Η Μαριάνθη Παντελοπούλου μιλά στο deBόp

Η Μαριάνθη Παντελοπούλου μιλά στο deBόp

Ξεκινώ από το παρελθόν· τότε που η επιθυμία της Μαριάνθης για την υποκριτική, μόλις που αχνοφαίνεται. Η πρώτη επαφή, έρχεται στα φοιτητικά της χρόνια. Μια ομάδα σπουδαστών, τολμά και πειραματίζεται σε ένα αυτοσχέδιο θεατράκι. Εκεί, για πρώτη φορά παίζει και σκηνοθετεί. Μολονότι σπουδάζει οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ, δεν το ακολουθεί. Παίρνει το πτυχίο της και φεύγει αμέσως για άλλες σπουδές στο Λονδίνο. Τότε, αρχίζει σιγά σιγά, να ευδοκιμεί ο σπόρος της ενασχόλησής της με το θέατρο. Επιστρέφει στην Ελλάδα, δίνει εξετάσεις και περνάει στη δραματική σχολή της Νέλλης Καρά. Αργότερα, συμμετέχει σε διάφορες παραστάσεις, μεταξύ άλλων, στη «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλούμ» και στη «Διαβολιάδα» με την ομάδα Ubuntu, ενώ συνεχίζει με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στα «Πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ» και στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», όπου λαμβάνει πολύ καλές κριτικές για το ρόλο της, ως Κάθριν.

Φέτος, στην «Ιταλική Νύχτα» του Έντεν φον Χόρβατ σε σκηνοθεσία του Παντελή Φλατσούση, υποδύεται την Άννα Ένα κορίτσι που μάχεται για τα πολιτικά του ιδεώδη σε μια επαρχιακή πόλη της Γερμανίας, κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου.

 

Πόσα χρόνια ασχολείσαι με το θέατρο;

Τελείωσα το 2012, τώρα έχουμε 2019, με μια παύση των 1-2 χρόνων, συνολικά 5.

Τι είναι αυτό που έχεις παρατηρήσει να αλλάζει στον εαυτό σου μέσα από τη δουλειά;

Καμιά φορά, αναρωτιέμαι αν όντως έχει αλλάξει κάτι!  Σε ένα βαθμό σίγουρα, αφού μέσα σε αυτά τα χρόνια, έχει αλλάξει η ζωή μου, κι εγώ, άρα και ο τρόπος που αντιμετωπίζω τη δουλειά μου. Κι εγώ έχω αλλάξει μέσα σε αυτό. Όσο αποκτάς εμπειρία, αυτό γράφει. Η πρώτη σκηνή που έκανα για πρώτη φορά μπροστά σε κάμερα, δεν νομίζω να έχει σχέση με την τελευταία φορά στο  τελευταίο γύρισμα, που έκανα φέτος. Σίγουρα υπάρχει διαφορά. Μπορώ πιο άμεσα, να επεξεργαστώ αυτό που μου ζητάνε και να ανταποκριθώ αναλόγως.

Έχεις ασχοληθεί και με τον κινηματογραφο. Συγκεκριμένα, έλαβες μέρος στις ταινίες: «Να κάθεσαι και να κοιτάς» του Γιώργου Σερβετά και «Άβανος» του Παναγιώτη Χαραμή, όπου και απέσπασε τον Χρυσό Διόνυσο στο 41ο Φεστιβάλ Δράμας.

Ναι, μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος.

