Ο Αύγουστος Κορτώ μιλάει στο deBόp για το δικό του «Πράσινο Αστέρι»

Ο Αύγουστος Κορτώ μιλάει στο deBόp για το δικό του «Πράσινο Αστέρι»

Ο Αύγουστος Κορτώ έχει πια εδραιωθεί ως ένα από τα πιο ηχηρά ονόματα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.
Ο Πέτρος Χατζόπουλος έχει καταφέρει να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, να βιοπορίζεται δηλαδή από το μεγάλο του πάθος, τη λογοτεχνία. Η πένα του δε σταματάει να καταγράφει τα όσα ζει και φαντάζεται, ενώ έχει στο ενεργητικό του πολλές πρωτότυπες δημιουργίες και πολλές μεταφράσεις.

Ο Αύγουστος Κορτώ και ο Πέτρος Χατζόπουλος είναι το ίδιο πρόσωπο - ο πιο πολύς κόσμος άλλωστε το γνωρίζει. 
Ο χρόνος τού(ς) έχει συμπεριφερθεί με ιαματικό και αβρό τρόπο και μια μέρα τού(ς) έφερε στο μυαλό την ιστορία της Μοκοσάντα που έμελε να γίνει η πρωταγωνίστρια του νέου του και αγαπημένου βιβλίου που ακούει στο όνομα «Πράσινο Αστέρι».

Κι αυτή ήταν η αφορμή για να μιλήσουμε...

 

- Μας παρέδωσες πριν από λίγο καιρό το Πράσινο Αστέρι. Υπάρχει κάτι ανάλογο για
σένα στη ζωή σου;

Εφόσον το πράσινο αστέρι είναι ο παράδεισος, είχα την τύχη να τον επισκεφθώ κάμποσες φορές.

- Είναι όντως το αγαπημένο σου βιβλίο;

Ναι, κι ας μην μπορώ να το εξηγήσω. Είναι λες και σαν απόσταγμα, περιέχει όλες μου τις συγγραφικές εμμονές κι όλα τα πάθη και τις λαχτάρες της ψυχής μου.

- Έχεις κοινά με τη Μοκοσάντα;

Έχω χάσει έναν λατρεμένο γονιό, και δεν παύω να τον αναζητώ.

- Δε θα κάνω spoiler αλλά δεν περίμενα τέτοιο τέλος! Με ποιος λέξεις θα χαρακτήριζες τη ζωή;

Η ζωή είναι σπασμωδική, χαοτική, και χρειάζεται μεγάλη τύχη και πολλή προσπάθεια για να κερδίσεις την ευτυχία που τη δικαιώνει.

- Τι είναι η φιλία για σένα; Η τοποθέτηση των ζωικών χαρακτήρων έχει να κάνει και με τον Τζέρι;

Τα ζώα είναι η ενσάρκωση της αθωότητας: άνθρωποι χωρίς αναίτια μοχθηρία και καταστροφικότητα. Ο Τζέρι σαφώς μου δίδαξε πολλά – όπως την ανάκτηση αυτής
της τόσο πολύτιμης κι εύθραυστης αθωότητας. Όσο για τους φίλους, καθώς ποτέ δεν είχα ταλέντο στις συναναστροφές, υπήρξαν όλοι δώρα της τύχης.

- Αναρωτιέμαι αν τελικά ο άνθρωπος αλλάζει ή αν έρχονται ερεθίσματα στη ζωή του που τον σπρώχνουν να βρει ποιος είναι ο πραγματικός του εαυτός. Εσύ τι πιστεύεις και είναι η απώλεια ένα τέτοιο ερέθισμα;

Ο εαυτός είναι μια τρομερά σύνθετη κατασκευή, κι αλλάζει σαν τον Πρωτέα. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως, χωρίς τον εξωτερικό κόσμο, δεν θα είχαμε εσωτερικό – ακόμα
και το ασυνείδητό μας, τόσο μύχιο και μυστηριώδες, διαμορφώνεται από εξωγενή ερεθίσματα. Η απώλεια σου μαθαίνει πολλά: πάνω απ’ όλα, την αναμέτρηση με το
τέλος, και το γεγονός ότι ακόμα κι αυτό το φοβερό τέλος είναι σχετικό.

