώνει και μία προσωπική πλευρά του καλύπτοντας την ανάγκη του να συνδεθεί με τους προγονούς του και την οικογενειακή του ιστορία. Με εντυπωσιάζει επίσης ότι κάθε γραμμή, λέξη, επιλογή χρώματος είναι σοφή και ότι τελικά τα μικρά «μυστικά» (δεν θα κάνω spoiler αλλά εντόπισα τουλάχιστον τρεις αναφορές σε κλασικά έργα τέχνης), σε κάνουν να χαμογελάς και να παραδέχεσαι τον χαρισματικό δημιουργό.
«Ένα χαμόγελο, ένα χωρατό, ένα χέρι που θα σε βαστάξει τη δύσκολη ώρα να μη γλιστρήσεις».
Αξίζει οπωσδήποτε να αναφερθώ στο παράρτημα. Σε ένα δεύτερο “book within a book” όπου ο Soloúp με την παρέα του, κάποιοι γνωστές… «φυσιογνωμίες» ήδη από τις προηγούμενες σελίδες, βάζουν το πλαίσιο της δημιουργίας του βιβλίου. Πλούσιο φωτογραφικό υλικό -μα τι συγκινητικό το άλμπουμ στο τέλος-, ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες από ενδελεχή βιβλιογραφική έρευνα, λεπτομέρειες για τα τοπόσημα που αναφέρονται και ωραία “behind the scenes” παραλειπόμενα, δίνουν την ευκαιρία για πιο ολοκληρωμένη γνώση (π.χ. έμαθα πολλά για την ελληνική μετανάστευση στο Βέλγιο) και βέβαια εμβαθύνουν στην ιστορία.
Η “Babel” ανοίγει με μια αφιέρωση «στις φιλίες που μας έτυχαν αλλά εμείς τις τιμήσαμε και τις ποτίσαμε». Και ναι, το βιβλίο, στο σύνολό του αποτελεί έναν ύμνο στη φιλία. Διαβάζοντάς το μου ήρθε στο νου μια όμορφη φράση της γιαγιάς μου που έλεγε: «άπλωνε εσύ τα νήματα κι ο Θεός θα δέσει τους κόμπους». Για κάποιους είναι ο Θεός, για άλλους το σύμπαν, για άλλους η τύχη. Δεν έχει σημασία τελικά. «Γιατί κανείς δεν άγγιξε τα σύννεφα, δεν έγινε θεός, δεν βρήκε τον παράδεισο με το ‘έτσι γουστάρω’». Οι κόμποι, που έλεγε η γιαγιά, οι πραγματικοί δεσμοί που συνδέουν τους ανθρώπους δεν δένονται με τις ομοιότητες: κοινή γλώσσα, θρησκεία, φυλή, ενδιαφέροντα, συγγένεια. Αλλά με το μοίρασμα. «Ένα χαμόγελο, ένα χωρατό, ένα χέρι που θα σε βαστάξει τη δύσκολη ώρα να μη γλιστρήσεις», εκεί στα σκοτάδια της «ανάποδης Βαβέλ» που ζούμε και παλεύουμε.
«Η φιλία είναι η ευλογία που αξιωθήκαμε». To «φυλαχτό» που δίνει νόημα και στα «στριπάκια» του graphic novel της δικής μας ζωής. Και τις φορές που ξανοίγεται, φαρδαίνει κι απλώνεται, πέρα από σύνορα, φυλές, ιδεολογίες, συμφέροντα και παιχνίδια εξουσίας τότε -και μόνο τότε- γράφει τις πιο φωτεινές σελίδες στην ιστορία του κόσμου μας.