Wonder Woman

 

Θα ήθελα να είμαι ένας άνθρωπος, μία γυναίκα με υπερφυσικές δυνάμεις. Δυνάμεις που θα τις χρησιμοποιούσα για την προστασία και την σωτηρία των συνανθρώπων μου.

Και πως θα το κατάφερνες αυτό;

Ίσως με τη βοήθεια κάποιου ονείρου: 

Από την θαλπωρή του κρεβατιού μου κλείνω τα μάτια και γίνομαι πρωταγωνίστρια.

Ήταν Σαββατόβραδο και οι Θεοί έκαναν κλειστό πάρτυ. Φασαρία γινόταν, γλέντι, χορός, εκλεκτά έδεσματα και πολύ αλκοόλ. Κάτι οδήγησε τα βήματα μου και με έφερε στο δρόμο τους. Οι Θεοί, μιλούσαν για την αναρχία και την ανυπακοή των μαύρων σύννεφων. Δυσκόλευαν την ζωή των Αθηναίων, έφερναν καταστροφές αλλά κανένας δεν τολμούσε να επέμβει. Όλοι συμφώνησαν ότι τα μαύρα σύννεφα ήταν ανεξέλεγκτα. Η ισορροπία ήταν εύθραυστη. Κάτι έπρεπε να γίνει.

Ο ενθουσιασμός, η άγνοια του κινδύνου και η δύναμη της στιγμής με σήκωσαν από την επήρεια του ελαφρού μεθυσιού . «Εγώ θα πάω. Βροντοφώναξα. Θα επιτεθώ στα μαύρα σύννεφα. Θα βάλω τέλος στα δεινά.» Και οι Θεοί με ετοίμασαν για την επίθεση.

Η Αθηνά μου έδωσε το δόρυ της, η Αφροδίτη μου δάνεισε την ομορφοτέρη φορεσιά της, η Άρτεμις μου έδειξε την τεχνική της τοξοβολίας, η Δήμητρα ώρες μου εξηγούσε τους νόμους της φύσης και η Ήρα μου έδωσε την ευχή της.

Ο Δίας μου δάνεισε τον κεραυνό του, κι ο Ερμής έβαλε φτερά στο σύννεφό που θα ίππευα. Ο Άρης έδωσε στα μάτια μου φωτιά, κι ο Ποσειδώνας με τα κύματα χειροκροτούσε την προσπάθειά μου. Ο Απόλλωνας με τύλιξε με φως, κι ο Ήφαιστος μου σφυρηλάτησε μια ασπίδα.

Στο πέρασμά μου η πόρτα άνοιξε. Το λευκό μου σύννεφο ήταν έτοιμο. Το καβάλησα. Ήμουν έτοιμη για την επίθεση. Ένα λευκό σύννεφο έτοιμο να επιτεθεί στα άπειρα και βαριά οπλισμένα μαύρα. Λίγο πριν την μεγάλη επίθεση, το αλκοόλ ξεθύμανε, ο φόβος με κυρίευσε. Ήταν αργά. Οι εξελίξεις είχαν δρομολογηθεί. Έβγαλα ένα ουρλιαχτό.

Η τελευταία εικόνα πριν κλείσω τα μάτια ήταν όλα αυτά τα μαύρα σύννεφα που με κοιτούσαν απειλητικά. Κλείνω τα μάτια και με μανία χτυπάω με όπλα τον κεραυνό και την ασπίδα.

Πέντε μέρες πέντε νύχτες κράτησε η μάχη. Βροχή το αίμα τους. Μπουμπουνητά οι κραυγές τους. Αστραπές η διασταύρωση των ξιφών μας. 

Τα άλλα λευκά σύννεφα βλέποντας ότι τα μαύρα σύννεφα δεν είναι ανίκητα ακολούθησαν το δρόμο μου. Έκτη μέρα και ο πόλεμος μαίνεται..

Ένας θόρυβος όμως σφυροκόπησε ξαφνικά στα αυτιά μου. 

Τραντάχτηκα ολόκληρη. Προσπάθησα να κρατηθώ στο σύννεφο. Φωνές έσκιζαν τα αυτιά μου.

Το τηλέφωνο δε σταματούσε να χτυπά κι άνοιξα τελικά τα μάτια μου.. Το σπίτι μου ήταν ακατάστατο και έξω έβρεχε ακόμα. Κοίταξα τον ουρανό.. έψαξα να βρω το άρμα μου.

Αθηναίοι μην ανησυχείτε η μάχη χάθηκε, όχι ο πόλεμος. Θα έρθουν σύντομα ηλιόλουστες μέρες!