Μια εποχή στο τσιμέντο | Συζητώντας με τον συγγραφέα Ν. Ιωαννίδη
2026-05-12
Όσο και αν φαίνεται παράξενο, γήπεδο και λογοτεχνία δεν είναι έννοιες ασύμβατες. Δεν χρειάζεται παρά να θυμηθούμε τον μέγα Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος πριν καταξιωθεί ως συγγραφέας διέπρεψε στα νεανικά του χρόνια ως τερματοφύλακας. Όταν όμως έχουμε να κάνουμε με "από πρώτο χέρι" αφηγήσεις ενός οπαδού για τα ταξίδια του στα γήπεδα της Ελλάδας και της Ευρώπης, το πράγματα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Το βιβλίο του Νίκου Ιωαννίδη (γνωστός στο διαδίκτυο με το ψευδώνυμο "Ισοβίτης"¨από το ομώνυμο blog) είναι ένα συναρπαστικό αυτοβιογραφικό ντοκουμέντο για τη δεκαετία που ξεκινά στα τέλη των '80ς και φτάνει μέχρι τα τέλη των 90ς, ιδωμένης μέσα από τα μάτια ενός οπαδού του ΠΑΟΚ. Η διήγηση ξεκινά από την Καβάλα των παιδικών χρόνων, μέχρι τη Θεσσαλονίκη της ενηλικίωσης και έπειτα στις πολυάριθμες εκδρομές με την ομάδα στη Νότιο Ελλάδα και το εξωτερικό.
Οι χαρές εναλάσσονται με τις απογοητεύσεις, τις κακουχίες, τα ευτράπελα σκηνικά και φευ, τις τραγωδίες. Εν τέλει το βιβλίο δεν είναι αφορά μόνο στους ποδοσφαιρόφιλους, αλλά ευρύτερα το αναγνωστικό κοινό καθώς αποτελεί την καταγραφή μιας ολόκληρης εποχής
Το deBop.gr είχε τη χαρά να μιλήσει με το συγγραφέα Νίκο Ιωαννίδη.
Το βιβλίο μπορούμε να πούμε ότι ειναι η συρραφή των αναμνήσεων ενός οπαδού του ΠΑΟΚ, ο οποίος έφαγε με το κουτάλι τους δρόμους και τα γήπεδα για την αγαπημένη του ομάδα. Τα στιγμιότυπα και οι περιπέτειες διαδέχονται η μία την άλλη σαν χείμαρρος που παρασέρνει τον αναγνώστη.
Φέτος που συμπληρώνονται 100 χρόνια από την ίδρυση της ομάδας, έμελλε να συμβεί ένα μοιραίο γεγογός, ένα τροχαίο ατύχημα που κόστισε τη ζωή σε επτά φίλους του ΠΑΟΚ στη Ρουμανία. Μιας και το βιβλίο έχει άμεση σχέση με όλα αυτά, θα ήθελα να ξεκινήσουμε την κουβέντα με ένα σχόλιο σου για το γεγονός αυτό
Όλη μου η ζωή είναι μια διαδοχή εικόνων και λέξεων. Το μυαλό μου λειτουργεί μονίμως με τούτη την εισπνοή-εκπνοή. Εικόνες που γεννούν λέξεις, λέξεις που γεννούν εικόνες. Το βιβλίο είναι ένα δεκαετές στιγμιότυπο της εφηβείας μου που χρειαζόμουν τις λέξεις για να το διηγηθώ. Και να φτιάξω, να αναπαράξω τις εικόνες για τους αναγνώστες. Στο βιβλίο η διήγηση σταματά στο θανατικό. Στα Τέμπη. Στην πιο σκοτεινή νύχτα μας. Στο κυριολεκτικό «τέλος εποχής» της «εποχής του τσιμέντου». Το δυστύχημα της 4ης Οκτωβρίου 1999 έδωσε ημερομηνία αποχώρησης μιας ολόκληρης γενιάς που κατάπινε χιλιόμετρα για να βρεθεί σε ένα πέταλο ως βασικό συστατικό του τρόπου ζωής της. Και την έδωσε πάνω στην άσφαλτο, ως μακάβρια ειρωνεία. Στοιχειωμένος από παιδί απ’ το «η ζωή δεν συνεχίζεται, μόνο ο θάνατος συνεχίζεται» του Μπελ, γνωρίζω πως οτιδήποτε μπορεί να ειπωθεί για τον θάνατο είναι ο ίδιος ο θάνατος.
