Το τέλος του πάρτι // Μουσικές για μόλις επιστρέψεις...

Όλα τα πάρτι είναι υπέροχα, ή τουλάχιστον, τα περισσότερα. Κόσμος πολύς (συνήθως) και το πιο εντυπωσιακό, κόσμος που δεν γνωρίζεις. 

«Δεν μου αρέσουν και πολύ αυτά, όντας μονόχνοτος άνθρωπος. Προτιμώ να περνάω τα Σάββατα μου βυθισμένος στα βιβλία, το αλκοόλ, τις μουσικές και τους καπνούς από τα τσιγάρα. Και εξάλλου, ποιος σηκώνεται τώρα να ντυθεί και να τρέχει εκεί; Άσε που έχει και κρύο έξω….» Αυτά σκεφτόμουν, από την άλλη όμως η υπόσχεση είχε δοθεί προς τον φίλο μου, που είναι γνωστός με τον οικοδεσπότη, οπότε έπρεπε να κάνω την εμφάνιση μου. 
(Όταν σου βγάζουν την ψυχή να κάνεις κάτι που δεν θέλεις, το καλύτερο είναι να ενδώσεις για να αποφύγεις τη γκρίνια και τις ερωτήσεις που οδηγούν σε άλλα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν: ας πάω για λίγο κι ας εξαφανιστώ μετά...)

Κράνος, τσιγάρα και για δώρο, ένα μπουκάλι ουίσκι - το αλκοόλ κολλάει άλλωστε σε κάθε κοινωνική μάζωξη, από γάμο μέχρι κηδεία. Η εμπειρία, φυσικά, μιλάει τώρα: η επιλογή δώρων ποτέ δεν ήταν το δυνατό μου σημείο...
Κατεβαίνω λοιπόν για να συναντήσω τον συμπαθέστατο κυριούλη -ιδιοκτήτη της κάβας στη γωνία- κι ο οποίος φαίνεται πάντα χρήσιμος στις δύσκολες νύχτες και χαμογελαστός, σαν να πρόκειται να πιούμε παρέα (το οποίο και δεν γίνεται ποτέ). 

Μετά από λίγη ώρα φτάνω στον αρχικό προορισμό μου. Το σπίτι είναι πολύ μεγάλο και με κήπο, από αυτά τα ωραία που ζηλεύεις, μάταια όμως, γιατί ποτέ δεν θα αποκτήσεις. Δεν βαριέσαι, ένα πάρτι είναι, λίγες ώρες θα διαρκέσει και μετά πίσω στο οικείο μου πέλαγος καπνού και βιβλίων. 

Ξεκινώ να περιφέρω τον εαυτό μου στον χώρο με αναγνωριστική διάθεση όπως τότε που ήμουν παιδί και μου άρεσαν τα πάρτι (μετά σταμάτησα).
Μουσική δυνατή και κόσμος πολύς.
Κάθομαι σε μία γωνία και ξεκινώ το αγαπημένο μου σπορ: παρατήρηση των ανθρώπων και σχηματισμός προφίλ, αναλόγως με το τι φοράει, τι πίνει, πώς κινείται και πώς μιλάει. Πλάκα έχει το πως μπορούν να κριθούν οι άνθρωποι, άδικα ίσως, αλλά η ζωή δεν είναι δομημένη με δικαιοσύνη και στη τελική ένα πάρτι είναι. Άσε που και αυτοί θα κάνουν το ίδιο, ίσως και χειρότερα, βλέποντας έναν τύπο να κάθεται και να χαζεύει, και πολύ λογικά θα αναρωτιούνται από που μπήκα. Οπότε με αυτή τη σκέψη και τη λογική ότι είμαστε ισοπαλία, συνεχίζω.
Παρατηρώ ακόμη τα λουλούδια του κήπου, τα τακούνια των κοριτσιών, τα φορέματά τους, την προσπάθεια των αγοριών να τα προσεγγίσουν, τον μπουφέ με τα φαγητά, τα ποτά, τα φώτα της πόλης. Τόσοι μαζεμένοι εκεί, ξένοι και γνωστοί, φωτογραφίες, χαμόγελα (άλλα ψεύτικα και άλλα αληθινά). 

Πίνω μερικά ποτά κι σκέφτομαι τον αέρα που φυσά και πως θα ξεπαγιάσω στη μηχανή επιστρέφοντας - ίσως καλύτερα να φύγω από τώρα. Σηκώνομαι για να χαιρετίσω το φίλο μου και να ευχηθώ στον οικοδεσπότη να τα χιλιάσει (ευχή δίχως νόημα, που τη δίνουμε για να μην μας πούνε γαϊδούρια. Σιγά μην με ξαναδεί άλλωστε.)
Μέσα στο συνωστισμό, το ποδοπάτημα και την προσπάθειά μου να τους βρω, ένα αεράκι που μοιάζει να είναι φτιαγμένο από ζάχαρη άχνη, χρυσόσκονη κι ένα ποτό πάνω στο πουκάμισό μου, τη σπρώχνει πάνω μου. «Συγγνώμη», λέει και νιώθω οργή μέχρι που κοιτώ τα μάτια της - εκεί σιωπή... Με ρωτάει αν λερώθηκα - φυσικά και ναι, αλλά τι σημασία έχει. Απολογείται ξανά, προσπαθεί να με καθαρίσει, της λέω πως δεν πειράζει κι ότι το ποτό έτσι κι αλλιώς δεν μου άρεσε οπότε με γλίτωσε από αυτό (ποτέ δεν μου άρεσε το μαρτίνι)...