- Πόσο πονάει κάποιες φορές να γράφεις και γενικά να δημιουργείς κάτι καλλιτεχνικό, ακόμα και αν στο τέλος ανταμείβεσαι;

Είναι πολύ δύσκολο να ανασύρεις μια ιστορία, ένα τραγούδι, έναν πίνακα απ’ το χάος του ψυχισμού χωρίς να νιώσεις έστω και λίγο πόνο. Το να αγαπηθεί το δημιούργημά σου, φυσικά, σε αποζημιώνει για όλο τον κόπο και την οδύνη – νιώθεις πως οι άνθρωποι αγαπούν εσένα τον ίδιο.

- Τι θα έλεγες στον νέο εαυτό σου αν σε έβλεπε από μια γωνία;

Θα του έλεγα να κάνει υπομονή, και να μην πάψει να ελπίζει.

- Πώς γίνεται να γράφεις τόσο συχνά; Είναι θέμα έμπνευσης ή πειθαρχίας;

Δεν πιστεύω στην έμπνευση: οι συγγραφείς απλώς αφουγκραζόμαστε τον έξω και τον έσω κόσμο, κι αρδεύουμε ιστορίες – και σταδιακά, εθιζόμαστε στην αφήγησή
τους. Χωρίς πειθαρχία, βέβαια, δεν νοείται τέχνη: ο Πικάσο ήταν πειθαρχημένος σαν στρατιώτης στο μέτωπο μέχρι τα ενενήντα. Τίποτα σπουδαίο δεν γεννιέται από
τεμπελιά.

- Ασχολήθηκες ποτέ με την ποίηση;

Φυσικά – κυρίως επειδή διαβάζω πολλή ποίηση. Δεν έχω επ’ ουδενί τη στόφα του ποιητή. Επειδή είμαι πονηρός, κι έμπειρος με τις λέξεις μετά από τόσα χρόνια,
μπορώ να σκαρώσω κάτι που μοιάζει με καλό ποίημα. Αλλά αν το ξεψαχνίσεις, θα δεις ότι είναι απλώς ένα μάτσο οριακά ενδιαφέροντες στίχοι.
- Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;

Επειδή κάθε φορά λέω τους ίδιους, θα φτιάξω μια άλλη λίστα: Τζόναθαν Φράνζεν, Τόνι Μόρισον, Ίαν ΜακΓιούαν, Φλάνερι Ο’Κόνορ – και πάνω απ’ όλους, πάντα, η

λατρεμένη Μάργκαρετ Άτγουντ.

- Τα αγαπημένα σου βιβλία;

Το άρωμα, Η τετραλογία της Νάπολης, Το τέλος του παιχνιδιού, Ο τυφλός δολοφόνος, Λολίτα, και το τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε ο Σάλιντζερ, και το οποίο
είχα την τύχη να μεταφράσω.

- Ποιο μέρος όπου πηγαίνεις για παρουσίαση σου αρέσει πολύ και θέλεις να γυρίζεις
ξανά και ξανά εκεί;

Πάντα περνάω υπέροχα στον αγαπημένο Βόλο, όπως και στην πατρίδα μου τη Σαλονίκη. Χαίρομαι αφάνταστα όταν κατεβαίνω στο Ηράκλειο – έχω έρωτα με την
Κρήτη – αλλά αν πρέπει να διαλέξω ένα βιβλιοπωλείο, στηρίζω με τα χίλια το πανέμορφο Ζάτοπεκ στην Καλλιθέα, που έχει την καλοσύνη να με φιλοξενεί κάθε
τόσο.

