Ο σκηνοθέτης Ανδρέας Ανδρέου στο deBόp

Ο σκηνοθέτης Ανδρέας Ανδρέου στο deBόp

Σάββατο πρωί στο Bios, λίγο πριν τις τελευταίες πρόβες και μια ανάσα πριν την πρεμιέρα της παράστασης «Ένας αριθμός» την οποία σκηνοθετεί, συναντήσαμε τον Ανδρέα Ανδρέου και μιλήσαμε για όλα αυτά που αξίζει να μάθετε και να τον γνωρίσετε λίγο καλύτερα... 

Από το σχολείο ακόμα συμμετείχα σε παραστάσεις. Με ενδιέφερε πολύ. Ενώ σπούδασα Κλασσική Φιλολογία στο King’s College στο Λονδίνο, διατήρησα τη σχέση μου με το θέατρο συμμετέχοντας σε θεατρικές ομάδες και παραστάσεις  εντός του πανεπιστημίου. Ακολούθησε ένα μεταπτυχιακό στη RADA (Royal Academy of  Dramatic Art),  το οποίο συνδύαζε σκηνοθεσία, δραματολογία, δημιουργική γραφή και υποκριτική. Είχα αποφασίσει πλέον ότι ήθελα να ασχοληθώ επαγγελματικά με το θέατρο. Τότε ξεκίνησα να συμμετέχω και σε κάποιες παραστάσεις  στο Λονδίνο, εκτός πανεπιστημίου, σε φεστιβάλ. Έπειτα, γύρισα στην Ελλάδα όπου ασχολήθηκα με τη σκηνοθετική επιμέλεια και τη σκηνοθεσία παραστάσεων.

Έχω δουλέψει πάνω σε διαφορετικά είδη θεάτρου, από όπερα μέχρι παιδικό, σύγχρονο και αρχαίο δράμα. Ήθελα να μάθω τη δουλειά κοντά σε ανθρώπους επαγγελματίες. Ενδεικτικά θα αναφέρω τη συνεργασία μου με τη Μαρία Πρωτόπαππα στη  «Γλυκιά τυραννία του Οιδίποδα» στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, με το Θοδωρή Γκόνη σε πολλές παράστασεις, με το Μάνο Καρατζογιάννη, τη Ζωή Χατζηαντωνίου και πολλούς άλλους και οπωσδήποτε τον Daniel Wetzel των Rimini Protokoll με τον οποίο συνεργάζομαι τα τελευταία χρόνια, με πιο πρόσφατη τη συνεργασία μας στο Bubble Jam.

 

Τι είναι το Bubble Jam; Το Bubble Jam είναι μια διαδραστική παράσταση στην οποία συμμετέχω ως καλλιτεχνικός συνεργάτης στην επεξεργασία του κειμένου. Πρόκειται για τη δεύτερη συνεργασία μου με τους Rimini Protokoll και τον Daniel Wetzel – τον έναν από τους τρεις της ομάδας. Η ιδέα ένταξης της διάδρασης του κοινού στις παραστάσεις είχε ξεκινήσει στη Δρέσδη σε ένα προηγούμενο πρότζεκτ με Γερμανούς συντελεστές και Έλληνες ηθοποιούς όπου και πάλι υπήρχε η ενεργός συμμετοχή των θεατών. Συνεχίζοντας λοιπόν στην ίδια γραμμή και αλλάζοντας  κάποια πράγματα δημιουργήθηκε το Bubble Jam. Είναι γραμμένο σαν ένα μεγάλο chat. Δέχεσαι κείμενο, ήχο και υπάρχει μια δραματουργική γραμμή που θίγει ζητήματα που αφορούν στην τεχνολογία και το ίντερνετ. Το κοινό λαμβάνει στην είσοδο ένα κινητό τηλέφωνο που το δένει στον βραχίονα και υπάρχει backstage ένας προγραμματιστής που χειρίζεται ένα λογισμικό μέσω του οποίου τους στέλνει ερωτήσεις και τους θέτει εντολές να κάνουν διάφορα πράγματα μέσα στο χώρο σαν παιχνίδια αλληλεπίδρασης μεταξύ τους. Το Bubble Jam απευθύνεται  κυρίως σε παιδιά και εφήβους αλλά έχει ενδιαφέρον να το παρακολουθήσει και το ενήλικο κοινό.

Πρώτη επαγγελματική δουλειά: Συμμετείχα ως βοηθός και ηθοποιός ήταν «Η ζωή εφάμιλλη», το 2009, μια παράσταση με θεματική τους καπνεργάτες της Καβάλας, στο Φεστιβάλ Φιλίππων. Εκεί είχα την τιμή να συνεργαστώ με πολύ σημαντικούς ανθρώπους, όπως τον Θοδωρή Γκόνη, που ήταν και ο σκηνοθέτης της παράστασης, τη Λυδία Φωτοπούλου, τον Αργύρη Μπακιρτζή και το Γιώργο Μοσχίδη.

