Κατερίνα Ζησούδη: «Το βουνό είναι το άγνωστο, κάτι που θέλεις»

Κατερίνα Ζησούδη: «Το βουνό είναι το άγνωστο, κάτι που θέλεις»

Έχουν κάτι αστείο οι συνεντεύξεις… Γιατί αυτό που λες εκείνη τη στιγμή μπορεί να σημαίνει κάτι για σένα κι αύριο να σου ακούγεται η μεγαλύτερη βλακεία του κόσμου. Ειδικά για μένα που την ίδια στιγμή που σκέφτομαι κάτι, αμφιβάλλω για τη σκέψη μου, λέω μήπως δεν είναι έτσι. 

Πήγαινα θέατρο, μου άρεσε πολύ να βλέπω, αλλά δεν ήμουν από εκείνα τα παιδιά που έχουν όνειρο να παίξουν στο θέατρο. Η μόνη φορά που ασχολήθηκα με αυτό ήταν στο σχολείο σε θεατρική ομάδα στο δημοτικό. Μεγαλώνοντας, όμως, αυτή η επιθυμία «εξαφανίστηκε». Μάλιστα στο σχολείο που πήγαινα γυμνάσιο και λύκειο (σ.σ. Αρσάκειο) είχε μια πολύ καλή θεατρική ομάδα, όπου επικεφαλής ήταν ο Δημήτρης Λιγνάδης, αλλά εγώ δεν πήγα ποτέ. Προέκυψε αργότερα, όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο και σπούδαζα στη Νομική. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ύστερα από παρότρυνση της μικρής μου αδερφής, Αγγελικής, η οποία σπούδαζε εκείνη την περίοδο θέατρο (είναι επίσης ηθοποιός), αποφάσισα να δώσω εξετάσεις. Αλλά το πώς ακριβώς έγινε δεν είναι πολύ καθαρό ακόμη και τώρα στο κεφάλι μου. Ακόμη και στα χρόνια της σχολής (σ.σ. στη Δραματική Σχολή Ωδείου Αθηνών) πάλι δεν ήξερα αν θέλω να το κάνω. Μου άρεσε όμως η σχολή κι όσο περνούσε ο καιρός ένιωθα ότι όλο και πιο πολύ μου αρέσει. Τελειώνοντας τη σχολή, δούλεψα αμέσως. Όλα ήρθαν κάπως ομαλά. Δεν υπήρξε δηλαδή μια στιγμή όπου εγώ είπα «τώρα θα γίνω ηθοποιός», δεν έπρεπε να απαντήσω σε κάποιο ερώτημα. 

Στην πρώτη μου παράσταση, στο «Σεισμό στη Χιλή» σκηνοθετούσε ο αγαπημένος μου δάσκαλος Ακύλλας Καραζήσης. Εκεί συνεργάστηκα για πρώτη φορά με τα παιδιά που συνεργάζομαι και τώρα, με τον Κωνσταντίνο Πλεμμένο και το Γιώργο Κατσή. Γενικά με όλο το θίασο εκείνης της παράστασης κρατήθηκε μια επαγγελματική και φιλική σχέση- έχουμε συνεργαστεί ξανά από τότε. Έχει συμβεί δηλαδή σε πράγματα που έχει σκηνοθετήσει κάποιο από τα παιδιά να ξαναβρεθούμε  και να παίξουμε. Δεν είμαστε ακριβώς ομάδα, με την έννοια ότι δε δουλεύουμε όλη την ώρα μαζί. Υπάρχει όμως ένας πυρήνας ανθρώπων, στον οποίο επιστρέφουμε γιατί μας αρέσει αυτή η συνύπαρξη. 

 

Ένας από τους λόγους που είπα ναι στο «Βουνό» ήταν και τα παιδιά. Όταν έμαθα ότι θα είναι κι ο Κωνσταντίνος ήθελα να συνεργαστούμε ξανά. Με τον Κωνσταντίνο δεν έχουμε ξαναδουλέψει μετά το «Σεισμό», ενώ με το Τζούλιο (σ.σ. Γιώργο Κατσή) έχουμε ξαναδουλέψει αρκετές φορές. Ήμουν περίεργη για το πώς θα ήταν η συνάντησή μου με τον Κωνσταντίνο τώρα. Συνδεόμαστε μεν φιλικά όλον αυτόν τον καιρό (σ.σ. πέντε χρόνια), αλλά δεν είχαμε δουλέψει. Με τον Χρόνη ήταν η πρώτη συνεργασία μας, καινούριο πρόσωπο για μένα. Είναι πολύ σημαντικό να δουλεύεις με καινούριους ανθρώπους, να βλέπεις και να μαθαίνεις καινούργιους ή διαφορετικούς τρόπους. Πάντα η γνωριμία με άλλους ανθρώπους κάτι σου δίνει. Οπότε όταν ξαναγυρνάς στην παρέα σου, έχεις πλέον καινούργια παιχνίδια, τα οποία φέρνεις μαζί. Μόνο έτσι έχει νόημα να επανέρχεσαι στους ίδιους ανθρώπους. 

