Ο Marc Sabbah στο deBόp λίγο πριν το 14ο Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου στα Χανιά
2026-08-26
Βιρτουόζος της βιόλας, σολίστ και καθηγητής, ο Marc Sabbah έχει διαμορφώσει μια ιδιαίτερη διαδρομή στον κόσμο της κλασικής μουσικής, έχοντας συνεργαστεί με κορυφαίες ορχήστρες και μουσικούς διεθνώς.
Από τη στιγμή που, σε ηλικία μόλις 11 ετών, άφησε το βιολί για να ακολουθήσει τον ζεστό και βαθύ ήχο της βιόλας, μέχρι τη σημερινή του πορεία ως σολίστ και παιδαγωγός, η σχέση του με το όργανο μοιάζει περισσότερο με προσωπική επιλογή ζωής παρά με μια απλή επαγγελματική απόφαση.
Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του 14ου Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου Χανίων, όπου θα συναντήσει μερικούς από τους σημαντικότερους μουσικούς της διεθνούς σκηνής και θα συμμετάσχει σε έργα των Mozart, Brahms και Olli Mustonen, ο Marc Sabbah μίλησε στο deBόp για τη βιόλα, τη δύναμη της Μουσικής Δωματίου, τη θέση της κλασικής μουσικής στην ψηφιακή εποχή, αλλά και για όσα μπορεί ακόμη να μας αποκαλύψει ένας φυσικός, ζωντανός ήχος. Το Φεστιβάλ, που φέτος έχει ως θεματικό άξονα τους «Διαλόγους μέσα στον χρόνο», εξετάζει ακριβώς αυτή τη συνάντηση διαφορετικών εποχών και μουσικών γλωσσών.
Ξεκινήσατε να μαθαίνετε βιολί στην ηλικία των 3 ετών, αλλά στα 11 σας πήρατε την αξιοσημείωτη απόφαση να περάσετε στη βιόλα. Έχω διαβάσει για μια συγκεκριμένη Ντο ελάσσονα (C minor) που σας έκανε να ανακαλύψετε τη ζεστασιά του ήχου της βιόλας. Τι θυμάστε από εκείνη τη στιγμή και πότε συνειδητοποιήσατε ότι η βιόλα δεν ήταν απλώς ένα διαφορετικό όργανο, αλλά το δικό σας όργανο;
Στην πραγματικότητα, περιβαλλόμουν από χαμηλές συχνότητες από πολύ μικρή ηλικία, καθώς η αδελφή μου είναι τσελίστρια. Εκείνη την περίοδο, η τοπική μουσική σχολή είχε ανάγκη από βιολίστες για μουσικά σύνολα δωματίου και ορχήστρα. Προσέφεραν σε όλους τους βιολονίστες που ήταν διατεθειμένοι να αλλάξουν όργανο μια δωρεάν βιόλα και δωρεάν μαθήματα βιόλας για έναν χρόνο. Είδα μια ευκαιρία να απομακρυνθώ από την οξεία, ψηλή χορδή Μι του βιολιού και να κινηθώ προς τις χαμηλότερες και θερμότερες περιοχές ενός μεγαλύτερου οργάνου.
Από την πρώτη στιγμή που έπαιξα αυτή τη "χαμηλή" Ντο, ενθουσιάστηκα. Σύντομα συνειδητοποίησα ότι μπορούσα να παίξω το ρεπερτόριο του βιολοντσέλου στη βιόλα, καθώς τα δύο αυτά όργανα μοιράζονται τις ίδιες χορδές. Έπλεα σε πελάγη ευτυχίας και από εκείνη τη στιγμή άρχισα να παίρνω τη μουσική πολύ πιο σοβαρά.
Έχετε εμφανιστεί και διδάξει σε πολλές χώρες, ενώ δημιουργήσατε και το δικό σας Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου στο Βέλγιο. Τι πιστεύετε ότι κάνει ένα Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου πραγματικά ξεχωριστό; Και τι περιμένετε προσωπικά ερχόμενος στο Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου Χανίων;
Για μένα, η λέξη-κλειδί στη λέξη «φεστιβάλ» είναι η γιορτή (festive). Ένα φεστιβάλ πρέπει να σου σχεδιάζει ένα χαμόγελο στο πρόσωπο. Είναι μια γιορτή για όλα όσα αγαπάμε. Η διοργάνωση ενός επιτυχημένου φεστιβάλ περιλαμβάνει καλό προγραμματισμό, διασκεδαστικές δραστηριότητες και σκέψη έξω από τα καθιερωμένα. Οι νέες εμπειρίες είναι αυτές που κινούν την ανθρωπότητα και κρατούν το ενδιαφέρον μας για τον πολιτισμό ζωντανό.
