Ο Παντελής Φλατσούσης μιλά στο deBop με αφορμή τη νέα του παράσταση
2026-02-11
Ο Παντελής Φλατσούσης είναι ένας σκηνοθέτης της νέας γενιάς που ξεχωρίζει για την σκηνοθετική του ματιά. Μετρά ήδη αρκετές επιτυχημένες παραστάσεις («Αισθηματική αγωγή», «Θήβα: A Global Civil War», «Λάθος χώρα», «Άτλας της δεκαετίας 2000» κ.α.), κοινό στοιχείο των οποίων είναι η ενσωμάτωση στοιχείων από το θέατρο ντοκουμέντο. Με αφορμή τη νέα παράσταση που σκηνοθετεί με τίτλο «24 ώρες σε έναν κόσμο που δεν μας ανήκει» μάς μιλά για την συνεργασία του με το Theaterhaus Jena, την ταινία «Το Μίσος», τη βία, την περιθωριακότητα κι άλλα πολλά.
Από πολύ μικρός εκφραζόμουν μέσα από την τέχνη, συμμετείχα σε ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες. Η μεγάλη μου αγάπη ήταν το σινεμά, ειδικά στην εφηβεία μου έβλεπα πολύ. Έχει υπάρξει φάση που μπορεί να έβλεπα δύο ή τρεις ταινίες μέσα σε μια μέρα. Το αρχικό μου έναυσμα για να θέλω να φτιάξω δικά μου πράγματα είναι κάπου εκεί. Τώρα το γιατί να ασχοληθεί ένα άτομο με την τέχνη είναι πολυπαραγοντικό ζήτημα. Σίγουρα παίζει ρόλο και το περιβάλλον που μεγαλώνεις.
Τελείωσα το 2011 τη δραματική σχολή (Αρχή της Νέλλης Καρρά). Τότε λοιπόν δεν υπήρχε ακόμη το τμήμα σκηνοθεσίας του Εθνικού. Εμένα όμως με ενδιέφερε να σκηνοθετήσω. Δούλεψα πολύ λίγα χρόνια ως ηθοποιός και σύντομα μεταπήδησα σε βοηθό σκηνοθέτη και κάπως έτσι ξεκίνησα σιγά σιγά να κάνω τα δικά μου πράγματα. Παρότι από την αρχή ήξερα ότι η τάση μου ήταν προς τη σκηνοθεσία (παρά προς την ηθοποιία) το να σκηνοθετήσω δεν ήταν μια εύκολη απόφαση για μένα. Ήταν ένα μεγάλο βήμα.
Όπως και στην «Αισθηματική αγωγή» που κάναμε στο Μέγαρο Μουσικής και στην τωρινή παράστασή μας με τίτλο «24 ώρες σε έναν κόσμο που δε μας ανήκει» μιλάμε για το ζήτημα της τέχνης, υπάρχει δηλαδή μια αυτοαναφορικότητα. Σε αυτήν την παράσταση λοιπόν θέτουμε ερωτήματα για το ποια είναι η δική μας θέση στο να κάνουμε τέχνη μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες. Δε λειτουργούμε, άλλωστε, ερήμην των κοινωνικών συνθηκών.
Στη νέα μας παράσταση φτιάξαμε εμείς το κείμενο. Είναι ένα ολοκαίνουργιο κείμενο, το έχω φτιάξει εγώ με την Παναγιώτα Κωνσταντινάκου, το οποίο αφορμάται από «Το Μίσος» και διαμορφώνει έναν τελείως διαφορετικό αναστοχασμό απέναντι στο τι είναι βία, πού τη συναντάμε, τι είναι η περιθωριακότητα, πώς η τέχνη μιλά για αυτά τα ζητήματα. Δεν τα αντιμετωπίζουμε δηλαδή ως κάποιοι παρατηρητές που μιλάμε για κοινωνικά θέματα. Άλλωστε ένας παρατηρητής κοιτώντας το όποιο κοινωνικό φαινόμενο το αναδιαμορφώνει Που βέβαια κι η θέση από την οποία κοιτά διαμορφώνεται από το ταξικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε. Δεν υπάρχει δηλαδή το «κοιτάω αντικειμενικά».