Με το Γιώργο συναντηθήκαμε πρώτη φορά όντας κι οι δύο ηθοποιοί. Μετά εγώ δούλεψα ως βοηθός σκηνοθέτη στο «Ο θείασως πέζη Κάφκα», παράσταση που σκηνοθετούσε ο ίδιος κι η επόμενη συνεργασία μας ήταν στο «Έξυπνο πουλί» όπου συνυπήρξαμε ως ηθοποιοί, ενώ παράλληλα ο Γιώργος ήταν και συνσκηνοθέτης μαζί με το Μάνο Βαβαδάκη. Το ωραίο σε όλη αυτή την κοινή μας πορεία είναι ότι η συνεργασία μας είναι στα μάτια μου διαφορετική από δουλειά σε δουλειά. Ο Γιώργος ως συνεργάτης είναι απαιτητικός και επίμονος, με την έννοια ότι ξέρει τι θέλει, έχει εικόνα στο μυαλό του το τι θέλει κι αυτό είναι πολύ ανακουφιστικό με έναν τρόπο. Από την άλλη, βέβαια, είναι και λίγο πιεστικό μέχρι να φτάσεις στο αποτέλεσμα. Σε αυτή τη δουλειά, όμως, δεν ήταν ακριβώς έτσι. Ίσως επειδή είμαστε λίγοι άνθρωποι; Ίσως επειδή ήταν δικό του κείμενο οπότε κι ο ίδιος ένιωθε παράξενα που το κείμενό του θα γινόταν παράσταση; Σε αυτή τη δουλειά λοιπόν ήταν πολύ προστατευτικός και μας έδειξε πολλή εμπιστοσύνη, μας άφησε δηλαδή χώρο, μας έδωσε μεγάλη ελευθερία. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το κείμενο είναι πολύ σκοτεινό, πολύ θανατερό, νομίζω ότι αυτός ο τρόπος μας βοήθησε σιγά σιγά να «μπούμε» σε κάτι που προσωπικά με δυσκόλευε. Μιλάμε για μια πολύ μαύρη ιστορία, οπότε η φαντασία μας έπρεπε να μπει σε σκέψεις που σε πρώτη φάση δεν ήταν καθόλου ευχάριστες. 

Το έργο έχει γραφτεί με αφορμή ένα περιστατικό που συνέβη το 1959, μια ομάδα εννέα νεαρών πεζοπόρων βρέθηκαν νεκροί. Ήταν πεζοπόροι, δεν ήταν δηλαδή 100% ικανοί για αυτό το εγχείρημα στο δικό μου το μυαλό, δεν ήταν επαγγελματίες ορειβάτες. Τους βρήκαν μετά από καιρό σε άθλια κατάσταση. Οι ερμηνείες ήταν πολλές και καμία ταυτοχρόνως. Σε καμία περίπτωση δεν προσπαθεί το κείμενο να εξηγήσει το γεγονός. Αυτό συνέβη τότε. Απλώς με αφορμή αυτό το γεγονός ο Τζούλιο έγραψε ένα κείμενο για το μυστήριο του ταξιδιού. Ξεκινά κάποιος να πάει κάπου και δεν ξέρει τι θα του συμβεί. Ουσιαστικά ασχολείται με το πριν, με τη διαδρομή αυτών των ανθρώπων στη φύση. Μπλέκεται, λοιπόν, το φανταστικό με το πραγματικό και τα όρια μεταξύ των δύο γίνονται δυσδιάκριτα. Η παράσταση, δηλαδή, δεν είναι ρεαλιστική, με την έννοια ότι δε στηρίζεται σε γεγονότα. Πρόκειται για μια αφήγηση τριών ηθοποιών για αυτούς τους πεζοπόρους, αλλά είναι μια παραισθησιογόνος κατάσταση, όπου μπαινοβγαίνουμε συνεχώς στο φανταστικό και το πραγματικό. 