- Έχεις επιτελέσει μεγάλο και σημαντικό μεταφραστικό έργο. Εξακολουθείς να
ασχολείσαι τόσο πολύ με αυτό το κομμάτι;

Η μετάφραση μου δίνει ένα αίσθημα επαγγελματικής ισορροπίας – συγκεκριμένες ώρες δουλειάς, ημερομηνία παράδοσης – και μου μαθαίνει ένα σωρό πράγματα,
ιδίως όταν μεταφράζω σπουδαίους συγγραφείς. Είναι μια δουλειά δύσκολη και υπεύθυνη, κι ενίοτε τρομερά κουραστική, αλλά εξακολουθώ να την απολαμβάνω.

- Χάνεται η μαγεία ενός βιβλίου όταν μεταφράζεται; Πόσο σημαντική είναι η δουλειά
του μεταφραστή;

Η κακή μετάφραση μπορεί να σακατέψει ένα βιβλίο. Οπότε αγωνίζεσαι να μείνεις όσο το δυνατόν πιο πιστός στο πνεύμα του βιβλίου, να αποδώσεις τη γλώσσα του
με ακρίβεια, ώστε ο αναγνώστης να μη χάσει τίποτα απ’ τη μαγεία του πρωτότυπου. Εγώ συχνά είμαι πολύ πιο αυστηρός με τη μεταφραστική μου δουλειά απ’ ό,τι με τα
δικά μου βιβλία.

- Ποια είναι η γνώμη σου για τον ρόλο των κριτικών;

Οι κριτικοί είναι αναγκαίοι, ακόμα κι αν μοιραία, λόγω γούστου, είναι συχνά επιρρεπείς σε αυθαιρεσίες. Αυτό που δεν είναι πολύ γνωστό είναι ότι οι Έλληνες
βιβλιοκριτικοί, στη μεγάλη τους πλειονότητα, δεν έχουν σε καμία εκτίμηση τα βιβλία μου, και δεν ασχολούνται σχεδόν ποτέ με δαύτα. Η μόνη περίπτωση να δω
το όνομά μου σε κυριακάτικη εφημερίδα είναι αν βγω γυμνός στο Σύνταγμα Σάββατο απόγευμα.

- Αγαπάς πολύ τη μουσική και παίζεις πιάνο. Τι ακούς αυτήν την περίοδο;

Προς το παρόν, έχω επιστρέψει στη βάση μου, στις ρίζες της καρδιάς μου: ακούω φανατικά Χατζιδάκι, και τον πρόγονό του, τον Σούμπερτ.

- Πώς αξιοποιείς τον ελεύθερό σου χρόνο;

Διάβασμα, σειρές, βόλτες με τον Τζέρι, ποτάρες, και καμιά ταβέρνα.

- Πώς βλέπεις την παρουσία Ελλήνων συγγραφέων στο εξωτερικό και πώς πιστεύεις
ότι μπορεί να γίνει μεγαλύτερη;

Παρά τις μεταφράσεις, η λογοτεχνία μας εξακολουθεί να θεωρείται περιθωριακή στην παγκόσμια αγορά. Να φταίει η θεματολογία; Η γλώσσα; Ιδέα δεν έχω. Και δεν
ξέρω κατά πόσον αυτό μπορεί να αλλάξει!

- Τι ωθεί τους ανθρώπους στην τέχνη και τι ώθησε εσένα;

Αυτό που σε σπρώχνει στην τέχνη είναι κάποιο κενό, ή τραύμα, ή έλλειμμα. Στην περίπτωσή μου, ισχύουν και τα τρία.

- Είχα ακούσει ότι ένα βιβλίο σου θα γινόταν σειρά. Θα γίνει αυτό τελικά;

Το εύχομαι, αλλά επειδή ξέρω την ελληνική τηλεόραση, τα βιβλία μου είναι λίγο εχθρικά προς το δυνάμει τηλεοπτικό κοινό.

- Τι καινούριο ετοιμάζεις;

Για πρώτη φορά εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, σκαρώνω ένα θεατρικό – δεν έχω ιδέα αν θα ανέβει, ούτε καν κατά πόσον θα διαβάζεται. Κι έχω και καμιά
δεκαπενταριά βιβλία στο συρτάρι – όλο και κάποιο θα βγει, συν τω χρόνω.

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.