Πρόκειται για μια ανάθεση από το Theaterhaus Jena, το οποίο θέατρο είναι και συμπαραγωγός στην παράστασή μας. Ήταν μια ανοιχτή ανάθεση, όπου κληθήκαμε να δημιουργήσουμε μια παράσταση με αφορμή την ταινία «Το Μίσος». Οπότε εμείς το βρήκαμε ως μια πολύ καλή αφορμή να μιλήσουμε για τη γκετοποίηση και την περιθωριακότητα, κάτι που το βλέπουμε και σήμερα με διαφορετικές ωστόσο μορφές. Όπως επίσης και για τη συστημική βία. Κάποτε λέγαμε ότι μόνο στο γκέτο υφίσταται η συστημική βία και οι υπόλοιποι ήμασταν παρατηρητές. Σήμερα όμως η συστημική βία επεκτείνεται σε ομάδες και άτομα που στο παρελθόν θεωρούσαν τους εαυτούς τους ασφαλείς. Αυτό που στο Μίσος αναδεικνύεται ως περιθωριακό φαινόμενο πλέον δεν είναι. Το περιεχόμενο της ταινίας λοιπόν ήταν λοιπόν ένα πολύ καλό υλικό για να μιλήσουμε για αυτά τα ζητήματα, να συνδιαλαγούμε με την ταινία διαμορφώνοντας ένα νέο κείμενο για να δούμε τι γίνεται με την περιθωριακότητα στο σήμερα και κυρίως να δούμε τι διαδρομή έχει διανυθεί από το 1995 (σ.σ. η χρονιά που κυκλοφόρησε η ταινία στους κινηματογράφους) μέχρι σήμερα. Πάνε τριάντα χρόνια. Έχει γεράσει αυτή η ταινία; Μάλλον όχι, αν αναλογιστούμε ότι μέχρι σήμερα τα αγόρια από τα λαϊκά προάστια του Παρισιού εξακολουθούν να υφίστανται βία, αλλά και να είναι και τα ίδια εξίσου βίαια. Είναι δηλαδή ένας φαύλος κύκλος ο κύκλος της βίας. Κι αυτό το δείχνει πολύ ωραία ο Κασοβίτς στην ταινία του. Αυτοί που υφίστανται βία ασκούν και βία. Κι όλο αυτό μοιάζει αναπότρεπτο ακόμη και σήμερα, αν όχι σήμερα πολύ περισσότερο.
Δεν είναι και πολύ παρόν το γυναικείο βίωμα στην ταινία, οπότε επιλέξαμε να το αναδείξουμε ως ένα θέμα και για αυτό αντιστρέψαμε το φύλο των πρωταγωνιστών, θέλοντας να συμπεριλάβουμε ζητήματα αρρενωπότητας καθώς και την σχέση της βίας με το φύλο. Στη δική μας παράσταση οι τρεις ηρωίδες, ντοκιμαντερίστριες στο επάγγελμα, παρουσιάζουν την έρευνά τους με ανθρώπους που με κάποιο τρόπο έχουν βιώσει τη βία και το περιθώριο σε κάποια φάση της ζωής τους. Οι ίδιες είναι οι ερευνήτριες, δεν μιλάνε δηλαδή ως άτομα που υφίστανται κάποιου είδους βία. Αποτελούν τον συνδετικό κρίκο.
Η παράσταση περιέχει αρκετά ντοκιμενταρίστικα στοιχεία. Όμως δεν κάνουμε ντοκιμαντέρ, ούτε και προσπαθούμε να κάνουμε, σε καμία περίπτωση. Ακόμη κι αν το έκανα θα έπρεπε να βάλω μέσα το βλέμμα μου, τη θέση μου. Το ζητούμενο στην τέχνη είναι η δημιουργία ενός μυθοπλαστικού πλαισίου που εσωκλείει την πραγματικότητα. Άλλωστε όλα τα σπουδαία έργα από τον 19ο αιώνα έως σήμερα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνδέονται με την πραγματικότητα. Προσωπικά αυτό με ενδιαφέρει. Όπως επίσης με ενδιαφέρει να μιλήσω και για τις συνθήκες που ζούμε, για τις ζωές μας. Δεν ξέρω για τι άλλο να πω, ενδεχομένως να υπάρχει, όμως εγώ αυτό ξέρω να κάνω. Αυτό επιχειρούμε να κάνουμε και στις «24 ώρες σε έναν κόσμο που δε μας ανήκει».