Τι αλλάζει στη σχέση του ηθοποιού με τον θεατή στον κινηματογράφο και τι στο θέατρο;

Απ’ ότι έχω αντιληφθεί ως τώρα, κάθε «χωρο-χρονικό» μέσο χρειάζεται μια διαφορετική αντιμετώπιση, πέρα από το διαχωρισμό θέατρο ή σινεμά. Ως πηγή, εσύ είσαι πάντα. Αλλά, ένα μικρό θέατρο έχει διαφορετική αντιμετώπιση από ένα μεγάλο θέατρο, ή ένα ανοιχτό, από ένα κλειστό. Άλλη αντιμετώπιση η κάμερα από το παρόν, την άμεση επικοινωνία του θεάτρου, όπως άλλη πιστεύω θα έχει και η τηλεόραση. Την πρώτη φορά, ας πούμε, που έπαιξα σε ένα μεγάλο θέατρο ήταν εντυπωσιακό μεν, από την άλλη το να καταλάβω πως λειτουργώ και πως θέτω τον εαυτο μου σε σχέση με το θεατή ήταν ένα σημαντικό σκαλοπάτι για μένα.

Πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι ένας ηθοποιός, ως προς τη διαμόρφωση του χαρακτήρα που υποδύεται;

Εξαρτάται από τον κάθε σκηνοθέτη και πως επικοινωνούν οι ηθοποιοί μαζί του. Επίσης, με τον τρόπο που θα επιλέξει να δουλέψει. Η ελευθερία σ’ αυτή τη δουλειά είναι σχετική. Μπορεί ένας σκηνοθέτης, να είναι πάρα πολύ συγκεκριμένος και μεθοδικός, ως προς τα βήματα που σου ζητάει, ταυτόχρονα όμως, να σου έχει ανοίξει ένα τέτοιο δρόμο, μέσα στον οποίο να νιώθεις πολύ ελεύθερος. Υπάρχει και η περίπτωση να βρεθείς με έναν σκηνοθέτη που σου δίνει τη δυνατότητα της συνδημιουργίας, πολύ πιο άμεσα, οπότε η ελευθερία έρχεται από τη σύλληψη. Προσωπικά, θα ήθελα να συναντώ ανθρώπους που να με εμπλουτίζουν, και να μπορώ να υπάρχω σε περιβάλλοντα δημιουργικά που σέβονται τη δουλειά του ηθοποιού.  

 

Η φύση της δουλειάς ενός ηθοποιού περιλαμβάνει συνεργασίες, που κρατούν λίγους μήνες και αλλάζουν διαρκώς. Πως διαχειρίζεσαι αυτή τη συνθήκη;

Κάποιοι στεναχωριούνται. Προσωπικά, δεν με επηρεάζει, είναι ένα κομμάτι της δουλειάς που μου αρέσει. Ειδάλλως, με το πρώτο μου πτυχίο θα μπορούσα κάλλιστα να είμαι σε κάποιο γραφείο. Από την άλλη, υπάρχουν κάποιοι που έχουν μόνιμους συνεργάτες, ή ομάδες που δημιουργούν κώδικες συνεργασίας ζηλευτούς. Προς το παρόν, εμένα μου αρέσει αυτή η εναλλαγή. Μου είναι απαραίτητη σχεδόν. Βέβαια, όταν τελειώνει μια δουλειά, έχει δημιουργηθεί μια κοινή πορεία με τους συνεργάτες, ένα σημείο συνάντησης κι είναι πολύ ωραίο όταν τους ξανασυναντάς. Όπως καταλαβαίνεις, έχουμε κάποιες βάσεις όλοι μας,  δεν είναι αέναη η αλλαγή, θα ξαναβρεθούμε. Δεν είμαστε και τεράστια αγορά.

Ορισμένα από τα έργα που συμμετέχεις έχουν πολιτική γραφή. Πόσο σε απασχολεί η πολιτική τέχνη;

Έχει να κάνει περισσότερο, με το τι απασχολεί το ίδιο το θέατρο, τη δεδομένη περίοδο και όχι μόνο με το τι ψάχνω εγώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι με αφήνει αμέτοχη. Ένα έργο έχει πολιτική στάση, χωρίς απαραίτητα να έχει πολιτική γραφή.  Πολλές φορές, αυτό είναι πιο δυνατό. Επίσης, κάποιες φορές ονομάζουμε πολιτικό θέατρο τη διδαχή. Αυτό δεν είναι του γούστου μου, τελικά. Αν και έχω συμμετάσχει σε τέτοιες παραστάσεις. Στη δεδομένη χρονική στιγμή που μιλάμε, πιστευω πως η πολιτική τέχνη αφορά στο κατ’ επείγον. Μια συνθήκη, μια πραγματικότητα, ένα γεγονός, ένας φόβος που μας ερεθίζει, μας υπερβαίνει και το καταγράφουμε, το εκφράζουμε, το μεταφράζουμε. Άλλες φορές επιτυχημένα, άλλες λιγότερο. Η πολιτική είναι κομμάτι της ζωής μας. Είμαστε παντρεμένοι με αυτό, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Σε τι βαθμό φέρει πολιτική ευθύνη ο δημόσιος λόγος των ανθρώπων των τεχνών;

Ως ένα βαθμό, φέρει ευθύνη, αλλά δεν μπορούν να πορεύονται με αυτό, ως οι πεφωτισμένοι. Η πολιτική εμπεριέχεται μέσα σε όλα τα έργα και τις πράξεις. Δεν είναι αυτόφωτη, δεν έρχεται εξ’ ουρανού σαν μετεωρίτης. Πολιτική, αφορά στο ότι εγώ ζω σε μια συγκεκριμένη εποχή, σε ένα συγκεκριμένο πολίτευμα, σε μια συγκεκριμένη οικονομία και κοινωνία, συνδιαλέγομαι με την κοινωνία αυτή σε καθημερινή βάση, βγαίνω από το σπίτι μου και συμμετέχω. Αυτό με τοποθετεί. Είμαστε μέρος τη εποχής μας και ο ανθρωπος που την καταγράφει, το κάνει συναρτήσει αυτού. Όταν βαζουμε «στέμμα», ότι εμείς ως άνθρωποι των τεχνών έχουμε ευθύνη, αυτό δημιουργεί κάτι το οποίο είναι από εγωκεντρικό, παραπλανητικό, έως καμιά φορά επικίνδυνο. Και σίγουρα, δεν υπάρχει έργο τέχνης, τεχνικής, χειροπρακτικής που να μην ενέχει την πολιτική.

Θέλεις να μας μιλήσεις για τη συμμετοχή σου στην «Ιταλική Νύχτα»;

Το εργο «Ιταλική Νύχτα» του Έντεν φον Χόρβατ είναι ένα θεατρικό έργο, που για πρώτη φορά μεταφράζεται στα ελληνικά. Η μετάφραση έγινε από τον σκηνοθέτη μας, Παντελή Φλατσούση. Διαδραματίζεται στο μεσοπόλεμο, σε μια επαρχιακή πόλη της Γερμανίας. Βρισκόμαστε στην περίοδο της ανόδου του ναζισμού, την εποχή της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η τοπική οργάνωση των δημοκρατικών διοργανώνει μια φιέστα, ενα πάρτυ το οποίο ονομάζουν Ιταλική Νύχτα. Στην αρχή της ιστορίας μας, μαθαίνουν ότι οι ναζιστές θα κάνουν αντίστοιχη γιορτή, την ίδια μέρα και στον ίδιο τόπο. Κι από εκεί αρχίζουν όλα. Η ιστορία, μας μιλά κυρίως για την ευθύνη των δημοκρατικών δυνάμεων, ως προς την άνοδο του ναζισμού.

Ο Χόρβατ σκιαγραφεί τις συνιστώσες και τις διαφορετικές πλευρές σε αυτή την τοπική οργάνωση. Οι πιο συντηρητικοί, οι πιο φοβισμένοι, οι πιο ριζοσπαστικοί, οι πιο αντιδραστικοί, οι απολιτίκ. Συγκρουόμενοι μεταξύ τους, βλέπουν το κλαδί και χάνουν το δέντρο. Η αφήγηση δεν αφήνει απέξω τις προσωπικές ιστορίες του κάθε συμμέτοχου. Αντίθετα, μέσα από τις προσωπικές επιδιώξεις, ανάγκες και σχέσεις παράγονται οι πολιτικές εξελίξεις.

