Ένας δυνατός δεσμός! Ανθρώπινη επαφή και μεγαλείο ψυχής.

 

Έπρεπε να κάνω πρακτική στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος τότε και βρέθηκα στην Ογκολογική Μονάδα Παίδων, το "Ελπίδα". Στον δεύτερο όροφο γνώρισα μια μητέρα, της οποίας ο γιος νοσηλευόταν εκεί. Το παιδάκι έκανε μεταμόσχευση κι έζησα όλη τη φάση για δυόμισι χρόνια. Με τη μητέρα του συνδεθήκαμε με τον καιρό, παρόλου που στην αρχή ήταν πολύ κλειστός άνθρωπος. Μου μιλούσε για τις άλλες δυο κόρες της που βρισκόταν στο σπίτι με τον μπαμπά τους και για την "κόντρα" που είχε εκείνος με την μεγάλη τους κόρη. Έτσι, μια μέρα πολύ αυθόρμητα, της έφερα ένα αγαπημένο μου βιβλίο: "Γονείς κι έφηβοι". Δεν γνωριζόμασταν ακόμα καλά, και είχα δεύτερες σκέψεις κάτα πόσο είχα κάνει καλά να της εμπιστευτώ ένα πολύτιμο για εμένα βιβλίο. Όμως ήταν πολύ τυπική και μου το επέστρεψε αμέσως. Σιγά σιγά αρχίσαμε να συνδεόμαστε μαζί αλλά και με τον πατέρα, όπως και φυσικά με το παιδάκι που δεν δεχόταν πολύ κόσμο αλλά μαζί μου δέθηκε από την πρώτη στιγμή. Μου έλεγε η μητέρα του ότι με αναγνώριζε από το διάδρομο όταν ερχόμουν. Όταν μπήκε στο νοσοκομείο δεν ήταν ούτε ενός χρόνου. Η μεταμόσχευση πήγε καλά, του είχε δώσει μυελό η μεγάλη του αδερφή και μάλιστα είχε ανακάμψει. Σε εκείνη τη φάση εγώ είχα ήδη ξεκινήσει στον Άγιο Σάββα και δεν πήγαινα πια στο Ελπίδα. Τους είχα όμως έγνοια και επικοινωνούσα με την μητέρα, η οποία μου έλεγε ότι μετά την ανάκαμψη το παιδάκι δεν πήγαινε καλά. Όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο την ρώτησα εάν επιθυμούσε να πάω να τους δω και μου είπε ότι γενικά δεν ήθελε να δει κανέναν αλλά ότι εγώ αποτελούσα εξαίρεση και ήθελε πραγματικά να πάω. Αφού τελείωσα τη δουλειά μου στον Άγιο Σάββα, πέρασα λοιπόν να τους δω. Θυμάμαι πως καθόμασταν με αυτή τη γυναίκα στο προαύλιο του νοσοκομείου και εκτός από μια-δυο κουβέντες που ανταλλάξαμε, παραμείναμε όλη την ώρα σιωπηλές κι ένιωσα ότι αυτό ήταν τόσο ταιριαστό: ήμουν εκεί, μαζί της, χωρίς να χρειάζεται να πούμε κάτι. Αφού επέστρεψα σπίτι, με ενημέρωσαν ότι το παιδάκι "έφυγε" 3 ώρες μετά. Δεν τα κατάφερε δυστυχώς.

Αναρωτιόμουν αν θα πήγαινα στην κηδεία, καθώς και δεν ήμουν στο στενό κύκλο της οικογένειας, όμως ο συνάδελφος με τον οποίο το μοιράστηκα με παρέτρεινε να πάω: "Αν το αισθάνεσαι", μου είπε,"πρέπει να πας". Τελικά πήγα στη κηδεία και βρέθηκα να με κρατάει εκείνη από το χέρι και να βαδίζουμε μαζί στο νεκροταφείο. Είχαμε συνδεθεί για σχεδόν τρία χρόνια και ήταν αρκετό. Συνεχίζουμε να έχουμε επικοινωνία μετά από τόσα χρόνια και όποτε χρειαστεί κάτι θα με πάρει. Έχει τύχει να την ρωτήσω αν της κάνει καλό που μιλάμε μιας και σίγουρα της θυμίζω εκείνα τα 3 χρόνια. Όμως με έχει διαβεβαιώσει ότι αντίθετα την ευχαριστεί μιας και αποτελώ κομμάτι από τη σύντομη ζωή τους παιδιού της.

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η οικογένεια σημάδεψε όλο το νοσοκομείο με την απλότητα και την μοναδική συμπεριφορά της. Όλη αυτή η εμπειρία σε οδηγεί να δεις ότι, μέσα από την ανθρώπινη επαφή προσφέρεται παρηγοριά που αντανακλά το μεγαλείο της ψυχής του.