Έτσι, έκλεισα το βιβλίο και δεν συνέχισα ποτέ τη διήγηση -τίποτα δεν μπορεί να γραφτεί μετά τον θάνατο. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα (και μετά από εναλλαγές αρκετών οπαδικών «γενιών» στην κερκίδα), συνέβη ξανά το θανατικό. Στην άσφαλτο, την ίδια μαγική άσφαλτο που μας πηγαίνει στην αγάπη μας και μας επιστρέφει στο σπίτι ως να την ξανασυναντήσουμε. Επτά παιδιά δεν επέστρεψαν. Και δεν θα βρω τίποτα να σχολιάσω γι’ αυτό, ο θάνατος θα συνεχίζεται και θα καλύπτει κάθε λέξη που μπορείς να πεις ή να γράψεις.
Αυτό που κάνει “μπαμ” πραγματικά σε σχέση με το βιβλίο, εκτός από το υπέροχο εξώφυλλο, είναι ο τίτλος του. Για όσους έχουν προλάβει τα γήπεδα της δεκαετίας του ΄80, γήπεδο σήμαινε τσιμέντο και φελιζόλ.
Στο εξώφυλλο επέλεξα συνειδητά μία φωτογραφία από τη λάσπη της Λιβαδειάς. Δράμα και Λιβαδειά δεν είχαν καν τσιμεντένιες κερκίδες για τους «φιλοξενούμενους», για τους επισκέπτες της πόλης. Μας έβαζαν μαντρωμένους σε μια χωμάτινη γωνιά, που συνήθως ήταν λασπωμένη από τη βροχή. Σκεφτόμουν πως το τσιμέντο, τότε, ήταν η πολυτέλεια. Στο ΟΑΚΑ, όπου μας βάζανε ψηλά και δεν βλέπαμε τίποτα και κάθε φάση μας ήταν «σίγουρο γκολ» και κάθε φάση του αντιπάλου «οφσάιντ» κι όταν τα βλέπαμε μετά στην τηλεόραση καταλαβαίναμε πως είχαμε δει άλλο παιχνίδι, εκεί νιώθαμε και άσχημα με τα πλαστικά καρεκλάκια, έμοιαζε αφιλόξενο και λίγο σνομπ
. Τόσες δεκαετίες μετά, σκέφτομαι πως δεν ήτανκαλύτερα ή χειρότερα στο τσιμέντο, ήταν απλώς αυτό που ήταν, σημασία είχε να είσαι δίπλα στην ομάδα, όχι πού κάθεσαι (ή πού στέκεσαι, την περισσότερη ώρα). Ο χρόνος, βέβαια, βοηθάει να ξεχνάς το παγωμένο κορμί σου τόσες ώρες στην τσιμεντένια κερκίδα. Η φωτογραφία είναι του Παύλου, του πιο ώριμου ανθρώπου που πάντα είχαμε ανάμεσά μας, σπουδαίος τύπος και μεγάλη τιμή που μου την παραχώρησε, με είχε βγάλει στη Λιβαδειά το 1994. Και ο τίτλος είναι ένα προφανές, νομίζω, παιχνίδι ανάμεσα στον λατρεμένο Ρεμπό, τους κάποτε λατρεμένους Slayer και την ανάγκη οριοθετήσω χρονικά και θεματικά τη διήγηση.
Ποια ήταν η καθημερινότητα ενός εφήβου οπαδού τη δεκαετία του '80 στη Βόρεια Ελλάδα; Τι ρόλο έπαιζε σε αυτή την καθημερινότητα η ομάδα και τι άλλες διέξοδοι υπήρχαν;
Η δική μου εφηβική καθημερινότητα ήταν λίγο διαφορετική, καθώς έπρεπε να κάνω βάρδιες στα διάφορα ας τα πούμε επιχειρηματικά εγχειρήματα του πατέρα μου από την Α’ Γυμνασίου μέχρι να μετακομίσω Θεσσαλονίκη στα 18. Από τσιλιαδόρος σε χαρτοπαικτική λέσχη μέχρι προποτζής και από σερβιτόρος σε ποντιακό κέντρο μέχρι καφετζής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βγαίνω αργά, όταν όλοι οι συνομήλικοί μου είχαν μαζευτεί στα σπίτια τους και να κάνω παρέες με μεγαλύτερες ηλικίες. Κάτι που είχε θετικά και αρνητικά: Ήμουν ο «μικρός» για την αγριάδα της πόλης, ήμουν «αυτός που κάνει παρέες με τους άγριους» για τους συμμαθητές μου.
