Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μιλά για το ραδιοφωνικό του έργο «Οι Δελφίνοι ή Καζιμίρ και Φιλιντόρ»

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μιλά για το ραδιοφωνικό του έργο «Οι Δελφίνοι ή Καζιμίρ και Φιλιντόρ»

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος δε χρειάζεται συστάσεις, είναι ένας σκηνοθέτης με πολλές επιτυχίες στο βιογραφικό του. Μάλιστα πριν αρκετά χρόνια είχε σκηνοθετήσει για λογαριασμό του Τρίτου Προγράμματος το έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο «Να ντύσουμε τους γυμνούς». Δραστήριος και με έντονο το στοιχείο του πειραματισμού, δεν επαναπαύτηκε στις συνθήκες εγκλεισμού. Αντίθετα, έγραψε ένα έργο με τίτλο «Οι Δελφίνοι ή Καζιμίρ και Φιλιντόρ», το οποίο θα παρουσιαστεί στις 14 Ιουνίου 2021, ημέρα Δευτέρα κι ώρα 19:00. Εμείς συνομιλήσαμε μαζί του για την σκηνοθετική αλλά και τη συγγραφική ενασχόλησή του, αλλά και για το τι σημαίνει για έναν καλλιτέχνη να πατά αναγκαστικά pause στην καθημερινότητά του.

 

Το έργο «Οι Δελφίνοι ή Καζιμίρ και Φιλιντόρ» δεν είναι αμιγώς κωμωδία παρεξηγήσεων – είναι και αυτό. Δεν είναι αμιγώς κωμωδία, ούτε δράμα – μάλλον κάπου ενδιάμεσα κινείται. Μου αρέσει πολύ να παίζω με τις θεατρικές φόρμες. Μάλλον θα έλεγα ότι είναι η κωμωδία του «παίρνω πολύ σοβαρά τον εαυτό μου».

Το κείμενο είναι ένα εργαλείο που συντελεί στην πραγμάτωση μιας παράστασης. Όταν θέλω να επικοινωνήσω κάποια πράγματα, τα οποία όμως δε βρίσκω σε κάποιο έργο καταφεύγω στη συγγραφή.Δεν είναι η πρώτη φορά που καταπιάνομαι με τη συγγραφή. Έχω γράψει για παιδικό θέατρο αλλά κι όπερες. Το πρώτο παιδικό έργο που γράψαμε μαζί με την κα Ξένια Καλογεροπούλου ήταν πριν από περίπου 27 χρόνια. Λίγο πριν είχα κάνει το «Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει», ένα μουσικό έργο σε μουσική του Νίκου Κυπουργού. Υπάρχει δηλαδή μια διαδρομή.

Για μένα η συγγραφή συγγενεύει με τη μετάφραση και τη διασκευή. Η μετάφραση κι η διασκευή προετοιμάζουν τη συγγραφή. Η διασκευή φέρει μια δραματουργική άποψη, το άτομο δηλαδή που ασχολείται δίνει το στίγμα του μέσα από αυτή. Ναι μεν είναι η αναδόμηση ενός υπάρχοντος υλικού, αλλά παράλληλα είναι κάτι παραπάνω, θυμίζει τη διαδικασία του μοντάζ μιας ταινίας.

Ο όρος δελφίνος αφορά στον υποψήφιο για τη διαδοχή  του θρόνου. Ως όρος έχει τις ρίζες του στο Μεσαίωνα. Οι διάδοχοι λοιπόν του θρόνου στο σήμερα έχουν το ρόλο του «διεκδικητή». Την όψιμη εποχή του ΠΑΣΟΚ ο όρος επανήλθε και στην ελληνική πολιτική – δελφίνοι ήταν οι υποψήφιοι διάδοχοι του Ανδρέα Παπανδρέου στην ηγεσία του κόμματος.

Το έργο είναι ουσιαστικά μια παραβολή, έχει συμβολικό χαρακτήρα. Οι ήρωες δεν είναι οι ευγενείς, είναι δύο άνθρωποι που όλη τους τη ζωή περιμένουν να γίνουν «κάτι». Μόνο που αυτό το «κάτι» δεν έρχεται ποτέ. Θα μπορούσαν να είμαστε κι εμείς – ο καθένας μας θα αναγνωρίσει τον εαυτό του σε στιγμές.Το μεγάλο ζήτημα είναι εάν αυτό το «κάτι» που θέλουμε να γίνουμε είναι ορισμένο από εμάς τους ίδιους ή τους άλλους. Είναι δηλαδή ένα υπαρξιακό έργο.

