Ο “κρυμμένος” Ιλισός αποκαλύπτεται στον καμβά! // Sebastian Boulter

Ο “κρυμμένος” Ιλισός αποκαλύπτεται στον καμβά! // Sebastian Boulter

Τι κρύβει ο καλυμμένος Ιλισός; Τα μυστικά του υπόγειου ποταμού, χαμένα στον χώρο και τον χρόνο, καταγράφονται με τη ματιά ενός ιδιαίτερου καλλιτέχνη στην έκθεση «Lead the Way».  

Ο Φινλανδός Sebastian Boulter, με σπουδές στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών των Βρυξελών, ενδιαφέρεται για την ανάδειξη “τραυματισμένων” τοπίων μετά την ανθρώπινη επέμβαση.
Στο πλαίσιο αυτό, στην τωρινή του έκθεση, παρουσιάζει μια σειρά σχεδίων και ζωγραφικής με θέμα τον ποταμό Ιλισό, που εκτεινόταν από την Καισαριανή ως την Καλλιθέα.

Η σταδιακή κάλυψη του Ιλισού άρχισε στα τέλη του 19ου αιώνα, ξεκινώντας από την περιοχή του Μετς (Βατραχονήσι). Την περίοδο από τα μέσα του 19ου αιώνα ως και τις αρχές του 20ου, εποχή ανόρθωσης της Αθήνας  με κατασκευαστικά έργα και δρόμους, οι όχθες του Ιλισού αποτελούσαν την κύρια πηγή άμμου και χαλικιού. Ακολουθώντας τη ραγδαία αύξηση του αστικού πληθυσμού και την ανάγκη για επέκταση του αστικού περιβάλλοντος, με απόφαση του δικτάτορα Μεταξά -σε αυτόν ανήκει και η ιστορική φράση «σήμερα θάπτομεν τον Ιλισσόν»-, ένα μεγάλο μέρος του ποταμού καλύφθηκε και ως το 1960 είχε σκεπαστεί το σύνολό του. Σήμερα η υπογειοποιημένη πορεία των 7 χιλιομέτρων, είναι απροσπέλαστη για το κοινό. Πέρσι, σημείο της οροφής του τούνελ, δίπλα στον σταθμό του ηλεκτρικού στον Ταύρο, κατέρρευσε, ενώ η γραμμή του τραμ από το Σύνταγμα ως το Φιξ έκλεισε, καθώς η διαρκής δόνηση από τους συρμούς έχει προκαλέσει δομικές ζημιές στο τούνελ. Δειλά έχουν αρχίσει να διατυπώνονται γνώμες για εκ νέου αποκάλυψη του ποταμού, με την κατασκευή μονοπατιού  που θα αποτελεί συνδετικό κρίκο της Ακρόπολης με το μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, διασχίζοντας την καρδιά της πόλης.    

Η έκθεση του Φινλανδού καλλιτέχνη Sebastian Boulter με τίτλο “Lead the Way” στη FokiaNou Art Space δεν πλαισιώνεται από υποθετικά στοιχεία και φανταστικά τοπία. Ο Boulter, ακολουθώντας τη μέθοδο της αυτοψίας και της επιτόπιας έρευνας, αναζητά απευθείας τις πρωτόλειες  εικόνες, απόκοσμες και μυστηριώδεις εν προκειμένω, που στη συνέχεια θα τις αποτυπώσει. Τα αποσπάσματα από το ημερολόγιο του για αυτήν τη ριψοκίνδυνη κατάβαση μιλούν από μόνα τους:

« 23 Ιουλίου 2018… μετά το μεσημέρι αποφάσισα να μπω στο τούνελ που είχα ήδη μελετήσει από τον Φεβρουάριο. Φυσούσε ένας παράξενος  άνεμος  και ο ουρανός ήταν σχεδόν κίτρινος. Σκέφτηκα ότι ήταν μια τέλεια μέρα να κατέβω μιας και το δελτίο καιρού δεν προμήνυε βροχή. Τηλεφώνησα σε έναν φίλο και του είπα ότι θα μπω μέσα και ότι αν δεν του τηλεφωνήσω ως τις 8 μ.μ. θα έπρεπε να καλέσει την πυροσβεστική γιατί ίσως μου έχει συμβεί κάτι. Πήρα μαζί μου ένα ζευγάρι γαλότσες, έναν φακό, μια κάμερα, το ημερολόγιό μου για να σκιτσάρω, μερικά σάντουιτς, νερό, τσίπουρο και έναν αναπτήρα για να ελέγχω ανά διαστήματα εάν υπάρχει αρκετό οξυγόνο. Το τούνελ αρχίζει κάτω από μια γέφυρα πίσω από το νεκροταφείο της Καισαριανής. Πάνω στη γέφυρα βρίσκονταν δύο πυροσβέστες, αναρωτήθηκα γιατί, έπρεπε να γλιστρήσω κάτω από τα μάτια τους γιατί είναι παράνομο να κατέβεις εκεί κάτω… Το μακρύ ταξίδι των επτά χιλιομέτρων κατά μήκος του κέντρου της πόλης είχε μόλις ξεκινήσει. Ήταν θεοσκότεινα. Ο φακός μου μικρός αλλά αρκετός για να βλέπω που πατάω… Καθώς το τούνελ συνεχίζεται το νερό είναι όλο και περισσότερο, όχι βαθύτερο από δέκα εκατοστά. Έβλεπα πέτρινες καμάρες, παράξενες μορφές από μπετόν, σκάλες που ανεβαίνουν στον δρόμο με κλειδωμένες τις πόρτες στην οροφή, κάπου υπήρχε ένα πεζοδρόμιο και ένα μικρό σιντριβάνι με πλακάκια από τερακότα, κάποια στιγμή γίνεται ένας τεράστιος σωλήνας, στο τέλος καταλήγει ένα μεγάλο κανάλι χωρισμένο στα δύο… Κάποια στιγμή γλίστρησα, χρειάστηκε να κρατηθώ από τον τοίχο και χτύπησα το χέρι σε ένα σκουριασμένο σίδερο. Καθάρισα την πληγή μου με τσίπουρο…».