Το φεστιβάλ που διοργανώνω, το Cameristica, είναι κυρίως ένα παιδαγωγικό φεστιβάλ όπου δουλεύουμε με νέους μουσικούς (ηλικίας 16-30 ετών) που χρειάζονται ένα μέσο έκφρασης για όλη την ενέργεια και τον ενθουσιασμό τους. Εκτός από τις εντατικές ημέρες δοκιμών, καθοδήγησης και πολλαπλών συναυλιών, έχουμε διοργανώσει μαθήματα γιόγκα και ζούμπα, εκδρομές στην πόλη και χορό σάλσα για να ανανεώνουμε την ατμόσφαιρα και να δίνουμε μια διαφορετική προοπτική στη μουσική που μελετούν. Με λίγα λόγια, ένα φεστιβάλ χρειάζεται το δικό του μοναδικό αποτύπωμα.
Δεν ξέρω τι να περιμένω από το Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου Χανίων, καθώς μου αρέσει να εκπλήσσομαι. Γνωρίζω ότι οι άλλοι μουσικοί που συμμετέχουν φέτος είναι παγκόσμιας κλάσης και είμαι ενθουσιασμένος που θα ανταλλάξουμε ιδέες και θα μάθω νέα πράγματα. Είμαι βέβαιος ότι, με την πλούσια ιστορία του νησιού και τα ιστορικά του τοπόσημα, το φεστιβάλ θα μεταφέρει προσωρινά -τόσο το κοινό όσο και τους μουσικούς- σε έναν άλλο κόσμο χάρη στις ερμηνείες μας.
Στα Χανιά θα ερμηνεύσετε έργα των Μότσαρτ, Μπραμς και Όλι Μούστονεν, συνθετών από πολύ διαφορετικές μουσικές εποχές και παραδόσεις. Πώς προσεγγίζετε τόσο διαφορετικές μουσικές γλώσσες στο ίδιο όργανο; Υπάρχει κάτι που ανακαλύπτετε για τη βιόλα περνώντας από τον Μότσαρτ στον Μπραμς και μετά στον Μούστονεν;
Ευτυχώς, η βιόλα δεν είναι περιορισμένη σε έναν μόνο ρόλο αλλά έχει πολλές ευθύνες. Ως η μεσαία φωνή οποιουδήποτε έργου μουσικής δωματίου, η βιόλα μπορεί να έχει σολιστικές στιγμές ενώ επίσης είναι καθοριστική για τη σωστή ανάμειξη των ηχοχρωμάτων και των εσωτερικών υφών. Οι μεγάλοι συνθέτες του παρελθόντος λάτρευαν να παίζουν μουσική δωματίου με βιόλα, καθώς είχαν μια πιο κεντρική συνολική εικόνα και, ως εκ τούτου, επηρέαζαν το σύνολο. Ο ίδιος ο Μότσαρτ παρουσίασε για πρώτη φορά πολλά από τα έργα μουσικής δωματίου του παίζοντας βιόλα.
Ο Μότσαρτ και ο Μπραμς προέρχονται από μια μακρά παράδοση γερμανικών και αυστροουγγρικών επιρροών. Εκτός από τις προφανείς στυλιστικές διαφορές, μοιράζονται μια συναισθηματική συγγένεια. Η αρχιτεκτονική των έργων τους είναι σχεδόν ταυτόσημη, όπως και η δημιουργική αλλά κομψή χρήση της βιόλας, ώστε να ξεχωρίζει όταν χρειάζεται ή να συμπληρώνει τους άλλους όταν απαιτείται. Και οι δύο συνθέτες εκφράζονται με μια γραφή σχεδόν διαφανή αλλά και πυκνή, κάνοντας κάθε έργο τους μια ευπρόσδεκτη πρόκληση.
