Μέσα στο σκοτάδι: Όταν η απουσία της εικόνας φωτίζει την ουσία
2026-06-01
Υπάρχουν εμπειρίες που δεν βασίζονται σε όσα βλέπεις, αλλά σε όσα τελικά αισθάνεσαι. Μια τέτοια εμπειρία είχα την τιμή και την χαρά να ζήσω στα πλαίσια της δράσης "Διάλογοι στο Σκοτάδι", που διοργανώνεται από την ΑΜΚΕ "Με Άλλα Μάτια", τα έσοδα της οποίας πηγαίνουν για να στηρίξουν πανελλαδικά, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα εξοικείωσης με την αναπηρία "Δες τη ζωή Με Άλλα Μάτια στις σχολικές μονάδες όλων των βαθμίδων.
Στον ιδιαίτερο χώρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, βρεθήκαμε με την κόρη μου Σαβίνα, την Δευτέρα 25 Μαΐου 2026 σε ένα αμφιθέατρο που έμελλε να μετατραπεί σε πεδίο εσωτερικής παρατήρησης. Τα φώτα έσβησαν και το σκοτάδι απλώθηκε σχεδόν απόλυτα στον χώρο. Ένας ανεπαίσθητος φωτισμός σε ορισμένες γωνίες υπήρχε μόνο για να προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας στο κοινό. Εγώ, ωστόσο, επέλεξα να κρατήσω τα μάτια μου κλειστά καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης, θέλοντας να βιώσω όσο πιο αυθεντικά γίνεται αυτή την συνθήκη στέρησης της όρασης.
Καλεσμένες της βραδιάς ήταν οι γνωστές καλλιτέχνιδες στον χώρο της μουσικής και της τέχνης, Μάρθα Φριντζήλα και η Μαρία Παπαγεωργίου, σε μια απολαυστική συνομιλία με συντονιστή τον Βαγγέλη Αυγουλά, τυφλό δικηγόρο με εξειδίκευση στο Αστικό Δίκαιο και ιδρυτή και Πρόεδρο της ΑΜΚΕ Με Άλλα Μάτια.
Η Μαρία και η Μάρθα απαντούσαν κατά κύριο λόγο σε ερωτήσεις που τους έθετε ο Βαγγέλης, ο οποίος με το μοναδικό χιούμορ του έντυνε τη βαθυστόχαστη αυτή συζήτηση με χρώματα, ελαφρύνοντας το κλίμα όπου χρειαζόταν, κάνοντας έτσι το σκοτάδι να μοιάζει χαρούμενο και φωτεινό.
Ο διάλογος κινήθηκε κυρίως γύρω από την εικόνα και τη σημασία της στον σύγχρονο καλλιτεχνικό κόσμο. Πόσο περιοριστική είναι σήμερα για το κοινό; Πώς διαμορφώνει την πρόσληψη της τέχνης; Και φυσικά, πώς επηρεάζεται όλο αυτό από την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης, που επαναπροσδιορίζει την σχέση μας με την παραγωγή, την αναπαραγωγή και την αυθεντικότητα της εικόνας και του ήχου. Ακούστηκαν παραδείγματα που αφορούσαν την αισθητική των βίντεο κλιπ, την ζωντανή σκηνική παρουσία, την περιέργεια, μα και ανασφάλεια που φέρνει η ψηφιακή τεχνολογία, την αναπόσπαστη σύνδεση ήχου και μουσικής, αλλά και το πώς η μουσική ενός καλλιτέχνη είναι δυνατόν να ταυτιστεί με την φυσική του παρουσία. Οι καλεσμένες, αντλώντας από την δική τους πορεία και εμπειρία, υποστήριξαν και οι δύο πως αυθεντικός καλλιτέχνης είναι εκείνος που «ακούγεται», παρά «βλέπεται». Όμως, επειδή οι περισσότεροι από εμάς είμαστε αναπόφευκτα έρμαια της εικόνας, έχει επίσης σημασία το τι θα περάσεις στο κοινό με την εικόνα σου, για αυτό και υπογράμμισαν την ισχύ του ακτιβισμού που λανθάνει στις αποφάσεις ενός καλλιτέχνη, για το πού και πώς θα επιλέξει να εμφανιστεί.