 

Ποιο είναι το πρόσωπο που υποδύεσαι;

Είμαι η Άννα, το κορίτσι - έτσι μου αρέσει να τη λέω - είμαι το κορίτσι του πιο ριζοσπάστη και αντιδραστικού της οργάνωσης. Αναζητά λύσεις σε μια πιο άμεση σύγκρουση με τους ναζιστές, και ενώ ξεκινάει με πάρα πολύ μεγάλη πίστη στα ιδεώδη της και στο ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο μαζί με τον σύντροφό της, πηγαίνει σε μια αποστολή και κει τα δεδομένα αλλάζουν.

Ποιοι οι πιθανοί παραλληλισμοί του έργου σε σχέση με το σήμερα;

Ο παραλληλισμός είναι βέβαιος και άμεσος. Στην επίκαιρη επάνοδο - δεν μου αρέσει να το λέω άνοδο - της ακροδεξιάς,  βλέπουμε πως αντιδρούν οι πιο προοδευτικοί, ο μέσος χώρος, ο χώρος των δημοκρατικών. Βλέπουμε τις αλλεπάλληλες συγκρούσεις μικροπολιτικών θέσεων, την αναβλητικότητα αλλά και πως ο δημοκρατικός μέσος χώρος, κάποιες φορές, εκμεταλλεύεται την υπαρξη της ακροδεξιάς για να υπάρξει και να βγάλει λόγο προς τα έξω. Αυτό είναι και το πιο ανατριχιαστικό. Ένα άλλο σημείο συνάντησης είναι οι προθέσεις και οι επιδιώξεις των ανθρώπων που απαρτίζουν την Ιταλική Νύχτα. Φιγούρες ανθρώπων που επιδιώκουν διακαώς την ευτυχία, την καταξίωση και την αναγνώριση, μέσα στη μικρή τους κοινότητα. Και είναι διατεθειμένοι να κάνουν πολλά πράγματα και να παραβλέψουν, άλλα τόσα για να παραμείνουν στο κυνήγι της «ευτυχίας» τους.  

Ποιοι είναι οι συντελεστές και τι αξίζει να σημειωθεί για την παράσταση;

Έχουμε φτιάξει μια πολύ ωραία ομάδα, με σκηνοθέτη τον Παντελή Φλατσούση (Μετάφραση-Σκηνοθεσία), και συμπαίκτες τον  Αντώνη Αντωνόπουλο, Γιάννη Δενδρινό, Κατερίνα Λάττα, Θεανώ Μεταξά, Δημήτρη Μηλιώτη, Προμηθέα Nerattini – Δοκιμάκη και Βασίλη Σαφό. Με τον Παντελή Φλατσούση, συνεργάζομαι για πρώτη φορά. Τον γνωρίζω όμως από παλιά, καθως ήμασταν συμμαθητές στη σχολή. Ο καθένας έκανε τη δική του πορεία και ξαναβρισκόμαστε τώρα, με αυτή τη σχέση.

Η παράσταση βασίζεται στην ομαδική αφήγηση με τη χρήση διαφορετικών μέσων, βίντεο και μουσικής.

Ξεκίνησε την Τεταρτη, 13 του Φλεβάρη και θα διαρκέσει μέχρι την Πέμπτη, 18 του Απρίλη, για κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας.  

Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;

Δεν έχω κάποια. Θα ήθελα να κάνω πολύ σινεμά.

Φωτογραφία εξωφύλλου: Τάσος Θώμογλου
Φωτογραφίες κειμένου: Γιάννης Gizmo Μπερερής

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Ιταλική Νύχτα» θα βρείτε εδώ