The Winter is Always Dark // μουσικές για σκοτεινά βράδια μέσα στη λάμψη

The Winter is Always Dark //  μουσικές για σκοτεινά βράδια μέσα στη λάμψη

Ποτέ δεν μου άρεσε ο χειμώνας. Πολύ κρύο, αέρας, βροχές και το κυριότερο... σκοτάδι! Εκείνη όμως είχε διαφορετική άποψη. 

Ήταν ένα βράδυ του Νοέμβρη που καθόμουν στο μπαρ να πιω το συνηθισμένο ποτό, να ζεσταθώ λίγο, και ύστερα, να πάω στο σπίτι που με περίμενε το πέλαγος από βιβλία, τσιγάρα και άδεια μπουκάλια, που κάποια στιγμή θα μαζέψω. 
Σε κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα του μπαρ και μπήκε μέσα, εμφανώς παγωμένη αφού η θερμοκρασία ήταν μείον κάτι. Κάθισε στην άλλη γωνία του μπαρ και παρήγγειλε ένα πότο. Τα βλέμματα μας συναντήθηκαν για λίγο, ξαναχάθηκαν μέσα στα ποτήρια μας και πνίγηκαν στη θάλασσα του αλκοόλ. 
Η μουσική από πίσω να έπαιζε αργά, νωχελικά σαν να ήθελε να την αγνοήσουμε και να επικεντρωθούμε στις μεταξύ μας επαφές. Ωστόσο καμία όρεξη για κοινωνική συναναστροφή, εκατέρωθεν. 
Ξαφνικά ανάμεσα στους καπνούς, τις φωνές και τα ποτά δυο μάτια που λαμπύριζαν τρακάρανε με τα δικά μου. Δυο φορές σε σύντομο χρονικό διάστημα, δεν είναι τυχαίο. 
Για να είμαστε ακριβείς τίποτα δεν είναι τυχαίο. Η τύχη είναι απλά ένας ορισμός που συνηθίζουμε να δίνουμε όταν τα πράγματα μας πάνε καλά. Αλλά όταν δεν πάνε; Και αυτό τύχη μπορεί να είναι. 
Τέλος πάντων, οι φιλοσοφικές σκέψεις τρώνε χρόνο και τα μάτια από απέναντι είχαν ένα όνομα που έπρεπε να γίνει γνωστό. Το πέλαγος στο σπίτι και η φιλοσοφία πάντα μπορούν να περιμένουν για λίγο....
Πήρα το ποτήρι μου, που πλέον ήταν σχεδόν άδειο και πήγα δίπλα της. Κάθισα αφού έλαβα την άδεια και αρχίσαμε να μιλάμε. 
Δεν μου έρχεται στο μυαλό το περιεχόμενο της κουβέντας, αλλά θυμάμαι καθαρά το γέλιο της που ήταν τόσο δυνατό, όσο έπρεπε για να σκεπάσει την απέραντη θλίψη και ματαιότητα που είχε κουκουλώσει όλο μου το είναι. Γελάσαμε πολύ εκείνο το βράδυ στο μπαρ. Αφού τελειώσαμε τα ποτά μας, μου πρότεινε να τη συνοδέψω σπίτι της, μιας και ήταν αργά. Δεν αρνήθηκα και περπατήσαμε στο κρύο που πλέον δεν ήταν τόσο πολύ. Αντιπερισπασμός μάλλον, της αύρας της. Περπατήσαμε αρκετή ώρα, αλλά δεν πρόσεξα πόση. Δεν είχε σημασία. 
Φτάσαμε. Ανεβήκαμε την ξύλινη σκάλα για να φτάσουμε στον όροφό της. Αυτή προχωρούσε μπροστά (ίσως και επίτηδες) για να μπορώ να βλέπω την τέλεια φιγούρα της που ήταν αρμονικά τυλιγμένη στο μαύρο της φόρεμα. Έξω από το διαμέρισμα της, άνοιξε την μικρή της τσάντα και έβγαλε τα κλειδιά. Ξεκλείδωσε και μπήκαμε μέσα - ο χώρος είχε μια μυρωδιά από κανέλα, βανίλια και ένα εξωτικό θυμίαμα. Υπέροχη και τόσο γνώριμη μυρωδιά. Μα τι ηλίθιος! Τόση ώρα αυτό το άρωμα ήταν περίτεχνα σκορπισμένο στον άσπρο της λαιμό και ευωδίαζε όλο το μπαρ. 
Με μια κίνηση έβγαλε τις γόβες τις και έμεινε ξυπόλυτη. Με πήγε στο σαλόνι να μου δείξει τα ποτά και εγώ κοιτούσα τα πόδια της να περιφέρονται στο σπίτι, και το πάτωμα έμοιαζε να φτιάχτηκε ειδικά για εκείνη. 
Μου ζήτησε να σερβίρω δύο ποτά και να βάλω στο πικάπ ένα δίσκο να παίζει. Έπρεπε να βάλει κάτι πιο άνετο. Έβαλα δυο ουίσκι και διάλεξα ένα δίσκο από την συλλογή της. Είχε γούστο τελικά στη μουσική. Κάθισα στο καναπέ και περίμενα. Η αναμονή ήταν επίπονη. Ένοιωθα σαν να είμαι στην αίθουσα του ιατρείου. Ευτυχώς δεν άργησε πολύ....
Ήρθε φορώντας ένα μακρύ πουκάμισο μόνο. Τα μεταξένια πόδια της ήταν πλήρως εκτεθειμένα όπως ακριβώς και το μυαλό μου. Δεν προλάβαμε να τελειώσουμε το ποτό και ήρθε τόσο κοντά ξεκουμπώνοντας ένα ένα τα κουμπιά του πουκαμίσου της. 

Ξύπνησα το άλλο πρωί πολύ νωρίς. Κοιμόταν δίπλα μου με την πλάτη της να απλώνεται ελεύθερη, ακάλυπτη και βελούδινη. Και θυμήθηκα πόσο δίκιο είχε η Betty Davis που είχε πει ότι ένας γυμνός ώμος έχει περισσότερο γυμνό από ένα γυμνό κορμί... 
Ντύθηκα και έφυγα χωρίς να κάνω θόρυβο. Στο δρόμο γέλασα γιατί μύριζα κανέλα και βανίλια. Δεν θυμάμαι καλά το διαμέρισμα της και τις κουβέντες που είχαμε. Δεν ανταλλάξαμε τηλέφωνα και δεν ξέρω αν θα ξανασυναντηθούμε. Αλλά ξέρω πολύ καλά γιατί οι χειμώνες είναι πάντα σκοτεινοί.