Το οπτικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε για την παράσταση είναι κατά βάση από την Αθήνα και την Ιένα, δύο πόλεις που δεν έχουν πολλά κοινά. Η Αθήνα είναι μια πόλη 4,5 περίπου εκατομμυρίων κατοίκων του ευρωπαϊκού νότου ενώ η Ιένα είναι μια μικρή γερμανική πόλη της πρώην Ανατολικής Γερμανίας με βασικά χαρακτηριστικά της τα εργοστάσια και το ότι είναι φοιτητούπολη, χωρίς ωστόσο να έχει επηρεαστεί από το Βερολίνο στο οποίο βρίσκεται πολύ κοντά. Βέβαια ακόμη και σε αυτή τη μικρή πόλη υπάρχουν εργατικές κατοικίες, μετανάστες. Το κοινό μεταξύ των δύο αυτών πόλεων όσο εκ διαμέτρου αντίθετες κι αν μοιάζουν είναι ο δυτικός τρόπος ζωής. Βέβαια το αρχειακό μας υλικό δεν περιορίστηκε σε αυτές τις πόλεις, μαζέψαμε υλικό κι από άλλες πόλεις και χώρες, όπως τη Νότια Αφρική, το Βουκουρέστι, το Ιράν. Μια ηθοποιός της παράστασης, η Saba Hosseini, έχει καταγωγή από το Ιράν οπότε μιλά για τη χώρα καταγωγής της.
Στην παράσταση ακούγονται 7 γλώσσες. Σκοπός μας είναι να αναδείξουμε την παγκοσμιότητα του φαινομένου και κατά συνέπεια την οικουμενικότητα, ότι δηλαδή όλοι ανεξαρτήτως καταγωγής βιώνουμε κοινά ζητήματα. Πέραν όμως αυτού η παράσταση προσπαθεί να θυμίσει ότι ευθυνόμαστε σε ένα βαθμό για προβλήματα που αντιμετωπίζουν άλλοι άνθρωποι στον πλανήτη αυτό. Το ζητούμενο είναι να ανοίξουμε το βλέμμα μας προς τα έξω κοιτάζοντας ταυτόχρονα και τον κοινωνικό μας εαυτό.
Ο τίτλος της παράστασης έχει ένα δίπολο. Είναι βαθιά επώδυνο να αισθάνεσαι ότι δεν έχεις θέση σε αυτόν τον κόσμο, ότι δεν υπάρχει τόπος για σένα. Είναι ένα συναίσθημα ωστόσο που το έχουμε νιώσει οι περισσότεροι άνθρωποι, αν όχι όλοι. Το χειρότερο όμως είναι ότι ολόκληρες ζωές δομούνται και βιώνονται πάνω σε αυτό το συναίσθημα. Και κάπως έτσι μπορεί να γεννηθεί κι η βία. Το να μην έχεις έναν τόπο όπου να αισθάνεσαι ότι μπορείς να συναντηθείς με τον εαυτό σου και τους άλλους δημιουργεί κι άλλα προβλήματα, όπως ριζοσπαστικοποίηση της ακροδεξιάς. Ταυτόχρονα βέβαια το ερώτημα είναι σε ποιον άνηκε ο κόσμος και σε ποιον ανήκει. Το να μη σου ανήκει ο κόσμος σου δίνει μια τεράστια αίσθηση ελευθερίας. Δεν είναι μόνο ασφυκτικό, μπορεί να λειτουργήσει κι ως μια αφορμή περιπλάνησης χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δε χρειάζεται ένας τόπος για τον καθένα μας προκειμένου να νιώθει ασφαλής.