Ο Μούστονεν ακολουθεί αυτά τα παραδοσιακά βήματα και κάνει την εκτέλεση της μουσικής του, παρότι σύγχρονη, να φαίνεται αρκετά οικεία. Η δομή, οι υφές και η χρήση των οργάνων λειτουργούν συμπληρωματικά. Η μετάβαση από τον έναν συνθέτη στον άλλο είναι δεύτερη φύση για μένα, καθώς απλώς γυρίζω τον νοητό διακόπτη και μεταφέρομαι σε μια διαφορετική εποχή, με όλες τις μυρωδιές, τους ήχους, τις γεύσεις και τα χρώματά της.
Ζούμε σε έναν όλο και πιο ψηφιακό κόσμο, όπου η μουσική μπορεί να ακουστεί μέσω ακουστικών, πλατφορμών streaming και εξελιγμένων ηχητικών συστημάτων σχεδόν παντού. Ταυτόχρονα, φαίνεται να υπάρχει μια αυξανόμενη επιθυμία για την εμπειρία του ζωντανού, ακουστικού και απολύτως φυσικού ήχου. Πιστεύετε ότι το κοινό επιστρέφει στη φυσική εμπειρία της κλασικής μουσικής, στο να βρίσκεται σε μια αίθουσα με μουσικούς και να ακούει τον πραγματικό ήχο ενός οργάνου;
Πιστεύω ότι οι άνθρωποι θα αγαπούν πάντα τη μουσική και θα έχουν τη διάθεση να βγουν έξω και να τη ζήσουν ζωντανά. Θα παραδεχτώ ότι η τεχνολογία έχει κάνει τη ζωή μας ευκολότερη, αλλά μας έχει κάνει και πιο τεμπέληδες.
Θέλω να δώσω κίνητρο στη νέα γενιά και να την πείσω ότι η ζωντανή εμπειρία προσθέτει ποιότητα στη ζωή της. Το να ακούς μουσική στο διαδίκτυο είναι σημαντικό και μπορεί να είναι ένα καλό συμπλήρωμα της πραγματικότητας, αλλά το παρομοιάζω με το να πίνεις ένα μπουκάλι κρασί στον αμπελώνα, με θέα, τρώγοντας τοπικά προϊόντα, με τον αέρα στα μαλλιά σου και τον οινοποιό να σου εξηγεί με πάθος γιατί αφιέρωσε δεκαετίες σε αυτή την τέχνη. Μετά παίρνεις το μπουκάλι στο σπίτι, το ανοίγεις και απογοητεύεσαι επειδή απλά δεν έχει την ίδια γεύση ή αίσθηση όπως στον αμπελώνα.
Για μένα, η ζωντανή μουσική αφορά τη συνολική εμπειρία και όχι μόνο τη χρήση των αυτιών σου. Είναι η τελετουργία, το να ντυθείς για να βγεις, τα σκισμένα εισιτήρια, το πρόγραμμα που κρατάς στο χέρι σου, τα φώτα που χαμηλώνουν πριν ξεκινήσει η παράσταση, ο ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα και το κύμα αλήθειας και ομορφιάς που σε αγκαλιάζει όταν ξεκινά η ερμηνεία.
Πιστεύω ότι με τη σωστή εκπαιδευτική καλλιέργεια και παρακίνηση, περισσότεροι άνθρωποι θα αρχίσουν να νιώθουν τα οφέλη των ζωντανών συναυλιών.
Αν μπορούσατε να περάσετε μια εντελώς ελεύθερη μέρα στην Ελλάδα χωρίς συναυλίες, δοκιμές ή διδασκαλία πού θα πηγαίνατε, τι θα ακούγατε και τι θα ελπίζατε να ανακαλύψετε;
Μια ιδανική ελεύθερη μέρα στην Ελλάδα θα τη περνούσα με μια γιαγιά μαθαίνοντας τις συνταγές της, τρώγοντας τοπικά φαγητά, μαθαίνοντας για το παραδοσιακό τραγούδι και τους δημοτικούς χορούς, ακούγοντας μπουζούκι, Στράτο Διονυσίου, Στέλιο Καζαντζίδη ή Γιώργο Νταλάρα σε μια βεράντα με φίλους.