«Υπό Εξέταση» με τον Χρήστο Λιακόπουλο

«Υπό Εξέταση» με τον Χρήστο Λιακόπουλο

Η άκρως επιτυχημένη παράσταση στο θέατρο Αλκμήνη, που μετρά ήδη τον τρίτο χρόνο ζωής της και αφορά στο δύσκολο είδος του θεατρικού μονολόγου, μας ώθησε να συνομιλήσουμε με τον συγγραφέα και ερμηνευτή της, Χρήστο Λιακόπουλο.

Ο μονόλογος αφορά στην ταραχώδη ζωή του φιλέλληνα και λάτρη του Ελληνικού Πνεύματος, Αυτοκράτορα Αδριανό, ο οποίος προσπαθούσε να μεταλαμπαδεύσει την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία σε όλο τον κόσμο, ενώ υποστήριζε θερμά τις τέχνες και τα γράμματα.

Μίλησέ μας για τον αυτοκράτορα Αδριανό. Τι σε ενέπνευσε για να γράψεις αυτό το έργο;

Η έμπνευση προέκυψε εξαιτίας ενός «τυχαίου» γεγονότος. Είχα κληθεί από τον διευθυντή του Νομισματικού και Επιγραφικού Μουσείου Αθηνών, με αφορμή την παρουσίαση στο κοινό μιας συλλογής Ρωμαϊκών νομισμάτων, να διαβάσω αποσπάσματα από το ποίημα του Φερνάντο Πεσσόα, Αντίνοος και από ένα αφήγημα, που αφορούσαν στην σχέση του Αδριανού με τον νεαρό αυτόν Έλληνα της Μικράς Ασίας. Η όλη εκδήλωση με άγγιξε ιδιαίτερα και με την παρότρυνση κάποιων παρευρισκομένων σε αυτήν, άρχισα να διαβάζω για τον συγκεκριμένο Αυτοκράτορα. Παρατήρησα ότι είχαμε κοινή θέαση του κόσμου και αρκετά κοινά σημεία στο χαρακτήρα (έτσι όπως αντιλήφθηκα εγώ το χαρακτήρα του), ενθουσιάστηκα και άρχισα να γράφω τον μονόλογό μου.

Ποιες είναι οι δυσκολίες του να κάνει κάποιος θεατρικό μονόλογο; Τι γίνεται στην περίπτωση που ξεχάσει κάτι;

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σε έναν θεατρικό μονόλογο είναι να πλήξει το κοινό και να κοιτάει το ρολόι πότε θα περάσει η ώρα. Πρέπει και το κείμενο και η σκηνοθεσία αλλά ακόμα περισσότερο η υποκριτική δεινότητα του ηθοποιού να είναι τέτοιες, που το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους να είναι άρτιο και ιδιαιτέρως ενδιαφέρον.

Το να ξεχάσει κανείς κάτι εν ώρα παράστασης είναι συχνό φαινόμενο στο θέατρο. Στον μονόλογο όμως δεν υπάρχει κανείς άλλος να καλύψει το κενό οπότε έγκειται στην ικανότητα, ετοιμότητα και πείρα του ερμηνευτή να συνεχίσει την παράσταση με κάθε τρόπο.

Πες μας τη χειρότερη και την καλύτερη στιγμή που έχεις ζήσει ως τώρα στη θεατρική σου πορεία;

Κάθε φορά που καλούμαι να ενσαρκώσω έναν ρόλο προσπαθώ να δίνω, και δίνω, τον καλύτερο μου εαυτό οπότε δεν έχω νιώσει να έχει υπάρξει χειρότερη ή καλύτερη στιγμή στη θεατρική μου πορεία. Μπορώ όμως να πω, πως επειδή αυτός ο μονόλογος είναι εντελώς δικό μου δημιούργημα, από τη συγγραφή του, τη σκηνοθεσία (με τη βοήθεια της Αναστασίας Μαρκουτσά την πρώτη χρονιά), τη μουσική επιλογή, τους φωτισμούς (με τη βοήθεια της Αναστασίας Μαρκουτσά την πρώτη χρονιά) μέχρι την ενσάρκωση του Αδριανού επί σκηνής, μου δίνει μέγιστη ικανοποίηση.