Μέσα στο σκοτάδι, η ειρωνεία ήταν σχεδόν ποιητική: συζητούσαμε για την εικόνα, χωρίς να τη βλέπουμε. Και ίσως ακριβώς εκεί αποκαλύφθηκε η βαθύτερη διάστασή της. Όταν στερείσαι την οπτική πληροφορία, συνειδητοποιείς πόσο συχνά η εικόνα λειτουργεί ως φίλτρο, ως αντιπερισπασμός, ως προκατάληψη, κ.ο.κ. Χωρίς εκείνη, οι ιδέες και τα λόγια στέκονται γυμνά, ζητώντας να κριθούν μόνο από το περιεχόμενό τους.
Η επιλογή του σκοταδιού, λοιπόν, δεν ήταν ένα πρωτοφανές σκηνοθετικό εύρημα, μα η πεμπτουσία της εμπειρίας. Ήταν μια συνειδητή πρόσκληση-πρόκληση να εγκαταλείψουμε το προνόμιο της όρασης και να στραφούμε προς τις άλλες αισθήσεις μας, και έτσι να «δούμε» πραγματικά.
Με τα μάτια κλειστά αφουγκράστηκα τις παύσεις, τις ανάσες, τις δονήσεις, τις ενέργειες, τις διακυμάνσεις και την χροιά στην φωνή. Τότε οι λέξεις απέκτησαν χρώμα, χωρίς την συνοδεία εικόνων που συνήθως τις πλαισιώνουν ή τις ερμηνεύουν για εμάς. Μια διαφορετική προσέγγιση που κέντρισε το ενδιαφέρον μου, διότι έπιασα τον εαυτό μου να δημιουργώ εγώ τις εικόνες. Να φαντάζομαι τους τρεις συνομιλητές, την στάση και την γλώσσα του σώματός τους, τις εκφράσεις τους, το βλέμμα τους, τα ρούχα τους, όλα αυτά σε ένα παιχνίδι φαντασίας όπου έγινα πάλι παιδί, τότε που ονειροπολούσα χωρίς φραγμούς ή περιορισμούς. Συνειδητοποίησα ότι κρατώντας τα μάτια μου κλειστά, ένιωσα ότι άκουγα αλλιώς. Πιο καθαρά. Πιο εσωτερικά. Ήταν σαν η «σιωπή» του φωτός να δημιουργούσε τον απαραίτητο χώρο για να ακουστεί καλύτερα ο λόγος.
Μια υπενθύμιση ότι πολλές φορές χρειάζεται να αφαιρέσουμε κάτι για να αντιληφθούμε βαθύτερα όσα πραγματικά έχουν σημασία. Να κάνουμε χώρο μέσα μας για να μπορέσουμε να καλωσορίσουμε το καινούργιο, το φρέσκο, το διαφορετικό. Να βγούμε από την ζώνη άνεσής μας και να βιώσουμε εμπειρίες που ίσως αρχικά να μας ξενίσουν και να μας δυσκολέψουν, θα αποτελέσουν όμως πολύτιμο στοιχείο-εφόδιο τόσο για την εξέλιξή μας, όσο και για την καθολική συνειδητότητα της κοινωνίας.
Μετά την συζήτηση, ο λόγος δόθηκε και στο κοινό. Όσοι επιθυμούσαν να τοποθετηθούν ή να απευθύνουν ερωτήσεις, συστήνονταν πρώτα με το όνομά τους και ο Βαγγέλης τους παραχωρούσε τον λόγο. Ήταν κι αυτό ένα ξεχωριστό κομμάτι της εμπειρίας. Μέσα στο σκοτάδι προσπαθούσα ασυναίσθητα να «ζωγραφίσω» ένα πρόσωπο πίσω από κάθε φωνή, να σχηματίσω νοητά τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που μιλούσε, μόνο μέσα από τον τόνο, την χροιά και την εκφορά του λόγου του. Μια απορία που ειπώθηκε για την βιωματική εμπειρία του Βαγγέλη, αποτέλεσε ιδιαίτερη τροφή για σκέψη, όταν ο ίδιος έφερε ως παράδειγμα την επίσκεψη ενός τυφλού ατόμου στο σουπερμάρκετ.