Το βουνό είναι το άγνωστο, κάτι που θέλεις, αλλά δεν ξέρεις τι ακριβώς. Για μένα έχει άμεση σχέση με τη φαντασία. Είναι κάτι που σε κινεί να κάνεις πράγματα όμως δεν ξέρεις πάντα τι είναι αυτό. Για παράδειγμα κάνεις μια δουλειά που σου αρέσει, αλλά δεν ξέρεις κάθε στιγμή γιατί  σ’ αρέσει- απλώς φαντασιώνεσαι κάτι σε σχέση με αυτό ή τον εαυτό σου μέσα σε αυτό. Και μπορεί να μην είναι πολύ συγκεκριμένο. Ίσως το βουνό είναι ένα ιδανικό που έχουμε όλοι στο μυαλό μας και πηγαίνουμε προς αυτό, χωρίς να ξέρουμε κιόλας τι είναι. Το μόνο σίγουρο είναι πως είναι κάτι μεγάλο και σπουδαίο και γιατί όχι κι όμορφο. Και ταυτόχρονα τρομακτικό.

 

 Όπως το παιδί θέλει να βάλει το χέρι του στην πρίζα για να δει πώς είναι, από περιέργεια και μόνο, έτσι κι οι πεζοπόροι αυτοί επέλεξαν να κάνουν μια διαδρομή, που μάλλον τους ήταν γνωστό ότι ήταν δύσκολη κι επικίνδυνη. Η περιέργειά τους δηλαδή ήταν πιο δυνατή.’Η η επιθυμία τους. Μπορεί να εμπιστεύονταν πάρα πολύ το ένστικτό τους ή να ένιωθαν ασφάλεια λόγω του ότι θα είχαν παρέα σε όλο αυτό. Δε μπορούσαν να συλλάβουν ότι η φύση είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από εκείνους, την αψήφησαν. Η ιστορία αυτή μου θυμίζει για κάποιο λόγο το να ανεβαίνεις σε αεροπλάνο. Το αεροπλάνο ως μέσο είναι ασφαλές, αλλά επειδή δεν είναι φυσικό, πάει δηλαδή ενάντια στους κανόνες της φύσης, υπάρχει ένα ρίσκο. Όταν επιλέγεις να ταξιδέψεις με αυτό το μέσο παίρνεις ένα ρίσκο, γιατί μπορεί να πέσει. Είναι ακραίο το γεγονός ότι πετάς. Είναι όμως πιο δυνατή η επιθυμία του ταξιδιού από την πιθανότητα του ατυχήματος/δυστυχήματος. Πολλά ακραία κάνει ο άνθρωπος με ένα βαθύτερο ρίσκο, από επιθυμία και με περιέργεια. Είναι πολύ όμοιο με τον έρωτα. Έχεις την περιέργεια, ακόμη κι αν ξέρεις πως κάποια στιγμή θα τελειώσει, πας προς τα εκεί.  

Στο έργο οι ήρωες αν και ξεκινούν όλοι μαζί, πολύ γρήγορα αντιλαμβάνονται ότι είναι βαθιά μόνοι τους. Όταν φτάνουν λοιπόν, αυτό αποκαλύπτεται σε απόλυτο βαθμό. Δεν ξέρω τι σκέφτονται, μπορεί να ασφυκτιούν, νομίζω όμως ότι υπάρχει κάπου μέσα τους και το αίσθημα της ηδονής. Εκεί που πάνε βρίσκονται σε τρομερή ησυχία και κάτι θέλουν να βρουν μέσα από αυτό. Μπορεί να είναι και μια πρόφαση για να συμφιλιωθούν με την ιδέα του θανάτου, μια πιο ομαλή μετάβαση. Κάπως έτσι το σκέφτομαι. Μάλιστα σε φωτογραφίες που βρήκαμε, οι πεζοπόροι είναι όλοι χαμογελαστοί κι αθώοι, τα πρόσωπά τους είναι σχεδόν παιδικά. Είναι κάτι που με συγκινεί αυτό. 

Μέσα στο έργο λέει «ήταν φίλοι, το ‘ξεραν μα εκείνη τη στιγμή δυσκολεύονταν να το αισθανθούν. Κι αυτό τους τρόμαζε». Είναι λυπηρό να νιώθεις τη μοναξιά ανάμεσα σε φίλους, αλλά από την άλλη είναι και πολύ ευτυχείς οι στιγμές που τη νικάς και καταφέρνεις όντως να αισθανθείς κοντά με κάποιον. Θέλω να πω ότι η μοναξιά έχει σχέση με το ότι κάποια πράγματα θεωρούνται δεδομένα. Το ότι θα δω ένα φίλο μου και θα πιώ έναν καφέ δεν συνεπάγεται ότι εγώ θα επικοινωνήσω εκείνη τη μέρα με το φίλο μου, επειδή απλώς κανονίσαμε τη συνάντηση. Το ότι ξέρω κάποιον, δε σημαίνει ότι ξέρω όλες του τις πλευρές, ότι τον ξέρω σήμερα, ούτε η φυσική παρουσία συνεπάγεται πλήρη κατανόηση. Η παραδοχή αυτής της διαπίστωσης και η προσπάθεια που χρειάζεται τελικά για να συναντηθείς έχει κάτι πολύ ζωντανό και πολύ αισιόδοξο. Εμπεριέχει μια ωριμότητα. Ούτως ή άλλως για να καταλάβει ο ένας τον άλλο απαιτείται ένα άνοιγμα. Είναι αστείο το ότι κάποιες φορές μπορούμε να ανοιχτούμε ευκολότερα σε αγνώστους, απ’ ότι σε ανθρώπους που ήδη γνωρίζουμε. Πιθανώς να σχετίζεται με την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εμάς, με τις προσδοκίες. Για μένα η προσδοκία είναι εγκληματική για τις σχέσεις. Οι ταμπέλες που βάζουμε στους ανθρώπους στερούν τη δυνατότητα από τον άλλο να είναι κάτι «άλλο». Είναι πολύ δύσκολο, βέβαια, να το αποφύγεις. Από την άλλη όμως το να είσαι ανοιχτός στις εκπλήξεις είναι πολύ όμορφο. Αυτό το άνοιγμα προϋποθέτει να αντέχουμε να μην κρίνουμε, κάτι που έχουμε μάθει από πολύ νωρίς στη ζωή μας. Έχουμε μεγαλώσει με το τι πρέπει να κάνουμε, πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε, τι πρέπει να τρώμε κι άλλα πολλά. 

Το βασικότερο είναι να ακούσεις τον άλλον, εσένα, αλλά δυστυχώς στη ζωή έχει πολλή φασαρία. Στο έργο έχει ησυχία, αλλά και θόρυβο. Θόρυβο, όμως, προερχόμενο από τη φύση. Κι αυτή η ησυχία μπορεί να είναι πολύ φοβιστική γιατί σε φέρνει αντιμέτωπο με δύσκολα. Κι εμείς με αυτό ήρθαμε αντιμέτωποι, όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε την παράσταση. Το να μιλάς ή να σκέφτεσαι το θάνατο δεν είναι ευχάριστο. Μπορεί, όμως, μέσα από αυτή τη διαδικασία να προκύψει κάτι φωτεινό. 

 

Στην προσπάθεια να σιγουρέψει κανείς κάποια πράγματα, που ποτέ δε σιγουρεύονται, όπως την εικόνα μας στους άλλους, χάνει πράγματα, τα οποία όντως θα μπορούσε να έχει. Ο φόβος είναι αυτός που σε κρατά πίσω και κάνει τα πράγματα πιο τρομακτικά, ενώ αν βουτήξεις μέσα σε αυτά μπορεί να μην είναι και τόσο. Ο φόβος που πολλές φορές δεν παραδέχεσαι ότι μπορεί να νιώθεις, που δεν τον αποδέχεσαι. Κι αυτό είναι παραλυτικό. Θεωρώ ότι έτσι ζούμε πιο σκληρά τα πράγματα από ό,τι είναι. Ζεις μεν, αλλά την ίδια στιγμή δε ζεις. Ίσως ο θάνατος θα έπρεπε να υπάρχει ως σκέψη στο πιο μπροστά κι όχι στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας, χωρίς το δράμα. Χάνουμε συχνά μια πιο σφαιρική, συνολική εικόνα των πραγμάτων. Αρκούμαστε στο μικρόκοσμό μας ή στο μικρόκοσμο της οικογένειάς μας. Υπάρχουν χιλιάδες όμορφα πράγματα έξω από αυτόν το μικρόκοσμο. Ταυτοχρόνα κι άσχημα. 

 