Όσο πρόλαβα να ζήσω από εφηβεία ήταν ΠΑΟΚ, μουσική και βιβλία -εξαιρώντας τον ΠΑΟΚ, ό,τι έκαναν και όλοι οι άλλοι. Αλλά νιώθω την ανάγκη να καταγράψω τη μυθοποίηση εκείνης της εποχής όσον αφορά στο οπαδικό κομμάτι, η οποία συναντάται σε ανθρώπους της δικής μου ηλικίας και λίγο μεγαλύτερους:
Ως Παοκτσήδες κατεβαίναμε δέκα-είκοσι φορές κάθε χρονιά στην Αθήνα για να δούμε τον ΠΑΟΚ και αυτό, τότε, δεν είχε καμία απολύτως σημασία. Έπαιζε η ομάδα στη Νίκαια, το Καραϊσκάκη, τη Φιλαδέλφεια, τη Γλυφάδα, τη Λεωφόρο, τη Νέα Σμύρνη, πήγαινες να τη δεις. Οι μισές ομάδες σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ είχαν έδρα στην Αττική, άρα αυτά τα πεντακόσια χιλιόμετρα κι άλλα τόσα να γυρίσεις ήταν αναγκαία για να βρεθείς δίπλα στον ΠΑΟΚ.
Όταν το έκανες δεν ένιωθες πως «έγραφες ιστορία» ή «ήσουν ο καλύτερος και ο πιο ταξιδεμένος λαός» και διάφορα που αναφέρονται τώρα, αναδρομικά. Αν η Α’ Εθνική είχε 9 ομάδες της Θεσσαλονίκης, θα πηγαίναμε εκδρομή με το αστικό και θα βλέπαμε τον ΠΑΟΚ στην άλλη μεριά της πόλης μας και θα νιώθαμε το ίδιο συναίσθημα, δηλαδή είμαστε δίπλα στον ΠΑΟΚ, τίποτα σπουδαίο ή δραματικό. Κάποιοι το κάνουν να φαίνεται ως κατόρθωμα, ενώ το ταξίδι στις αφιλόξενες πόλεις, ειδικά του Νότου, ήταν απλώς απαραίτητο κομμάτι για να συναντήσεις την ομάδα. Και να φτιάξεις δεσμούς για μια ζωή, εννοείται, κάτι που η σημερινή κερκίδα δεν μπορεί να αντιληφθεί, δυστυχώς.
To βιβλίο προέκυψε ως συνέχεια του blog “Ισοβίτης¨ που διατηρούσες στο διαδίκτυο για αρκετά χρόνια, με μεγάλη δημοφιλία. Μίλησες μας για αυτή τη διαδικασία, πως πέρασες από το διαδίκτυο στην έγχαρτη μορφή
Κι όμως, έγινε κάπως ανάποδα. Πρώτα άρχισε η συγγραφή για το βιβλίο και μετά η δημοσίευση κάποιων ιστοριών, όσο προχωρούσε το γράψιμο. Ξεκίνησε ένα ξημέρωμα, σε μια παρέα όπου πάλι ήμουν ο μικρότερος, λίγο πριν τα σαράντα τότε, μετά από ώρες παοκτσήδικης μίρλας για «τα χρόνια που χάσαμε στα γήπεδα» και τα «τις ζωές που σπαταλήσαμε με τον ΠΑΟΚ» από τους φίλους μου. Οι οποίοι, ακόμα και τώρα, λένε «το μόνο που έχω να διηγηθώ από τη ζωή μου είναι ο ΠΑΟΚ» και αν ξεκινήσουν δεν σταματούν, ανίκανοι να συλλάβουν τι έχουν ζήσει, πόσες ζωές έχουν γεμίσει ταξιδεύοντας τόσες δεκαετίες, δημιουργώντας συναίσθημα από το πουθενά, ως υποκείμενα μιας αλλόκοτης, παράλληλης πραγματικότητας. Και αποφάσισα να το κάνω βιβλίο, δίχως κάποιο σχέδιο, μαζεύοντας άναρχα τα κομμάτια της μνήμης. Για να τους αποδείξω πως τίποτα δεν σπατάλησαν και τίποτα δεν έχασαν -αντιθέτως, η ασπρόμαυρη ζωή τους είναι αυτό που καμαρώνουν όποτε ανοίγουν το στόμα τους.