Σημαντική στιγμή: Tο 2016, όταν ανέβηκε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού στα Open Stage μια παράσταση που έγραψα και σκηνοθέτησα ο ίδιος και λεγόταν «Ο θάνατός μου ή με θαυμάζουν είπαν», η οποία μετά επιλέχθηκε για να εκπροσωπήσει την Πειραματική στα πλαίσια των συνεργασιών της Ένωσης Θεάτρων της Ευρώπης και παρουσιάστηκε στη Σόφια στο θέατρο-εργαστήριο Sfumato.

Η δυνατότητα να διαμορφώσεις όπως εσύ κρίνεις μία παράσταση με έκανε να στραφώ στη σκηνοθεσία.Υπάρχουν πράγματα που θέλω να πω μέσα από το θέατρο και καταλαβαίνω ότι αν δεν τα πω με τον τρόπο που θέλω μάλλον δεν θα τα πει κανένας άλλος για μένα. Μια φράση του Άρθουρ Μίλλερ λέει ότι «ο σκηνοθέτης είναι ο ζητιάνος των ηθοποιών», άρα πρέπει κανείς να ξέρει να ζητιανεύει και για μένα είναι μεγάλη χαρά να δουλεύω με τους ηθοποιούς. Νιώθω, επίσης, μεγαλύτερη ανακούφιση να βρίσκομαι κάτω από τη σκηνή παρά επάνω. Αν και έχω παίξει αρκετές φορές, αφήνω αυτή τη δουλειά στους πιο αρμόδιους από εμένα.

Αυτή τη στιγμή συνεργάζομαι με δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς, τον Λεωνίδα Κακούρη και τον Έκτορα Λιάτσο και είμαι πολύ χαρούμενος και ευγνώμων γι’ αυτό. Είναι και οι δύο ηθοποιοί με τεράστια ευφυΐα, ευαισθησία και αληθινό συνεργατικό πνεύμα. Η συνεργασία μας είναι υποδειγματική.

 

Το «Ένας αριθμός» της Caryl Churchill το διάβασα όσον ήμουν ακόμα φοιτητής στο Λονδίνο. Με κέρδισε αμέσως η δομή του και το θέμα του. Είναι βασισμένο στο διάλογο, o οποίος είναι πολύ προφορικός, ελλειπτικός πολλές φορές, αλλά την ίδια στιγμή παρακολουθώντας τον δεν χάνεις το νοήμα. Είναι από αυτά τα έργα όπου ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι πρέπει να κάνει τη μισή δουλειά και την άλλη μισή να την κάνουν οι ηθοποιοί και η ομάδα, καθώς δεν έχει σκηνικές οδηγίες. Αυτό σου δίνει μεγάλη ελευθερία. Ξεκινάει από μια ακραία ιδέα, τη δυνατότητα να δημιουργήσεις ένα γενετικό αντίγραφο ενός ανθρώπου, την οποία χρησιμοποιεί για να θέσει σε ισχύ έναν θεατρικό μηχανισμό πολύ ισχυρό όπου ένας ηθοποιός παίζει τους τρεις πανομοιότυπους γιους ενός πατέρα. Η αποκάλυψη ότι μεταξύ των γιων υπάρχει μια σχέση πρωτότυπου-αντίγραφου δημιουργεί στον καθένα πολύ διαφορετικές αντιδράσεις και θίγει κομβικής σημασίας ζητήματα που αφορούν τη σχέση πατέρα-γιου, την ενηλικίωση και την ύπαρξη εφόσον το γεγονός της αντιγραφής θέτει σε αμφισβήτηση την ταυτότητα τους.

Το έργο δεν αποτελεί σπουδή πάνω στην επιστήμη, αλλά χτίζει μια ισχυρή αλληγορία. Είναι μια μεγάλη παραβολή. Τα θέματα που αγγίζει τα βρίσκει κανείς είτε στην Παλαιά Διαθήκη είτε στην αρχαία τραγωδία. Μιλά για τη συνθήκη που ονομάζεται οικογένεια, τις σχέσεις γονιών και παιδιών διαχρονικά. Μία από τις ελάχιστες σκηνικές οδηγίες του έργου είναι ότι το σκηνικό είναι σταθερά στο χώρο που ζει  ο πατέρας, χώρος ασφάλειας και κινδύνου, συγχώρεσης και τιμωρίας. Αυτός ίσως δίνει μια ιδέα από ποιες οπτικές πιάνει τη σχέση γονιού-παιδιού. Δεν είναι μια μονοδιάστατη σχέση και εμπεριέχει τα πάντα.

