Η «ξεχασμένη κασέτα» του "DZINGOVIC II" και η μαγεία του home studio
2026-07-18
Πέντε χρόνια μετά το δισκογραφικό του ντεμπούτο, ο Dzingovic επιστρέφει με το δεύτερο προσωπικό του άλμπουμ, το "DZINGOVIC II". Έναν δίσκο που, αν και μοιάζει να ανασύρθηκε σαν «ξεχασμένη κασέτα» από κάποιο συρτάρι, πάλλεται από τα συναισθήματα του «τώρα». Ηχογραφημένο σχεδόν εξ ολοκλήρου στο καταφύγιο του home studio του κατά τις μεταμεσονύχτιες ώρες, το νέο αυτό έργο αγκαλιάζει τους περιορισμούς της "bedroom pop" και τους μετατρέπει σε αισθητικό πλεονέκτημα. Ψιθυριστές ερμηνείες, ζεστά lo-fi ηχοτοπία, vintage reverbs των '90s και η πολύτιμη ενέργεια σταθερών συνεργατών και φίλων συνθέτουν ένα άλμπουμ βαθιά εξομολογητικό. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο δημιουργός ξετυλίγει το νήμα της δημιουργικής του διαδικασίας, εξηγεί πώς οι τεχνικές ατέλειες αιχμαλωτίζουν τη μοναδικότητα της στιγμής και μας προσκαλεί σε μια νυχτερινή βόλτα κάτω από τα αστέρια, εκεί όπου η έκθεση των συναισθημάτων γίνεται, τελικά, λύτρωση.
Πέρασαν 5 χρόνια από το ντεμπούτο σου. Τι μεσολάβησε σε αυτό το διάστημα, τόσο σε προσωπικό όσο και σε μουσικό επίπεδο, που καθόρισε τον ήχο του "DZINGOVIC II";
Πολλά μεσολάβησαν, αλλά όσον αφορά τη δημιουργία του δεύτερου προσωπικού δίσκου, έγινε χωρίς να υπάρξει ουσιαστικό χρονικό κενό από τον πρώτο. Απλώς συνέχισα να δουλεύω αυτό το πρότζεκτ σαν να μην είχε τελειώσει τη στιγμή της κυκλοφορίας του πρώτου. Παρά λοιπόν τη χρονική διαφορά, στην ουσία δεν μεσολάβησε τίποτα.
Στο Δελτίο Τύπου ο δίσκος παρομοιάζεται με μια «ξεχασμένη κασέτα σε κάποιο συρτάρι». Λειτούργησε η δημιουργία αυτού του άλμπουμ σαν μια ανάγκη να ανασύρεις δικές σου, κρυμμένες αναμνήσεις;
Αν ακούσει κανείς τον δίσκο θα καταλάβει πως η "ξεχασμένη κασέτα" έχει να κάνει περισσότερο με το ηχητικό κομμάτι, αφού ο δίσκος έχει ηχογραφηθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου στο σπίτι, και όχι τόσο με την θεματολογία. Μέσα σε αυτόν, όπως και στον πρώτο, υπάρχουν κάποια νοσταλγικά τραγούδια, αλλά δεν είναι αυτό το κλίμα που επικρατεί. Θα έλεγα πως η θεματολογία των τραγουδιών έχει να κάνει περισσότερο με συναισθήματα που αναφέρονται στο τώρα, παρά με αναμνήσεις. Αρχικά ίσως να εμπνεύστηκα από την ψηφιοποίηση των ταινιών super 8, από το αρχείο του πατέρα μου. Αλλά δεν έμεινα σε αυτό. Ίσως μόνο σε κάποια κομμάτια, όπως στο "Όπως φυσάει ο αέρας" που υπάρχει στον πρώτο δίσκο ή το "Ποτέ ξανά" στο δεύτερο. Ένα τραγούδι είναι συνήθως για μένα η αποτύπωση μιας στιγμής. Κάποιων σκέψεων. Κάπου μέσα σε αυτό υπάρχουν και οι αναμνήσεις. Αλλά δεν ξεκινάω από κάποια ανάγκη να τις ανασύρω. Δεν χρειάζεται, έρχονται αυτές από μόνες τους... Εκτός αν μιλάμε για ημερομηνίες και ονόματα.