Αναθεωρώ την αποχώρησή μου. Βρίσκω μια θέση κοντά της να καθίσω. Θέλω να μάθω το όνομά της, τι κάνει, που μένει, πως βρέθηκε στο πάρτι, αν πίνει καφέ, τι τρώει για πρωινό, γενικώς τα πάντα. Το κακό και δύσκολο της υπόθεσης, ότι είναι περιστοιχισμένη από επίδοξους εραστές και το ακόμα χειρότερο ότι κάποιος από αυτούς μπορεί και να είναι ο Ένας. Δεν πτοούμαι όμως - άλλωστε τι πειράζει οι 200 επίδοξοι εραστές να γίνουν 201;

Φτάνω δίπλα της και την ρωτάω: «Με θυμάσαι; Αν όχι, είμαι ο τύπος που μυρίζει μαρτίνι - ο μοναδικός, οι υπόλοιποι τα πίνουν τα ποτά τους δεν τα έχουν στα ρούχα τους!».  Γελά! Πιάνουμε κουβέντα. Εκπληκτική αίσθηση του χιούμορ, πράγμα το οποίο περίτρανα αποδεικνύει ότι είναι έξυπνη. Αυτό είναι νόμος. Καλό χιούμορ και εξυπνάδα πάνε παρέα. Αποδεικνύεται επίσης, για άλλη μια φορά, πως όταν έχει μυαλό «Αυτή», χάνεις εσύ το δικό σου, αλλά μια ζωή την έχουμε, δεν πειράζει. Και με λιγότερο μυαλό επιβιώνουμε, οι μέδουσες που δεν έχουν εγκέφαλο δηλαδή, πως τα έχουν καταφέρει τόσα εκατομμύρια χρόνια;

Ξαφνικά, η παρέα της την φωνάζει να φύγουν γιατί είχε περάσει η ώρα και πρέπει να πάνε κάπου άλλου. Το βράδυ της ποίησης τελικά, φαίνεται να τελειώνει άδοξα. Της είπα να περιμένει μια στιγμή για να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Η τύχη, όπως πάντα με το μέρος μου (ποτέ), ανακαλύπτω ότι το κινητό μου έχει κλείσει από μπαταρία και το δικό της είναι στην τσάντα της φίλης της, η οποία ήδη έχει επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο για να εξαφανιστούν στο άπειρο και άντε να τη βρεις μετά.

Τρέχω να βρω χαρτί και στυλό όπως κάναμε το ’80. Προϊόντα που εκλείπουν με το πέρας του χρόνου και καταλαβαίνεις πόσο σημαντικά είναι, τη στιγμή που η τεχνολογία αυτοκτονεί και σπάει πλάκα μαζί σου και εσύ πρέπει να πάρεις το τηλέφωνο της. Ρημαδιασμένα γκατζετάκια, μας έχουν καταστρέψει τη ζωή, και η μακαρίτισσα η γιαγιά μου, γελάει με σατανικό γέλιο. Μετά από 10 λεπτά ανασκαφών στο ξένο σπίτι βρίσκω τα πολεμοφόδια και της γράφω το νούμερό μου σε ένα χαρτάκι. Γύριζω εκεί που την άφησα αλλά έχει φύγει. Πανικός παντού. Άρχιζω το σαφάρι μήπως και εμφανιστεί πάλι από το πουθενά, όπως προηγουμένως, αλλά το αποτέλεσμα μηδέν. Χάθηκε για πάντα. (Δεν νομίζω να μου ξέφυγε κάποια άσχημη λέξη που δεν σκέφτηκα, σε οποιαδήποτε γλώσσα γνώριζα;)

Και τώρα πρέπει να φύγω κι εγώ σίγουρα - το νόημα της παρουσίας μου εδώ φαίνεται να εξαντλείται. Καβάλα στη μηχανή και δρόμο, να πάω σπίτι να κάνω αυτό που πολύ καλά ξέρω: βινύλια και βιβλία.

Μπαίνω σπίτι και σκέφτομαι πως κάποιος βρήκε στο δρόμο ένα χαρτάκι που γράφει: «ο λόγος που ήρθα στο πάρτι ήσουν εσύ, και μόνο το Μαρτίνι το ήξερε» συνοδευόμενο από τον τηλεφωνικό μου αριθμό. 
Κατάλαβες τώρα γιατί δεν πάω στα πάρτι;