Το blog με βοήθησε στην ταξινόμηση, ήρθε συμπληρωματικά, αλλά σταδιακά με κούρασε η δημόσια έκθεση και το μετάνιωσα κάπως, χάθηκα στην εικονική πραγματικότητα του Μέσου. Είναι εξουθενωτικό να απλώνεις την ψυχή σου στο διαδικτυακό μανταλάκι και να παλεύεις μη σου τη βρομίσουν τα άβαταρ.
Στις μέρες μας κατακλυζόμαστε από ιστοσελίδες, ραδιόφωνα, μέσα κοινωνικής δικτύωσης που ασχολούνται με τον αθλητισμό. Ο μέσος φίλαθλος της τότε εποχής πως μπορούσε να μάθει νέα για την ομάδα του. π.χ εσύ αγόραζες τα “Σπορ του Βορρά” ;
Ω, ναι, τα «Σπορ του Βορρά». Τι σπατάλη μελανιού. Ευτυχώς αγόραζα από μικρός την «Ελευθεροτυπία» και είχα ένα μέτρο σύγκρισης για το τι είναι δημοσιογραφία και τι οπαδογραφία. Αν και η «Ε» δεν είχε μεγάλο ρεπορτάζ για τον ΠΑΟΚ, την προτιμούσα -την αγόραζα από τα δεκατέσσερα, τη χρονιά της «οικουμενικής», κάπου εκεί άρχισα να μαθαίνω πως η πολιτική ήταν κάτι πιο πολύπλοκο και βαθύ από τη σημαία του ΠΑΣΟΚ στο μπαλκόνι όποτε είχε εκλογές. Δεν είχες ενημέρωση πέρα από όσα μάθαινες στον Σύνδεσμο και στο γήπεδο. Τα Σπορ του Βορρά ήταν απόλαυση όταν γύριζες από Αθήνα, ζεστή φυλλάδα που ανέλυε τον αγώνα που είχες δει το προηγούμενο βράδυ και σε περίμενε στο περίπτερο αμέσως μόλις άνοιγε η πόρτα του πούλμαν της επιστροφής. Αυτό, ναι, ήταν ωραίο συναίσθημα.
Στις σελίδες του βιβλίου διαβάζουμε για περιστατικά όπου ο πρωταγωνιστής ακροβατεί μεταξύ της βίας και της αγνής αγάπης/ πόρωσης για την ομάδα. Πιστεύεις ότι υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζουν αυτά τα δύο και πόσο εύκολο είναι να διαβεί κάποιος αυτή τη γραμμή;
Η γραμμή υπάρχει, υπήρχε από πάντα. Και δεν είναι λεπτή. Είναι μια τεράστια γραμμή που λέγεται «πραγματικότητα». Δύο κερκίδες στο ίδιο γήπεδο πρέπει πάντα, αδιάκοπα, χωρίς εξαιρέσεις, να έχουν στο μυαλό τους πως αυτό που συμβαίνει τώρα δεν είναι πραγματικό. Δεν είμαστε «εχθροί», δεν είμαστε «ανταγωνιστές», είμαστε απλώς αντίπαλοι σε ένα παιχνίδι -δεν είμαστε καν το παιχνίδι, είμαστε οι θεατές του παιχνιδιού που έχουμε επιλέξει να υποστηρίζουμε τον έναν ή τον άλλο.
Αυτό που ζούμε με τα κασκόλ στα χέρια είναι μία φανταστική κατάσταση, ένα διάλειμμα από την πραγματικότητα για να μας βοηθήσει να την παλέψουμε όταν επιστρέψουμε σε αυτή. Δεν πιστεύω πως κάποιοι «διαβαίνουν» αυτήν τη γραμμή -εξαρχής βρίσκονται από εδώ ή από εκεί. Θα αντιλαμβάνεσαι την «αγάπη-πόρωση» για την ομάδα ως κάτι εξόχως σημαντικό, μεν, αλλά πάντα εκτός πραγματικής πραγματικότητας (αυτό που εύστοχα έχει ειπωθεί ως «το σημαντικότερο από τα μη σημαντικά πράγματα στη ζωή») και θα είσαι εντάξει και θα είναι εντάξει και οι γύρω σου και οι απέναντι. Ή θα την αντιλαμβάνεσαι συμπλεγματικά, ως προέκταση ή προβολή ή αντανάκλαση ενός εαυτού που δεν αντέχεις να δεις στον καθρέφτη και θα σκορπίζεις μίσος και στο γήπεδο και στη δουλειά σου και στην οικογένειά σου.