Η σημερινή εποχή, στην οποία πρέπει να είσαι συνεχώς παραγωγικός και λειτουργικός, σου στερεί μ’ έναν τρόπο από τη σκέψη. Πρόσφατα διάβασα ότι οι άνθρωποι που είναι αργοί σκέφτονται περισσότερο, δίνουν δηλαδή στον εαυτό τους το προνόμιο της σκέψης. Βέβαια για κάποιους είναι τρομερό να μην τα προλαβαίνεις όλα. Κι αυτό είναι θέμα, το ότι έτσι έχουν μάθει. Είναι ένα ευρύτερο πλαίσιο που σε διδάσκει πώς να βλέπεις το χρόνο. Ευτυχώς η δική μας δουλειά καμιά φορά σου δίνει αυτή την πολυτέλεια-να πάρεις το χρόνο σου τόσο στην πρόβα όσο και στη σκηνή. Η υποκριτική από μόνη της σε αναγκάζει να καταπιαστείς με θέματα που ο υπόλοιπος κόσμος αποφεύγει στην καθημερινότητά του ή πιο σωστά πρέπει να τα αποφύγει για να μπορεί να ανταπεξέλθει σε μια καθημερινότητα. Αυτή η πολυτέλεια μπορεί ταυτόχρονα να σε διαλύσει, αλλά και να σε πλουτίσει. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της λογοτεχνίας. Είναι μια πολυτέλεια το διάβασμα. Προσωπικά δεν είμαι πάντα στη διανοητική κατάσταση για να μπορώ να το κάνω. Όταν διαβάζεις, μπαίνεις σε κάτι μεγαλύτερο από εσένα, βγαίνεις από τη σύμβαση του χρόνου. Και στο θέατρο η επαφή με τους άλλους, το μοίρασμα, το άνοιγμα, η ανακάλυψη των ορίων του εαυτού σου είναι κάτι πέρα από σένα. Και στη ζωή υπάρχει αυτό. Όταν έχεις περάσει ένα βράδυ με φίλους που νομίζεις ότι έχει κάπως σταματήσει ο χρόνος ή έχεις κάνει μια κουβέντα με έναν άνθρωπο και νιώθεις ότι αυτό είναι. Βέβαια είναι πολύ απογοητευτικό, αν το έχεις ήδη βρει κάποτε, να το ψάχνεις ξανά και να μην το βρίσκεις. Δε γίνεται να ψάχνεις εμμονικά, όμως, αλλά ούτε και κάθε μέρα να βρίσκεις πράγματα που αλλάζουν τη σχέση με το χρόνο. Ούτε και το αντέχουμε σε μόνιμη βάση. Χρειάζεται ξεκούραση το σώμα. Κι εκεί έρχεται η καθημερινότητα, η οποία έχει κάτι το πολύ θεραπευτικό για μένα. Στα μικρά πράγματα που επανέρχεσαι κάθε μέρα, όπως είναι το να φτιάξεις ένα φαγητό, υπάρχει μια ομορφιά, μια ασφάλεια, ένα «τελετουργικό», εκεί μπορείς να είσαι μόνος σου με τον εαυτό σου με έναν πολύ φυσικό τρόπο.

Έχω δουλέψει και ως βοηθός σκηνοθέτη. Και ως σκηνοθέτης μία φορά. Την περίοδο που φοιτούσα στη σχολή. Σε εκείνη την παράσταση, την «Ερωφίλη» έπαιζε και ο Κωνσταντίνος (σ.σ. Πλεμμένος). Είναι πολύ διαφορετικό από το να είσαι ηθοποιός. Τι προτιμώ; Δε ξέρω. Είναι εντελώς διαφορετικά ως δουλειές αλλά και ως διαδικασίες. Είναι άλλο πράγμα το να είσαι μέσα κι άλλο να είσαι απ’ έξω. Όταν είσαι απ’ έξω όλα φαίνονται πιο εύκολα. Από την άλλη θεωρώ πως όλα συνδέονται, σου δίνουν μια πιο σφαιρική γνώση και αίσθηση για τη δουλειά. Είναι πολύ βοηθητικό το ότι είμαι ηθοποιός για τις φορές που έχω υπάρξει απ’ έξω γιατί μπορώ να καταλάβω τι περνά ο ηθοποιός. Γιατί είναι δύσκολο, αν δεν είσαι ηθοποιός να το καταλάβεις. Το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως δε θα διάλεγα το κομμάτι της σκηνοθεσίας κατ’ αποκλειστικότητα. Όσο περνούν τα χρόνια, παρατηρώ πως ευχαριστιέμαι ολοένα και περισσότερο την υποκριτική, το να παίζω. Πλέον νιώθω πολύ μεγαλύτερη χαρά με τη διαδικασία. Κι αυτό δεν ήταν για μένα δεδομένο από πάντα. Μάλλον έχω χαλαρώσει, ηρεμήσει, δε σκέφτομαι τόσο πολύ. Το θέατρο εξάλλου είναι πολύ χειρωνακτικό-είσαι εσύ και το σώμα σου. 

Ευχαριστούμε πολύ την Κατερίνα για το χρόνο της και της ευχόμαστε καλή συνέχεια σε ό,τι κι αν κάνει!

*Οι φωτογραφίες της συνέντευξης είναι του Νίκου Πανταζάρα.

Πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