Πώς μπορεί να εξυπηρετηθεί αυτόνομα, όταν κάτι τόσο απλό όπως η συμπερίληψη της γραφή Μπράιγ απουσιάζει από τις συσκευασίες των προϊόντων; Η απουσία αυτής της στοιχειώδους πρόβλεψης δεν αποτελεί απλώς μια πρακτική δυσκολία, αλλά έναν ξεκάθαρο αποκλεισμό που βιώνει η κοινότητα των τυφλών από κάτι που μοιάζει αυτονόητο, για να μην πω δεδομένο, στους υπολοίπους μας. Μια ακόμη υπενθύμιση ότι η συμπερίληψη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά μια σειρά από συγκεκριμένες, καθημερινές επιλογές και πράξεις που διαμορφώνουν το δικαίωμα όλων στην αυτονομία και κοινωνική συνύπαρξη.
Η κορύφωση της βραδιάς πραγματοποιήθηκε στο κλείσιμο, όπου οι φωνές των δύο καλλιτεχνίδων ενώθηκαν με εκείνες του κοινού για να τραγουδήσουν το «Με το βοριά», δημιουργώντας ένα κύμα μελωδίας που απλώθηκε από άκρη σε άκρη σε όλο το αμφιθέατρο και μας πλημμύρισε με γλυκά, μα και ελαφρώς μελαγχολικά συναισθήματα. Η επιλογή του τραγουδιού δεν ήταν καθόλου τυχαία, καθώς τα άτομα που βρίσκονται πίσω αυτό, ο Γιώργος Ζαμπέτας στην σύνθεση, ο Δημήτρης Χριστοδούλου στους στίχους, και ο Στέλιος Καζαντζίδης με την συνοδεία της Μαρινέλλας στην ερμηνεία, αν και – πλέον – δεν βρίσκονται εδώ ανάμεσά μας, αποτέλεσαν όλοι τους θεμελιώδεις πυλώνες της ελληνικής μουσικής ιστορίας.
Τραγουδώντας από κοινού έτσι αυτό το τραγούδι, πέρα από απόδοση φόρου τιμής στο έργο σπουδαίων καλλιτεχνών του παρελθόντος και υπόμνηση του λαβάρου της κληρονομιάς που κρατούν εκείνοι του παρόντος και του μέλλοντος για την ελληνική μουσική παράδοση, ήταν και λαμπρή απόδειξη ότι η μουσική είναι ένα ύψιστο αγαθό που ενοποιεί οικουμενικά την ανθρωπότητα.
Φεύγοντας από το αμφιθέατρο, τα συναισθήματά μου ήταν ξεκάθαρα: ένιωσα μια
γαλήνια αφύπνιση, μια αίσθηση ανθρωπιάς και σύνδεσης στο τώρα. Το εγχείρημα αυτόπετυχαίνει τον σκοπό του με τον απλό τρόπο του σβησίματος των φώτων. Μέσα από αυτή την παροδική στέρηση της αίσθησης της όρασης βουτάμε για λίγο σε αυτόν τον διαφορετικό κόσμο χιλιάδων άλλων συνανθρώπων μας και βιώνουμε για λίγο την πραγματικότητα κυριολεκτικά μέσα από τα μάτια τους. Και αν και η απώλεια της όρασης που είχα απόψε ήταν προσωρινή, γέννησε σκέψεις και συναισθήματα που θα τα κουβαλάω διαρκώς μαζί μου από εδώ και πέρα. Για το πόσο απλά, μα ριζικά, μπορούμε να σπάσουμε τον κλοιό της εικόνας, και να πάψουμε να της επιτρέπουμε να καθορίζει εξολοκλήρου την αντίληψή μας. Για το πώς μπαίνοντας ο ένας στη θέση του άλλου καταφέρνουμε να συνδεθούμε ουσιαστικά και να αποδείξουμε ότι είμαστε ένα. Και για το χρέος που έχουμε να κάνουμε τον κόσμο μας ασφαλή, δίκαιο και συμπεριληπτικό για όλους.
Μερικές φορές, τελικά, το σκοτάδι δεν σε περιορίζει. Σε βοηθά να «δεις» διαφορετικά.
«Έχω μάθει ότι οι άνθρωποι θα ξεχάσουν τι είπες, θα ξεχάσουν τι έκανες, αλλά δεν θα ξεχάσουν ποτέ πώς τους έκανες να νιώσουν»
~Μάγια Αγγέλου~
© Γιώργος Νίκας
Κείμενο - Μαρία Μιχαλινού - Σαβίνα Σπυροπούλου
Φωτογραφίες: Μαρία Μιχαλινού