Η ιστορία περνά από σκοτεινότερες αλλά και από πιο προοδευτικές εποχές. Στην σημερινή εποχή δε βλέπει κανείς εύκολα φως στο τούνελ, με την έννοια ότι δεν υπάρχει η πρόθεση του να αλλάξουμε τα πράγματα. Δεν είναι όμως τόσο αποπνικτική η πραγματικότητα, μιλάμε για όλα αυτά που συμβαίνουν. Μέσα στην καθημερινότητά μας υπάρχουν και διαφορετικές νησίδες σκέψης, λείπει όμως το συλλογικό αφήγημα που να δίνει ουσιαστική ελπίδα. Όμως αυτό που βλέπουμε είναι να συντηρικοποιείται ο κόσμος, να ριζοσπαστικοποιείται η ακροδεξιά…
Το ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης μέσα στις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες είναι ένα ερώτημα. Το θεατρικό τοπίο δεν είναι ξέχωρο από τις κοινωνικές συγκυρίες. Το θέμα είναι και τι θέλει το κοινό. Δε μπορείς να αλλάξεις κάποιον που δε θέλει. Τα ερωτήματα περί βίας και περιθωριακότητας είναι αναπάντητα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε λοιπόν είναι να τα εντάξουμε στη δουλειά μας και η ίδια η πρακτική μας να τα απαντήσει. Ο ρόλος των καλλιτεχνών, νομίζω, είναι να αναδείξουμε τις αντιφάσεις, το χώρο δηλαδή που υπάρχει ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο. Άλλωστε οι αντιφάσεις αποτελούν τις ζωές μας. Το σίγουρο είναι ότι πρέπει να προσπαθούμε να μιλήσουμε για αυτά που βλέπουμε, όπως τα βλέπουμε κι ίσως έτσι καταφέρουμε να μετακινήσουμε τις συνειδήσεις κάποιων θεατών.
Με ενδιαφέρει η αναστοχαστικότητα. Πλέον πιο πολύ από ποτέ δε μπορούμε να μιλήσουμε για τις ζωές μας αδιαμεσολάβητα. Μιλάμε (για εμάς) επιχειρώντας να ενσωματώσουμε και τους ανακλαστικούς καθρέφτες μέσα από τους οποίους βλέπουμε την πραγματικότητα. Η εποχή όμως είναι τέτοια που δεν επιτρέπει τον αναστοχασμό στην καθημερινότητα μας. Πιστεύω ότι δεν είναι αποκλειστικά θέμα έλλειψης χρόνου. Αναστοχασμός δε σημαίνει κάθομαι στην αιώρα μου και σκέφτομαι. Είναι ένας τρόπος λειτουργίας που θέτει το παρελθόν σου, τον τωρινό εαυτό σου και τις κοινωνικές συγκυρίες σε έναν προβληματισμό. Σε όλο αυτό παίζει ρόλο και το μορφωτικό επίπεδο, η εκπαίδευση που έχει λάβει ο καθένας.
Αυτό που θεωρώ ότι χαρακτηρίζει τις ζωές μας είναι η πολυπρισματικότητα. Για παράδειγμα εγώ ως άντρας σκηνοθέτης δεν ξέρω πώς να μιλήσω για ζητήματα φύλου και για τη βία που σχετίζεται με αυτά. Βλέπω, μιλάω και έχω ανοικτές τις κεραίες μου, όμως δε μπορώ να ξέρω ακριβώς πώς βιώνει μια γυναίκα τη βία είτε στον εργασιακό χώρο ή ακόμη και στο δρόμο με τα βλέμματα και τα σχόλια, τα οποία μπορούν να γίνουν χυδαία. Ένας άντρας που περπατά στο δρόμο και τον κοιτά μια γυναίκα θα κολακευθεί. Όταν όμως κοιτά αυτός μια γυναίκα μπορεί το βλέμμα του να γίνει επιθετικό. Το πώς συναρθρώνεται λοιπόν η αντρική επιθυμία με τη διάθεση κυριαρχίας είναι ιδιαίτερο ζήτημα, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δε θα ασχοληθώ με τέτοια ζητήματα, αλλά μόνο με αμιγώς αντρικά. Αν δε μιλάμε για ζητήματα φύλου δε δίνουμε μια πολύπλευρη οπτική στο τι σημαίνει στο σήμερα η συστημική βία.
Ευχαριστούμε τον Παντελή Φλατσούση για τον χρόνο του και του ευχόμαστε καλή συνέχεια στα επόμενα βήματά του!
Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ.