Λόγια περί έρωτος με τη Λυδία Τζανουδάκη

Λόγια περί έρωτος με τη Λυδία Τζανουδάκη

Η Λυδία Τζανουδάκη ανήκει στη νέα γενιά ηθοποιών. Έχει συνεργαστεί με σκηνοθέτες όπως ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, ο Δημήτρης Μπογδάνος, ο Θοδωρής Αμπατζής, ο Άρης Μπινιάρης. Η παρουσία της εκπέμπει μια γλυκιά ζωηράδα, ενώ λατρεία της είναι τα συντριβάνια καθώς πιστεύει ότι είναι μικρές εκλάμψεις της βαθύτερης φύσης μας λόγω του νερού που φέρουν και γι' αυτό έχουν μια ιδιαίτερη μαγεία. Στη συνάντηση που είχαμε μαζί της μιλήσαμε για τα πρώτα της βήματα στο θεατρικό σανίδι, την παράσταση «Δάφνις + Χλόη» που ανεβαίνει σε λίγες μέρες στη Μικρή Επίδαυρο, τον έρωτα και το καλοκαίρι.

Δεν μου είναι πολύ συνειδητό το πότε ένιωσα το πρώτο σκίρτημα για το θέατρο, το σκεφτόμουν σε διάφορες φάσεις της ζωής μου. Έχοντας τελειώσει δημοσιογραφία είχα ξεκινήσει να γράφω στο πολιτιστικό για κινηματογράφο, μουσική και κάποια στιγμή έγραφα πολύ περισσότερο για θέατρο, αλλά είχα δεύτερες σκέψεις. Σκεφτόμουν ότι θα γράψω μια κριτική, με ποια λογική όμως θα τη γράψω; Τι σημαίνει να είναι ο άλλος επάνω στη σκηνή και να εκτίθεται; Αφού δεν το έχω κάνει ποτέ και δεν ξέρω πόσο σκληρό μπορεί να είναι πόσο άδικη θα είμαι με έναν άνθρωπο μπαίνοντας στη διαδικασία να στοιχειοθετήσω μια άποψη για αυτόν; Έτσι αποφάσισα να κάνω ένα θεατρικό σεμινάριο να δω πώς είναι. Είναι μια διαδικασία πάρα πολύ ωραία - νομίζω ότι σε όλους τους ανθρώπους θα άρεσε - γιατί έρχεσαι σε επαφή με πολύ βαθιά κομμάτια του εαυτού σου και είναι και πολύ παιχνιδιάρικη όταν την κάνεις σαν χόμπι για να περάσει η ώρα σου ευχάριστα και δεν σκέφτεσαι να ασχοληθείς με αυτό πιο επαγγελματικά. Ξαφνικά ανοίχτηκε ένα πεδίο που για έμενα ήταν πολύ ενδιαφέρον και μέσα από αυτό ήρθε και η πρώτη μου θεατρική δουλειά από μια πρόταση του δασκάλου μου Βασίλη Μαυρογεωργίου. Ήταν το «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω», μια παράσταση την οποία ήδη είχε ανεβάσει ο Βασίλης με την ομάδα του στο Θέατρο του Νέου Κόσμου και την επανέλαβε στη Θεσσαλονίκη, επανασυστήνοντάς τη με μια νέα ομάδα που σε αυτή ήμουν κι εγώ. Στη συνέχεια επεκτάθηκα και στις θεατρικές σπουδές, γιατί σκεφτόμουν πώς θα κάνω αυτή τη δουλειά χωρίς να έχω την απαιτούμενη εκπαίδευση - κάτι που στο θέατρο βέβαια συμβαίνει κατά κόρον; Ήθελα να το κάνω σωστά κι έτσι έδωσα εξετάσεις για να μπω σε δραματική σχολή.

Τα χρόνια στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών ήταν υπέροχα. Μακάρι όσα παιδιά είναι σε δραματικές να περνάνε όσο ωραία περάσαμε εμείς στο έτος μου. Το πρόγραμμα ήταν πολύ απαιτητικό - καθημερινά δωδεκάωρα, χώρια οι πρόβες εκτός σχολής - αλλά αυτό που μου έκανε πολύ καλό σε εκείνη τη φάση της ζωής μου ήταν ότι βρέθηκα με άλλους δεκαπέντε ανθρώπους οι οποίοι δεν ήταν ανταγωνιστικοί, κάτι το οποίο δεν συναντάς συχνά, το αντίθετο θα έλεγα. Δέσαμε πολύ καλά σαν ομάδα, δημιουργώντας ένα οικογενειακό κλίμα μεταξύ μας και σε αυτό βοήθησαν όχι μόνο οι ποιότητες των χαρακτήρων μας αλλά και οι δάσκαλοί μας.

Η μεγάλη ασφάλεια που μου έδωσε το συνεργατικό πνεύμα της σχολής με έκανε να σκέφτομαι το θέατρο ως μια ομαδική δουλειά που όσο κι αν πρέπει να εκτεθείς προσωπικά δεν γίνεται αν δεν υπάρχει και η από κοινού αφήγηση μιας ιστορίας.  Για να ευχαριστηθώ τη δουλειά, έχω την ανάγκη να υπάρχει αυτή η αντίληψη στην ομάδα, να ξέρω ότι μπορώ να ακουμπήσω κάπου το βλέμμα μου, τις ανησυχίες μου, τους ενδοιασμούς μου για κάτι, ότι υπάρχει ένας κοινός στόχος να πούμε μια ιστορία και όχι ότι ο καθένας θέτει σαν σκοπό την προσωπική του προβολή στην παράσταση. Μπορεί να φαίνεται μια ρομαντική θεώρηση, αλλά είναι ένα βασικό  στοιχείο που ψάχνω – με μεγάλη δυσκολία – σε ό,τι κάνω.

Στο θέατρο δεν γίνεται να επαναπαύεσαι, είναι σαν να δίνεις καθημερινά εξετάσεις. Κάθε φορά οι απαιτήσεις των σκηνοθετών για τις δεξιότητες των ηθοποιών είναι και περισσότερες, οπότε κάθε ηθοποιός χρειάζεται να γνωρίζει πολύ καλά ποια είναι τα εργαλεία του, να μπορεί να τα εξασκεί και να τα βελτιώνει συνεχώς και να προσπαθεί για αυτά. Αυτή η κατάσταση φέρει μεν τη γνώση, αλλά υπάρχει και το άγχος ότι πρέπει να είσαι καλός σε όλα, να μπορείς να χορεύεις, να τραγουδάς, να παίζεις μουσικά όργανα, χωρίς απαραίτητα στο τέλος να αξιοποιήσεις κάτι από αυτά.

 

Με τον Δημήτρη Μπογδάνο χαίρομαι πολύ να συνεργάζομαι, έχει χαρακτηριστικά που δύσκολα βρίσκεις σε έναν σκηνοθέτη. Είναι ένας ευγενής άνθρωπος με όραμα και έγνοια για τους ηθοποιούς του. Η προηγούμενη συνεργασία μας ήταν στο «Μπιλ και Λου», μια παράσταση που θυμάμαι με τρυφερότητα και χαίρομαι να λέω ότι έπαιξα, γι' αυτό και ήθελα πολλά χρόνια να ξαναβρεθούμε και να δουλέψουμε πάλι μαζί.

Το έργο «Δάφνις + Χλόη» είναι η αποθέωση του έρωτα και η δικαίωση του «είναι» της ανθρώπινης ύπαρξης. Παρουσιάζει έναν έρωτα που βιώνεται ιδανικά σε ένα ιδανικό φυσικό περιβάλλον. Οι δύο ερωτευμένοι αναφέρονται ως «δύο σώματα που γέρνουν και γερνούν το ένα δίπλα στο άλλο», συνεργοί των βαθιών επιθυμιών και αναγκών τους. Οι συνθήκες αυτές θέτουν ένα μεγάλο στοίχημα για τη ζωή, γιατί όλα αυτά δεν συμβαίνουν εύκολα πια.

Το κείμενο φέρει μια αθωότητα που ακουμπάει σε όλους μας, αλλά είναι ξεχασμένη μέσα μας. Είναι ένας ύμνος σε έναν έρωτα αισθησιαρχικό, πολύ αγνό, σε αυτό το κάτι που όταν συμβαίνει πρώτη φορά δεν ξέρεις τι είναι και από το οποίο απομακρυνόμαστε μεγαλώνοντας. Το γεγονός μάλιστα ότι το έργο δεν είναι θεατρικό ήταν μια πρόκληση ως προς τον τρόπο διαμόρφωσης και αφήγησης αυτής της ερωτικής ιστορίας με έναν τρόπο ευφάνταστο και δημιουργικό.

Η παράσταση αναφέρεται στον πρώτο έρωτα και στο πώς ορίζεται αυτός σαν ανάμνηση. Ο Δημήτρης Πασσάς και η Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη, ως νεαροί ερωτευμένοι, είναι σαν να έχουν βουτήξει σε μια θάλασσα προσπαθώντας να ανακαλύψουν τα κοράλια της αθωότητας. Ταυτόχρονα, ο ώριμος Δάφνις, τον οποίο υποδύεται ο Γιάννης Φέρτης, επαναφέρει στη μνήμη του την πρώτη αυτή αθωότητα σε μια προσπάθεια να αναβιώσει μέσα του κάτι τόσο πρωτογενές σε σχέση με τον έρωτα και τις πρώτες του αισθήσεις και να φωτίσει με την ενήλικη ματιά του και την ώριμη αντιμετώπισή του τους σταθμούς μιας διαδρομής που είναι πολύ οικεία.

 

Υπάρχουν πρόσωπα που εκφράζουν ιδέες προχωρημένες για την εποχή τους. Χαρακτηριστικά να αναφέρω  τη Λυκαίνιο, μια παντρεμένη που ξελογιάζει το νεαρό Δάφνι και τον Γνάθωνα, έναν άντρα που κι αυτός τρέφει αισθήματα για το Δάφνι και υποστηρίζει ότι «Όποιος αγαπάει τον κυριεύει η ομορφιά σ’ όποια μορφή τη βρει. Γι' αυτό άλλος αγαπάει φυτό, άλλος ποτάμι, άλλος θηρίο.»

Η μουσική κατέχει εξέχουσα σημασία. Το έντονα ηχητικά στοιχεία που φέρει το έργο του Λόγγου έχουν ενσωματωθεί στη μουσική του David Lynch με διάφορους τρόπους που προκύπτουν από συνδυασμούς μουσικών όργανων και σκηνικών αντικείμενων, ενώ η Έλλη Πασπαλά με τη φωνή της και την παρουσία της ως αρχινύμφη προσδίδει μια παραμυθιακή μαγεία στο βουκολικό τοπίο.

Η στιγμή του φιλιού είναι πολύ ισχυρή. Αποτελεί το συν (+) στην ένωση Δ+Χ («Δάφνις + Χλόη»), την έκρηξη μιας πυροδοτημένης κατάστασης. «Αναγκαία προυπόθεση ο εναγκαλισμός. Είναι το ευγλωττότερο από τα ερωτογόνα χάδια, λέει πολύ περισσότερα απ΄ ότι μπορεί να πει η γλώσσα, είναι ο τελικός βαθμός ελέγχου, θα κρίνει τη συμφωνία των μαγνητικών ρευστών μας. Από την ελαφρότατη επαφή των χειλέων έως το δάγκωμα και το γλωσσικό φιλί οι ποικιλίες του είναι αμέτρητες όσοι και οι ερωτευμένοι».

Εγώ υποδύομαι τον Έρωτα. Αυτόν που παρακινεί και εξουσιάζει τα πάντα και που αποτελεί τον βασικό παράγοντα για τη λειτουργία του έργου. Ο Έρωτας δρα σε άλλες ταχύτητες από τους υπόλοιπους χαρακτήρες και έχει την αίσθηση του παιχνιδιού και της συνομωσίας.

Αν όριζα τον έρωτα με μια εποχή του χρόνου αυτή θα ήταν το καλοκαίρι. Πάντα ο έρωτας είναι καλοκαίρι, ανεξαρτήτως συνθηκών. Το καλοκαίρι είναι η περίοδος των διακοπών, έχουμε την ευκαιρία να ξεφύγουμε από το θόρυβο της πόλης και από έναν τρόπο ζωής βίαιο και όχι τόσο βιώσιμο και να έρθουμε σε επαφή με την ίδια μας τη φύση. «Όλα ζουν την πιο καλή τους ώρα», όπως λέει και μια φράση στο κείμενο της παράστασης και ο έρωτας για εμένα είναι εκεί που είμαστε εναρμονισμένοι με το μέσα μας και το έξω μας.

Τα δικά μου καλοκαίρια έχουν έντονες εικόνες και ήχους. Σκέφτομαι τους ελαιώνες που κυριαρχούν στο νησί μου, την Κρήτη, τις ελιές που ασημίζουν με το φως του ήλιου, τις ανοιχτές θάλασσες, τις βόλτες με τα ποδήλατα, τα δυνατά γέλια και γενικότερα στιγμές ζωντάνιας και χαράς.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ.

Ευχαριστούμε πολύ τη Λυδία Τζανουδάκη για το χρόνο της και της ευχόμαστε ολόψυχα κάθε επιτυχία!