Το οξύμωρο στο έργο αυτό είναι πως οι δύο ήρωες δεν επικοινωνούν, ενώ συζητούν με τις ώρες. Ουσιαστικά παίζουν με τις λέξεις. Και νομίζω αυτή η αδυναμία επικοινωνίας είναι γνώριμη σε όλους μας, κακά τα ψέματα.

 

Το θέμα της αναμονής στους «Δελφίνους» προέρχεται από ένα μεγάλο θεατρικό έργο, το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σ.Μπέκετ. Το έργο γράφτηκε εν μέσω καραντίνας όπου αυτή η αναμονή δημιούργησε την ανάγκη να είμαι δημιουργικός. Ήταν ένας τρόπος να διασκεδάσω λίγο και τους φόβους μου. Από το «και τώρα τι;» που ήταν η αντανακλαστική σκέψη με το άκουσμα της πρώτης καραντίνας, κατέληξα στο να γράψω ένα έργο με δύο ανθρώπους να συνομιλούν ατελείωτα. Η όλη διαδικασία της συγγραφής λειτούργησε εντελώς ανακουφιστικά, σχεδόν ψυχοθεραπευτικά. Εκ των υστέρων αναγνωρίζω πως οι ήρωες είναι εγώ, δηλαδή με το έργο αυτό σαρκάζω εμένα. Το να γελάς με τα χάλια σου σε κάνει να νιώθεις καλύτερα.

Η δουλειά που κάνω με αναγκάζει να είμαι συνεχώς με πολύ κόσμο. Ως σκηνοθέτης είμαι σε μόνιμη επικοινωνία με τους άλλους, προσπαθώντας να εκφράσω τις ιδέες μου μέσω των άλλων. Κι αυτό από μόνο του μπορεί να είναι πολύ στρεσογόνο. Αυτό βέβαια το κατάλαβα εκ των υστέρων – ότι είχα, δηλαδή, ανάγκη να μείνω με τον εαυτό μου. Με την καραντίνα λοιπόν και τον εγκλεισμό συνειδητοποίησα ότι παρόλο που δε σκηνοθετούσα παραστάσεις, ήμουν δημιουργικός. Η δημιουργικότητα δηλαδή μπορεί να εκφραστεί με διαφορετικούς τρόπους. Εκτός από τη συγγραφή του θεατρικού έργου – που πιο πολύ πειραματικά συνέβη παρά επί τούτου – βρήκα χρόνο για να διαβάσω περισσότερο, αλλά και να μην κάνω τίποτα. Ο χρόνος της σιωπής ήταν σημαντικός – φλέρταρα με το «τίποτα» και συνειδητοποίησα ότι είναι πολύ κατευναστικό. Νομίζουμε ότι επειδή είναι κενό αυτό το «τίποτα» είναι κι επώδυνο, αλλά στην ουσία είναι μια ξεκούραση από το πολύ. της εποχής που ζούμε, της υπερπληροφόρησης. Το θέμα είναι τι κάνουμε με αυτή. Ακόμη και στο θέατρο υπάρχει μεγάλη πληθώρα παραστάσεων, ίσως παραπάνω απ' ό,τι κατ’ ουσίαν χρειαζόμαστε.

Η πανδημία δεν ξέρω αν θα μας μάθει κάτι, δεν είμαι τόσο αισιόδοξος. Υπάρχει η αισιόδοξη πλευρά που υποστηρίζει πως η πανδημία ήταν ένα μάθημα, αλλά κι η απαισιόδοξη πως όλο αυτό ήταν μια «καταστροφή». Προσωπικά δεν θεωρώ ότι ισχύει κάτι από τα δύο. Οι ουσιαστικές μεταβολές, άλλωστε, συμβαίνουν πολύ αργά. Το σίγουρο είναι ότι δε μαθαίνουμε από τα λάθη μας, μάλλον κύκλους θα έλεγα ότι κάνουμε. Μπορεί από την πανδημία μεμονωμένα άνθρωποι να πήραν μαθήματα ζωής, όμως η κοινωνία στο σύνολό της αμφιβάλλω, εξακολουθεί να κινείται σαν κοπάδι. Ένα δέντρο μεγαλώνει, όμως εμείς δε μπορούμε να εντοπίσουμε ακριβώς το χρονικό διάστημα που συμβαίνει αυτό. Έτσι συμβαίνει και στη ζωή – απαιτείται χώρος και χρόνος για να αναπτυχθούν τα πράγματα. Να αφήσεις, δηλαδή, τον έλεγχο στη φύση.

Ο μεγαλύτερος εφιάλτης των δύο ηρώων θα ξεκινούσε αν ένας από τους δύο γινόταν βασιλιάς. Κυρίως επειδή τα όνειρα του ενός θα γίνονταν πραγματικότητα με αποτέλεσμα να πρέπει να επαναπροσδιορίσει τα όνειρά του. Κι αυτό είναι αρκετά επίπονο, δεδομένου ότι κι οι δύο έχουν χτίσει όλη τους τη ζωή πάνω στην αναμονή αυτή, της ανάληψης εξουσίας.