Επίσης, θίγει το θέμα της ηθικής και θέτει ερωτήματα για το αν κάτι γεννιέσαι ή γίνεσαι. Ένας άνθρωπος χρησιμοποιεί το μηχανισμό της δημιουργίας ενός ανθρώπινου γενετικού αντιγράφου με σκοπό να διορθώσει τα λάθη του ως πατέρας, πλην όμως με το ίδιο παιδί. Και τα ερώτηματα είναι: Τα λάθη που κάνεις ως γονιός αλλά και εν γένει είναι τελικά τόσο απλό να τα αποτινάξεις από πάνω σου και να φτιάξεις μια καινούρια συνθήκη; Αυτό το παιδί με το οποίο απέτυχες ως πατέρας τι το κάνεις; Tη δεύτερη φορά που προσπαθείς να είσαι πάλι καλός πατέρας τα καταφέρνεις επειδή είσαι όντως καλός ή επειδή μπορεί να γίνεις καλός; 

Η Caryl Churchill είναι μία συγγραφέας η οποία πάντα εξερευνά τα όρια της σκηνής και αυτού που ονομάζουμε φόρμα. Τα έργα της αγγίζουν θεματικές απρόβλεπτες, όπως του έργου αυτού που μιλάμε. Τολμά να φύγει από το αμιγώς τοπικό πλαίσιο και να δει κάτι ευρύτερο. Για μένα έτσι είναι τα μεγάλα έργα.

Για την παράσταση: Η σκηνογράφος και ενδυματολόγος Ματίνα Μέγκλα και η Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου που έχει σχεδιάσει τους φωτισμούς, έχουν δημιουργήσει μια εικαστική συνθήκη μιας ενιαίας ιστορίας, μέσα στην οποία το μεγάλο ζήτημα είναι το ερμηνευτικό, δηλαδή το πώς ένας ηθοποιός, ο Έκτορας Λιάτσος εν προκειμένω, ερμηνεύει τρεις πανομοιότυπους ανθρώπους -τους τρεις γιους- με ποιον τρόπο γίνεται αυτό διακριτό και πώς ο Λεωνίδας Κακούρης που φαίνεται να παίζει έναν σταθερό ρόλο, αυτόν του πατέρα, αλλάζει ο ίδιος σε σχέση με ποιον έχει απέναντί του.

 

Επόμενα σχέδια: Μετά από το «Ένας αριθμός» ξεκινάμε πρόβες πάλι με τον Έκτορα Λιάτσο και με δύο συνεργάτες μας Γάλλους, τον συγγραφέα και δραματολόγο Florian Pâque και τη σκηνοθέτη και ηθοποιό Zoé Lemonnier, πάνω σε ένα νέο θεατρικό έργο, ανέκδοτο, του Δημήτρη Δημητριάδη. Είναι μια παράσταση που φιλοδοξεί να έχει χαρακτήρα συνεργασίας μεταξύ ανθρώπων από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς. Είναι κομμάτι των εργασιών μιας πανευρωπαϊκής ομάδας που ονομάζεται Extravagant Union, την οποία συνδιευθύνουμε η Zoé Lemonnier κι εγώ. Τον Μάιο θα γίνει η πρεμιέρα της επιδοτούμενης παράστασης που σκηνοθετούμε από κοινού με τη Ματίνα Μέγκλα πάνω σε κείμενα της Marguerite Yourcenar σχετικά με το μύθο της Κλυταιμνήστρας και το καλοκαίρι θα σκηνοθετήσω την ομάδα του Γυμνασίου και του Λυκείου της Ερασμείου Ελληνογερμανικής Σχολής στο έργο «Η μικρή μας πόλη» του Θόρντον Ουάιλντερ.

Ήμουν κι εγώ μαθητής της Ερασμείου και τώρα διδάσκω εκεί. Από τότε υπήρχει μια πρόνοια για τις τέχνες και το θέατρο. Θεωρώ ότι όσοι ασχολούνται με την τέχνη από μικροί δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα γίνουν καλλιτέχνες μεγαλώνοντας.  Η ενασχόληση με το θέατρο είναι μια διαδικασία διαπαιδαγώγησης και αναζήτησης του εαυτού σου. Αυτό που προσπαθώ είναι να μην παρουσιάζω τον εαυτό μου σαν αυθεντία, αλλά να διδάσκομαι κι εγώ από τα παιδιά, είτε βάζοντάς τους ασκήσεις, είτε δίνοντάς τους πρωτοβουλία και χρόνο να δοκιμάσουν πράγματα. Σταματώ να είμαι ο δάσκαλος, είμαι απλά ο βοηθός τους και τα παιδιά μέσα από αυτή τη διαδικασία με πολλή φαντασία, κέφι και ανοιχτό πνεύμα δημιουργούν. Οι αντιδράσεις τους είναι πηγή έμπνευσης, πολλές φορές σκέφτονται πράγματα που εμένα ίσως δεν θα μου περνούσαν από το μυαλό και συνεχώς με εκπλήσσουν, με κάνουν να αναρωτιέμαι και να μαθαίνω.

Ευχαριστούμε πολύ Ανδρέα για τη συνέντευξη και σου ευχόμαστε καλή επιτυχία σε κάθε νέο σου εγχείρημα!

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