Το στοιχείο του πόσιμου νερού είναι το πιο σημαντικό αγαθό κατά τον Φινλανδό καλλιτέχνη, για αυτό έμπνευση και δημιουργίες του αποτελούν κυρίως τα ποτάμια. Μετά από τρία σχετικά project στο εξωτερικό (Πορτογαλία, Γερμανία, Βέλγιο), σειρά έχει να δηλώσει την ανησυχία του για την ελληνική φύση, να περάσει το δικό του μήνυμα για αυτή. Συζητώντας μας εξηγεί το τόλμημά του:

«Ο καιρός, η τέχνη, η μυθολογία, η φιλοσοφία, ο πολιτισμός, με έκαναν να θέλω να επισκεφτώ την Ελλάδα. Όταν ήρθα στην Αθήνα, το 2017, το πρώτο πράγμα που έψαξα ήταν πού υπάρχουν ποτάμια. Διάβασα λοιπόν ότι η πρωτεύουσα είχε τον Κηφισό και τον Ιλισό, ένα ποτάμι με πόσιμο νερό δίπλα στην Ακρόπολη. Πήρα τον χάρτη και δεν βρήκα πουθενά τις μπλε γραμμές που τα χαρακτηρίζουν. Πήγα στην αρχή του,  στην Καισαριανή, και είδα ένα τούνελ και σκοτάδι. Ξεκίνησα να διαβάζω για αυτό καθώς αποφάσισα να το διασχίσω, να το ανακαλύψω».

Ακόμα πιο αποκαλυπτικός συνεχίζει:  

«Όσοι με ξέρουν καλά δεν προσπάθησαν να με αποτρέψουν, μου ευχήθηκαν μόνο “καλή τύχη”, γιατί ήξεραν πώς ό,τι και να γινόταν εγώ θα το έκανα. Φοβήθηκα βέβαια, αλλά η επιθυμία μου ήταν πιο δυνατή, η λαχτάρα μου ήταν πιο μεγάλη». Όταν του ζητάμε να θυμηθεί την πιο έντονη στιγμή σε αυτήν την ιδιότυπη διαδρομή μας αναφέρει: «ο ήχος από το νερό, η ακουστική, ήταν ό,τι πιο τρομαχτικό και θαυμαστό ταυτόχρονα».

Σε αυτό το πρώτο μέρος της έκθεσης, με τις μνήμες από τα άδυτα του κόσμου,  παρουσιάζονται έργα με κάρβουνο σε χαρτί, ενώ στο δεύτερο μέρος της (τον επόμενο Φεβρουάριο) θα παρουσιαστούν αντίστοιχα έργα από λαδομπογιά. Απώτερος στόχος του καλλιτέχνη είναι να παραμείνει στη χώρα -ήδη μαθαίνει Ελληνικά στο Διδασκαλείο Νέας Ελληνικής του Πανεπιστημίου Αθηνών- με στόχο να “εξερευνήσει” εδώ και άλλα ποτάμια με μυθικές διαστάσεις. Για το προσεχές καλοκαίρι ετοιμάζει τις αποσκευές του για το Μπαγκλαντές, προκειμένου να συνεργαστεί σε αντίστοιχο project. Κλείνοντας τη συζήτηση ζητήσαμε τη γνώμη του για το πώς είναι να ζει κάποιος από μια χώρα με υψηλό βιοτικό επίπεδο, όπως η Φινλανδία, στην Ελλάδα:

«Είναι δύσκολο να ζεις σε μια χώρα που την έχει χτυπήσει η οικονομική κρίση. Και εγώ λοιπόν ζω με τα βασικά, αλλά έτσι και αλλιώς ποτέ δεν ήμουν πλούσιος -είναι μύθος ότι γενικά οι Φινλανδοί είναι πλούσιοι-. Το πιο σημαντικό για μένα είναι ότι οι Έλληνες ξέρουν να ζουν, να διασκεδάζουν, να μην τρέχουν όλη την ώρα, βρίσκουν χρόνο να πιουν έναν καφέ, να μιλήσουν με έναν φίλο. Στην Φινλανδία ένιωθα τόσο “κουρασμένος” με όλα, εδώ μου αρέσουν οι ρυθμοί, είναι ανθρώπινοι και διαπίστωσα ότι δουλεύουν και αποδίδουν καλύτερα από παντού».