Επικίνδυνα παιγνίδια στο νερό...

 

Τον Φεβρουάριο του 2004 βρεθήκαμε στα όρη Τζουμέρκα, στα χωριά Συράκο και Καλαρρύτες. Μια αποκριάτικη εκδρομή στα χιονισμένα χωριά της Ηπείρου. Το τοπίο ήταν μαγευτικό, ντυμένο όλο στα λευκά. Τα σπίτια εκεί στην Ήπειρο είναι πέτρινα και πρέπει να βρεθείς πολύ κοντά για να τα αντιληφθείς, γιατί είναι χτισμένα με τα ίδια υλικά που βγάζει ο τόπος.
Οι κυράδες, οι Ηπειρώτισσες, μας υποδέχθηκαν με κεράσματα - όπως γλυκό του κουταλιού και τσίπουρο - μας ρωτούσαν ποιοι είμαστε κι από που ερχόμαστε.
Η φύση ήταν ονειρεμένη. Βουνά, χαράδρες, δάση, ποτάμια, ενώ ακόμα και τον χειμώνα τα δένδρα ήταν πράσινα.
Την περιοχή διασχίζει ο Άραχθος το πανέμορφο ποτάμι που περνάει από την Άρτα, με το γνωστό γεφύρι. Στη διαδρομή πηγαίνοντας εκεί βρίσκεται επίσης και το ιστόρικο μονότοξο γεφύρι της Πλάκας, που πριν μερικά χρόνια, σε κάποια νεροποντή, δυστυχώς κατέρρευσε.
Ξεκινήσαμε λοιπόν ένα πρωί, ο σύζυγός μου, εγώ, η κόρη μας 6 χρονών κι ο γιος μας 8 χρονών, με διάθεση για περιπέτεια, να κάνουμε rafting στον Άραχθο. Τα παιδιά δεν είχαν ξαναμπεί σε ποτάμι, ενώ ο σύζυγός μου κι εγώ ήμασταν καλοί στο κουπί. Δεν ήταν περιοχή πολύ τουριστική, όπως είναι στον Βοϊδομάτη ή στον Λούσιο, όπου υπάρχουν οργανωμένες εκδρομές με trekking. Εκεί ψάξαμε και βρήκαμε έναν οδηγό και κανονίσαμε και μπήκαμε μόνοι μας στο ποτάμι: οι τεσσερίς μας και ο οδηγός.
Ξεκινήσαμε βαθιά μέσα από τα βουνά, από το χωριό Παραμυθιά. Ο Άραχθος δεν είναι εύκολος ποταμός να τον διασχίσεις, πόσο μάλλον τον Φλεβάρη, τότε που είναι ακόμα χιονισμένα τα βουνά: λιώνει το χιόνι και αρχίζει να "θυμώνει" το ποτάμι! Είχε όμως μια γοητεία απίστευτη, στην οποία δεν μπορέσαμε να αντισταθούμε.
Ρωτήσαμε τον τύπο αν μπορούμε να μπούμε με τα παιδιά, κι αφού περάσαμε ένα δοκιμαστικό μας διαβεβαίωσε ότι ήμασταν "καλό κουπί" και η βάρκα μας ήταν επίσης ελαφριά. Το λάθος ήταν ότι έβαλε τα παιδιά μπροστά για να έχουν ωραία θέα, χωρίς όμως να τα δέσει.
Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε κι επειδή έβλεπε ότι τα καταφέρναμε χωρίς πρόβλημα μας πήγαινε από τα πιο δύσκολα περάσματα. Σταματήσαμε σε διάφορα ωραία σημεία, όπως στον καταρράκτη του Κλίφκη, όπου περάσαμε από κάτω του και ήταν μαγευτικά. Περάσαμε το φαράγγι, το οποίο είχε μεγάλο βαθμό δυσκολίας, και ο οδηγός μας ενθάρρυνε λέγοντάς μας ότι πηγαίναμε πάρα πολύ καλά. Η βάρκα ήταν υπάκουη γιατί είχαμε δύναμη στο κουπί κι ο οδηγός ήταν πολύ έμπειρος και μας κατεύθυνε άψογα.
Όταν βγήκαμε από το φαράγγι και ένιωσα να χαλαρώνω, με ρώτησε ο οδηγός «Να συνεχίσουμε από τα δύσκολα ή να πάμε στα εύκολα;». Ήμουν ενθουσιασμένη για τη μέχρι τότε διαδρομή, για το τι είχαμε καταφέρει, αλλά και από τα ενθαρρυντικά του λόγια που του απάντησα: «Από τα δύσκολα φυσικά!».
Ξαφνικά όμως, εκεί που πηγαίναμε, πέσαμε σε μια δίνη κι άρχιζε να στριφογυρίζει η βάρκα και να σηκώνεται κάθετα! Είδα την κόρη μου να ετοιμάζεται να πέσει στο ποτάμι και ενώ ο σύζυγός μου κρατούσε τον γιο μας, θυμάμαι ότι ενστινκτωδώς έσπρωξα την κόρη μου μέσα στη βάρκα και μετά από αυτό ξαφνικά.... πράσινο νερό.