Πώς βλέπεις την ύπαρξη τόσων θεάτρων και θεατρικών χώρων στην Αθήνα; Είναι βιώσιμοι; Και από την άλλη μεριά έχουν ποιότητα;

Παλαιότερα θεωρούσα, όπως πολύς κόσμος, πως δεν είναι κάτι καλό, υπό το πρίσμα της προσέλευσης του κοινού. Όταν υπάρχουν τόσες πολλές σκηνές πώς να πληροφορηθεί γι’ αυτές και πού να πρωτοπάει ο θεατής; Αργότερα σε μία συζήτηση που είχα με έναν Βρετανό ατζέντη θεατρικών έργων πληροφορήθηκα πως στο Λονδίνο για να νοικιάσεις αίθουσα ώστε να κάνεις πράξη το όνειρό σου -ακόμα κι αν αυτή βρίσκεται στην πίσω αυλή ενός μπαρ- το κόστος είναι τόσο υψηλό που γίνεται απαγορευτικό, με αποτέλεσμα πολλοί ηθοποιοί να «ασφυκτιούν» μη μπορώντας να πραγματώσουν αυτό που τόσο αγαπούν. Συνειδητοποιώντας τότε πως κι εγώ πιθανόν να μη μπορούσα να δώσω σάρκα και οστά στο έργο μου «Αυτοκράτωρ Αδριανός» αν στη χώρα μας δεν είχαμε αυτή την ευχέρεια, άλλαξα γνώμη και θεωρώ πως η ύπαρξη πολλών θεατρικών χώρων είναι ευχής έργον. Από ’κει και πέρα, επαφίεται στη δυνατότητα και το κριτήριο του κάθε θεατή να επιλέξει αυτό που τον αντιπροσωπεύει.

Υπάρχει σύμφωνα με τη γνώμη σου μόδα στο ρεπερτόριο κατά καιρούς;

Έχω την εντύπωση πως ναι, υπάρχει.

Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με αυτόν τον χώρο;

Αυτό που έψαχνα από παιδί, αλλά και στη συνέχεια, ήταν να «σκάψω» μέσα μου να βρω ποιος πραγματικά είμαι και μόλις το ανακαλύψω να το βγάλω στην επιφάνεια. Δηλαδή να πραγματώσω τον αληθινό μου εαυτό. Ένας από τους τρόπους εύρεσης τού αληθινού Χρήστου ήταν να «παίζω» ρόλους. Όταν έβλεπα κάποιο πρόσωπο και μου άρεσε ο τρόπος που λειτουργούσε, αντέγραφα για κάποιο διάστημα τη συμπεριφορά του για να δω πως θα νιώσω. Είχα ήδη ανοίξει το δρόμο για την τέχνη του ηθοποιού.

Το να παρακολουθήσεις παραστάσεις συναδέλφων σε χαλαρώνει ή το βλέπεις σαν προέκταση της δουλειάς; Με άλλα λόγια όταν ασχολείσαι με μια τέχνη μπορείς να διατηρήσεις την πρωταρχική σου συγκίνηση ή αναιρείται αυτό εξ ορισμού;

Σε μένα συμβαίνουν και τα δύο. Παρακολουθώ την κάθε παράσταση σαν απλός θεατής. Ταυτόχρονα όμως δε μπορώ να απαλλαγώ από τις γνώσεις, την εκπαίδευση και την εμπειρία μου στην τέχνη αυτή. Μόλις δω κάτι που δε μου αρέσει σκέφτομαι τι μπορεί να φταίει γι’ αυτό και τι θα έκανα εγώ για να το διορθώσω. Παρ’ όλα αυτά η πρωταρχική μου συγκίνηση εξακολουθεί να υπάρχει και είναι ακόμα πιο έντονη.

Ποιο μέρος της Αθήνας σε εμπνέει περισσότερο;

Το σμίξιμο της θάλασσας με τον ουρανό βλέποντας τον ορίζοντα από τα παράκτια μέρη του Πειραιά, όλοι οι αρχαιολογικοί μας χώροι και κάθε μέρος που εκπέμπει γραφικότητα και ρομαντισμό.