Ξαφνικά στα βαθιά...!

 

Μπορεί να έχουμε χειμώνα αλλά αυτή η όμορφη ημέρα μου θυμίζει καλοκαίρι και έχω μια γλυκιά ανάμνηση να διηγηθώ. Όταν ήμουν πρώτη δημοτικού, είχαμε πάει διακοπές με την αδερφή της μαμάς μου και τον άντρα της που κάτα κάποιο τρόπο με έχουν και σαν κόρη τους. Μέχρι τότε δεν είχα μπει ποτέ στη θάλασσα. Δεν την ήθελα καθόλου, κι όσο μεγάλωνα την φοβόμουν πιο πολύ. Φοβόμουν ότι είχε κάποιο μεγάλο ψάρι μέσα που θα με έτρωγε! 

Ο θείος μου είχε βαλθεί να μου αλλάξει αυτή τη συνήθεια και να με κάνει να ξεπεράσω τον φόβο μου. Κάθε μέρα λοιπόν καθόταν με τις ώρες στην αμμουδιά μαζί μου, παίζοντας και φτιάχνοντας καστράκια, με σκοπό να πλησιάζουμε κάθε φορά και περισσότερο τη θάλασσα. Με πήγαινε σιγά σιγά προς την θάλασσα, βρέχαμε τα πόδια μας, πλατσουρίζαμε λίγο, αλλά εγώ πάλι επέστρεφα γρήγορα στην άμμο. Έτσι πέρασαν όλες οι διακοπές μας μέχρι την τελευταία μέρα. Ο θείος μου είχε πάθει εγκαύματα στην πλάτη από όλες αυτές τις ώρες κάτω από τον ήλιο, ελπίζοντας ότι θα με καταφέρει να μπω στη θάλασσα, αλλά μάταια! Τότε ήταν λοιπόν που, με τρομερή αποφασιστικότητα κι αποτελεσματικότητα, με βούτηξε η θεία μου κυριολεκτικά στη θάλασσα! Ξετρελάθηκα και δεν ήθελα να βγω. Θυμάμαι που με κρατούσε από την κοιλιά ενώ κολυμπούσα. Ο κακομοίρης ο θείος μου δεν πίστευε στα μάτια του!

Από τότε μπαίνω στη θάλασσα και ξεχνάω να βγω! Στις πρώτες διακοπές που έκανα μόνη μου με τις φίλες μου, εκείνες με έχαναν. Κολυμπούσα με τις ώρες κι έφευγα μακριά τους. Πλέον δεν φοβάμαι καθόλου, είναι τέλειο και μαγικό συναίσθημα!