Ναι μεν το βιβλίο αναφέρεται στις περιπέτειες ενός Παοκτζή, όμως με τηναφήγηση θα μπορούσε να ταυτιστεί ο οποιοσδήποτε οπαδός/ φίλαθλος. Τι αντιδράσεις έχεις εισπράξει αυτά τα χρόνια που κυκλοφορεί το βιβλίο;
Ομολογώ πως δεν περίμενα την αποδοχή. Από ανθρώπους που μπορούν να παραμερίσουν την οπαδική μας διαφορά οι αντιδράσεις είναι θετικές και, κάποιες φορές, έως και συγκινητικές. Η παρουσίαση του βιβλίου στο Σύνταγμα ήταν πραγματική έκπληξη, καθώς οι περισσότεροι με ενημέρωναν εκ των προτέρων πως δεν είναι Παοτσήδες για να μην γράψω στην αφιέρωση κάτι σχετικό. Και όλοι καλοπροαίρετοι, με χαμόγελο.
Σίγουρα, όσοι με πλησίασαν και μιλήσαμε για το βιβλίο ήταν αυτοί που έχουν παρόμοιο τρόπο σκέψης με τον δικό μου, συνεπώς είναι πολύ πιθανό να αυταπατώμαι για το μέγεθος της αποδοχής, αλλά νιώθω καλύτερα σκεπτόμενος πως αυτά που γράφω είναι αυτά που έζησαν ή θα μπορούσαν να έχουν ζήσει και αυτοί, απλώς με ένα διαφορετικό χρώμα κασκόλ. Για τους «δικούς μου», τους ασπρόμαυρους καλικάντζαρους με τους οποίους μοιράζομαι την κερκίδα και τα πούλμαν εδώ και περίπου 40 χρόνια, δεν έχω λόγια, είναι ό,τι ομορφότερο έχω νιώσει ως Παοκτσής το να συναντώ άτομα που μου μιλάνε για όσα γράφω.
Το ποδόσφαιρο και τα σπορ, γενικά, πάντα ήταν μέρος της λαικής (popular) κουλτούρας. Ειδικά όμως τα τελευταία χρόνια, τα σπορ έχουν ρομαντικοποιηθεί, σε ότι έχει να κάνει με μια αίσθηση νοσταλγίας: ιστοσελίδες που πωλούν παλιές ρετρό εμφανίσεις ομάδων, φανζίν – περιοδικά, ακόμη και θεατρικά έργα και λογοτεχνία με θέματα αθλητικά. Τι πιστεύεις για αυτή την τάση;
Αν το δεις με όρους καπιταλισμού, η ρομαντικοποίηση δεν προκύπτει από το πουθενά. Από τη μία, η σημερινή εμπορευματοποίηση μετατρέπει αυτομάτως την εποχή όπου το σπορ ήταν απλώς σπορ σε «ρομαντική», καθώς έχουμε την τάση να ωραιοποιούμε το γνήσιο όπως το θεωρούμε γνήσιο εμείς. Αλλά τη δεκαετία του ’90 κάποιοι θεωρούσαν ως ρομαντικό το ποδόσφαιρο του ’70, τότε που «οι παίκτες έπαιζαν για τη φανέλα και έναν απλό μισθό» και αυτό θα συνεχίζεται από γενιά σε γενιά.
Από την άλλη, ζώντας στην εποχή της απόλυτης εμπορικής εκμετάλλευσης, μέχρι και η νοσταλγία έχει ταμπελάκι τιμής -παντού, όχι μόνο στον αθλητισμό. Εξαιρώ πάντα την τέχνη, που διαλέγει οχήματα και πλαίσια και εποχές όπως της επιβάλλουν οι εσωτερικές της φωνές και οι θεοί κι οι δαίμονες που συγκατοικούν στα μυαλά των ανθρώπων που ομορφαίνουν τον κόσμο μας -μόνο θετικό είναι να μην αποκλείουν ως ταμπού τον αθλητισμό, τον επαγγελματικό αθλητισμό από τη θεματολογία τους, εφόσον αυτό τους υπαγορεύει η έμπνευσή τους. Συνολικά, μπορείς να το δεις και ως ένα μάθημα της πρόσφατης ιστορίας -αν ξέρεις να διαβάζεις, μέχρι και τα χαρτάκια από τις συλλογές της Πανίνι μπορούν να σου πουν ιστορίες. Εικόνες που θα σου γεννήσουν λέξεις, λέξεις που θα σου γεννήσουν εικόνες.