Η ταυτότητα των ηρώων είναι η ταυτότητα του ανθρώπου που «θα κάνει κάτι» όχι του ανθρώπου που «είναι κάτι». Κι αυτό προσωπικά μου είναι οικείο. Όντας μαθητής Δημοτικού ευχόμουν να πάω στο Γυμνάσιο και το Λύκειο κι όταν έφτασα σε αυτές τις βαθμίδες σκεφτόμουν την εισαγωγή μου στο Πανεπιστήμιο. Κι αυτό συνέβαινε για πολλά χρόνια ώσπου κάποια στιγμή διαπίστωσα ότι δεν μένουν πολλά «θα», οπότε στράφηκα στο τώρα. Αυτή τη σχέση με το παρόν προσπάθησα να αποτυπώσω και μέσα στο έργο.

Οι άνθρωποι ξεχνάμε εύκολα. Προτιμάμε να προσκολλόμαστε στα μικροπράγματα της καθημερινότητας, το οποίο ενίοτε είναι κι ανακουφιστικό, αλλά παράλληλα μας οδηγεί στο να χάνουμε τη μεγάλη εικόνα. Ειδικά μες στην καραντίνα αυτό έγινε αντιληπτό καθώς μας απασχολούσε το εάν με τις επαφές που είχαμε κολλήσαμε ή όχι κορωνοϊό. Ήμασταν δηλαδή επικεντρωμένοι στο απόλυτο παρόν, εν αναμονή ενός νέου, είτε ευχάριστου είτε δυσάρεστου. Κάναμε παύση δηλαδή στη ζωή μας. Κι η έλευση του νέου ουσιαστικά σηματοδοτούσε μια επανεκκίνηση.

Έχω την πεποίθηση πως τη ζωή δεν πρέπει να την καταλάβουμε, αλλά να τη ζήσουμε. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως δεν πρέπει να την καταλάβουμε για να τη ζήσουμε, αλλά να τη ζήσουμε για να την καταλάβουμε. Οι ήρωες του έργου φαντάζονται το πώς είναι να είσαι βασιλιάς, δεν το έχουν βιώσει. Όμως η ζωή δε βασίζεται σε βεβαιότητες ούτε σε υποθέσεις, αλλά σε ανατροπές. Κι εκεί που εσύ χτίζεις, έρχεται μια ανατροπή κι εσύ πρέπει να ξαναχτίσεις κι αυτό συμβαίνει συνεχώς. Το πιο σταθερό πράγμα που υπάρχει είναι αυτή η μόνιμη αλλαγή. Κι ίσως κάποιους να τους τρομάζει αυτή η ρευστότητα. Κι εμένα με τρόμαζε – η δουλειά που κάνω άλλωστε σε κάνει να νιώθεις σα μικρός θεός που φτιάχνει μικρά σύμπαντα είτε μέσω της σκηνοθεσίας είτε της συγγραφής.

Μια ραδιοφωνική θεατρική παράσταση έχει διαφορές από την ζωντανή θεατρική παράσταση. Ουσιαστικά πρόκειται για μια διαδικασία μετάφρασης της θεατρικής γλώσσας ενός έργου που έχει γραφεί για να παρασταθεί σε ένα ηχητικό είδος. Κάποια στοιχεία, λοιπόν, στη ραδιοφωνική παράσταση ενδυναμώνονται όπως ο ρυθμός, οι εναλλαγές – κάποια άλλα όπως η ύπαρξη της εικόνας πρέπει να παρουσιαστούν με έναν διαφορετικό τρόπο. Στο έργο συμμετέχουν στο ρόλο του Καζιμίρ ο Γιώργος Χρυσοστόμου, στο ρόλο του Φιλιντόρ ο Θάνος Λέκκας  και στο ρόλο του υπηρέτη ο Θανάσης Δήμου.

 