Δεν κατάλαβα πως βρέθηκα μέσα στο ποτάμι και το πιο τρομακτικό είναι ότι δεν μπορούσα να βρώ που ήταν ο πάτος και που η επιφάνεια!
Δεν είχα καμία αίσθηση, το μόνο που έβλεπα ήταν πράσινο νερό παντού. Θυμήθηκα όμως ότι είχα σωσίβιο και η μόνη σκέψη μου εκείνη την ώρα ήταν να σταματήσω τον πανικό, να ηρεμήσω και να αφήσω το σωσίβιο να με ανεβάσει. Πράγματι αυτό συνέβη, βγήκα στην επιφάνεια, έψαξα για την βάρκα με τους δικούς μου και τους είδα πολύ μακριά από το σημείο που βρισκόμουν. Είχαν ξεφύγει από τη δίνη και ένιωσα ανακούφιση.
Οπότε σκέφτηκα: «αυτοί είναι καλά, κι εγώ είμαι καλά, είμαι στην επιφάνεια, με το σωσίβιό μου», --μάλιστα ακόμα κρατούσα και το κουπί, θυμήθηκα και τις οδηγίές που μας είχαν δώσει: να κρατάμε το κεφάλι πάνω και τα πόδια κάτω στην ροή του ποταμιού, έτσι ώστε αν βρεθεί κάποιο εμπόδιο να βρουν τα πόδια κι όχι το κεφάλι. «Ωραία, τέλεια» σκέφτηκα, «θα τα καταφέρω!».
Τους έκανα νόημα και άρχισαν να κάνουν κουπί προς το μέρος μου κι όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά. Γιατί όμως ένιωθα χάλια; Είχα καταπιεί υπερβολικό νερό και δεν ανέπνεα πλέον καλά, με λίγα λόγια: πνιγόμουν!
Ενώ είχα αρχίσει να χάνω τις αισθήσεις μου, έφτασε η βάρκα κοντά μου, με βούτηξε ο οδηγός από το σωσίβιο και με έριξε μέσα στη βάρκα ανάποδα. Ξεκίνησε να με πατάει, έβγαλα μια πρώτη δόση νερού κι άκουσα τον οδηγό να μου φωνάζει «Αμαλία κάνε κουπί» γιατί είχα πάθει και υποθερμία. Με ό,τι δύναμη μου είχε απομείνει και με την αναπνοή μου να έχει επανέρθει ξεκίνησα να κάνω κουπί. Η νιτσεράδα μου (αδιάβροχο πάνω από την ισοθερμική στολή) είχε κρατήσει όμως πάρα πολύ νερό κι όπως έκανα κουπί έμπαινε μέσα από τη στολή μου και είχα παγώσει.
Σε αυτή την κατάσταση πλησιάσαμε στον τερματισμό μας που ήταν το γεφύρι της Πλάκας. Τα παιδιά με παρακολουθούσαν έντρομα κι εγώ συνέχιζα να κάνω κουπί. Μόλις βγήκαμε από τη βάρκα ο οδηγός έσπευσε να μου δώσει κι άλλη βοήθεια, αλλά εγώ είχα την έννοια των παιδιών να αλλάξουν πρώτα.
Όταν πλέον κατέρρευσα και δεν μπορούσα ούτε να αλλάξω ο οδηγός μου έδωσε μισό μπουκάλι τσίπουρο για να μπορέσω να λειτουργήσω και να αλλάξω κι εγώ.

Παρόλη την τρομάρα ήταν μια καταπλικτική εμπειρία μπορώ να πω. Το συζητούσαμε μετά μεταξύ μας και κάναμε την πλάκα μας γιατί είχε αίσιο τέλος.

Δεν σιχάθηκες τους ποταμούς και το rafting;

Καθόλου! Μάλιστα την επόμενη φορά που έκανα rafting ήταν στο Λούσιο και έκανα βουτιά από ένα πολύ ψηλό σημείο επίτηδες  για να ξεπεράσω τη όποια πιθανή φοβία μου. Κι εκεί όμως πνίγηκα! (γέλια). Από τη βιασύνη μου, είχα ξεχάσει να βγάλω τα παπούτσια μου. Και πάλι είχα καταπιεί πολύ νερό και με πατούσαν για να το βγάλω, όπως κι ένα μπουκάλι κονιάκ με περίμενε για να συνέλθω! Δεν πτοήθηκα όμως ούτε από αυτό και συνεχίζω ακάθεκτα να διασχίζω ποτάμια και φαράγγια. Η Ελλάδα που τα προσφέρει όλα αυτά, είναι υπέροχη και μοναδική!