Το ραδιοφωνικό θέατρο δεν ξέρω αν μπορεί να βρει μια θέση στη σημερινή καλλιτεχνική πραγματικότητα. Παλιά το ραδιοφωνικό θέατρο είχε θέση στη ζωή του κοινού – ήταν ένας τρόπος επαφής με το θέατρο. Σήμερα όμως στην εποχή της εικόνας που κι η τηλεόραση έχει χάσει την αίγλη της, δεν ξέρω αν έχει νόημα. Ακόμη και για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας έχει νοσταλγικό χαρακτήρα. Ο κόσμος σήμερα, δεν έχει σχέση με το ραδιόφωνο, δεν το προτιμά ως μέσο. Πλέον ο εγκέφαλος από το πολύ σκρολάρισμα λειτουργεί διαφορετικά. Υπάρχει ολόκληρο φαινόμενο, “hypertextual reading” λέγεται, που δε μπορείς να διαβάσεις συγκεντρωμένος ένα κείμενο. Επομένως δεν ξέρω κατά πόσο είναι εφικτό για έναν άνθρωπο να κάτσει επί μιάμιση ή δύο ώρες να ακούσει μια παράσταση. Παρόλα αυτά, ήταν μια σημαντική πρωτοβουλία για μια επιστροφή σε οικεία μονοπάτια. Το σημαντικό είναι να αντιλαμβανόμαστε την εποχή που ζούμε και τις επιταγές της, να προσαρμοζόμαστε σε αυτές, αλλάζοντας ό,τι μπορεί να αλλαχθεί.

Τι σημαίνει «ονειρεύομαι να γίνω κάτι»; Κι αν αυτό το «κάτι» είναι λάθος; Ο άνθρωπος είναι ενωμένος με τη ματαίωση. Και μόνο που γνωρίζει την ύπαρξη του θανάτου άρα και το τέλος της ζωής του, σημαίνει πως πρέπει να ξεπεράσει το φόβο. Ο πιο αστείος αλλά ταυτόχρονα ο πιο μεγάλος φόβος είναι ο φόβος του φόβου. Καμιά φορά όταν συμβεί το όποιο κακό, αντιλαμβάνεσαι πως τελικά δεν είχε τον ίδιο αντίκτυπο με αυτόν που φοβόσουν.

Το έργο είναι ένα σχόλιο πάνω στο μέρος της ευθύνης του καθενός μας. Είμαστε πολιτικά και κοινωνικά όντα με ευθύνη. Η συλλογικότητα είναι για μένα μια έννοια σε διαρκή επαναδιαπραγμάτευση – χωρίς την ομάδα στο θέατρο δεν έχεις αποτέλεσμα. Το μαζί είναι μια πολύ σημαντική λειτουργία. Δεν ξέρω όμως αν επιτυγχάνεται. Πολλές φορές εξιδανικεύουμε το μαζί σε κάτι που μπορεί να συμβεί χωρίς ιεραρχία. Δυστυχώς η ιστορία δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει μια τέτοια συνθήκη. Από την άλλη πολλές φορές στο όνομα της συλλογικότητας έχουμε οδηγηθεί σε τρομερούς αυταρχισμούς. Με το κίνημα #Metoo νομίζω ότι ανέκυψε ένα σημαντικό ζήτημα, εκείνο των ορίων. Τα όρια πρέπει να επαναπροσδιορίζονται διαρκώς κι ο καθένας μας να κάνει την αυτοκριτική του σε τακτική βάση.

Αυτό που μ’ ενόχλησε από όλη αυτήν την ιστορία είναι ο τρομακτικός εγωκεντρισμός που εμφανίσαμε. Ο καθένας μας νόμιζε ότι βίωνε μια προσωπική τραγωδία με τον κορωνοϊό. Όπως ένα άλλο πρόβλημα είναι η άρνηση κάποιων επιστημονικών δεδομένων κι η άρνηση ανάληψης ευθύνης. Ο καθένας μας είναι μια συνιστώσα της, άρα φέρει κι ευθύνη για τις επιλογές του είτε στην ψήφο του είτε στην καθημερινότητά του. Το μεγάλο μάθημα ήταν πως δεν είμαστε τόσο δημοκρατικοί όσο θέλουμε να λεγόμαστε. Όταν υπάρχει μια επιθετικότητα από κάποιους ανθρώπους στον τρόπο συμπεριφοράς, αυτό είναι φασισμός. Δε μπορούμε δυστυχώς ούτε να συμμορφωθούμε, ούτε να συνεργαστούμε. Δεν αναιρώ την αποτυχία των πολιτικών χειρισμών να αντιμετωπίσουν αυτή την κρίση που βιώσαμε. Όμως το ζήτημα είναι το πώς αντιλαμβανόμαστε το ρόλο του πολίτη με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Στη συνθήκη αυτή που βιώσαμε επιδοθήκαμε σε μια ακατάσχετη, ανούσια φλυαρία – όλοι είχαμε γνώμη, την οποία εκφράζαμε μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς όμως να λέμε ουσιαστικά κάτι.

Τα προσεχή μου σχέδια; Ν’ ανέβουν του χρόνου σε κάποια σκηνή οι «Δελφίνοι».

 

Ευχαριστούμε από καρδιάς το Θωμά Μοσχόπουλο για το χρόνο του κι ελπίζουμε να δούμε σύντομα σε κάποια σκηνή δουλειά του!

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.