Το νέο άλμπουμ παρουσιάζεται ως η «αβίαστη συνέχεια» του πρώτου. Πού συναντιούνται και πού διαφέρουν αυτοί οι δύο κόσμοι;
Για μένα είναι ο ίδιος κόσμος. Στην ουσία πρόκειται για έναν διπλό δίσκο με 16 τραγούδια. Αυτό γιατί όπως είπα μετά την κυκλοφορία του πρώτου εγώ συνέχισα να δουλεύω, και σχεδόν έναν χρόνο αργότερα ο δεύτερος δίσκος ήταν ήδη έτοιμος, σε μεγάλο βαθμό. Αρκετά τραγούδια του μάλιστα τα έχουμε παίξει σε συναυλίες μας. Η χρονική απόσταση ανάμεσα στις δύο κυκλοφορίες οφείλεται σε διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι μετά το "DZINGOVIC I" έριξα το βάρος στο να ολοκληρώσουμε το "Σαν τα γατιά" με τους Super Stereo, η δημιουργία του οποίου είχε ήδη ξεκινήσει κάποια χρόνια πριν.
Ο δίσκος ηχογραφήθηκε κυρίως στο σπίτι. Πώς επηρέασε ο οικείος χώρος του σπιτιού την ερμηνεία σου και το βάθος των εξομολογήσεων στους στίχους;
Η αλήθεια είναι πως επηρέασε αρκετά. Στην πραγματικότητα, όλη αυτή η ιστορία ξεκίνησε την περίοδο της καραντίνας, και λίγο πριν. Αρχικά με κάποια τραγούδια που έφτιαξα χωρίς να εχω την προοπτική να κάνω ένα δίσκο. Τα βράδια που δεν είχα ύπνο, και είναι αρκετά, έγραψα τις πρώτες ιδέες. Για να μην ενοχλώ λοιπόν τους γείτονες, τραγουδούσα σχεδόν ψιθυριστά. Αυτός ο περιορισμός με έβγαλε σε έναν δρόμο που δεν είχα φανταστεί. Τραγουδώντας τόσο σιγά, χωρίς να το καταλάβω, οδηγήθηκα σε μια άλλη αισθητική, τόσο στο μουσικό όσο και στο στιχουργικό κομμάτι. Ανακάλυψα μια άλλη πλευρά στον τρόπο που μπορούσα να τραγουδάω, με την οποία αισθάνθηκα πολύ οικεία. Σαν μια πόρτα που ήταν πάντα εκεί και περίμενε να την ανοίξω. Κάτι που επίσης παίζει καθοριστικό ρόλο όταν δουλεύεις σε home studio είναι ότι σου δίνει τη δυνατότητα να το κάνεις ανά πάσα στιγμή και οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, όταν τουλάχιστον είσαι στο σπίτι σου. Στο «κυνήγι» μιας καλής στιγμής αυτό λειτουργεί σαν σύμμαχος. Σαν να είσαι συνέχεια μπροστά στη θάλασσα και να ρίχνεις τα δίχτυα σου την καταλληλότερη στιγμή. Αρκεί να μη βαρεθείς τη θάλασσα επειδή τη βλέπεις κάθε μέρα. Συμβαίνει κι αυτό καμιά φορά...
Η "bedroom pop" αισθητική αναφέρεται ως επιλογή αλλά και ως ανάγκη. Ποιοι ήταν οι περιορισμοί και ποιες οι ελευθερίες που σου προσέφερε αυτή η διαδικασία;
Το να ηχογραφώ σε home studio είναι για μένα ό,τι πιο φυσικό. Το κάνω από την πρώτη στιγμή που άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική. Φυσικά αυτό έχει κάποιους περιορισμούς. Ο πρώτος και σημαντικότερος είναι ότι είσαι μόνος. Την ενέργεια που έχει μια μπάντα πρέπει να τη δημιουργήσεις «εργαστηριακά». Από την άλλη, όταν παίζει όλα τα όργανα ο ίδιος άνθρωπος (πράγμα το οποίο συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό σε αυτό τον δίσκο) είναι σαν να έχεις πέντε ανθρώπους που σκέφτονται ακριβώς το ίδιο πράγμα, κάτι που ποτέ δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Έχει όμως κι αυτό μια δύναμη. Το ίδιο το μειονέκτημα του DIY είναι και το πλεονέκτημά του. Ενέργεια από τη μία και πολύ στοχευμένη αισθητική από την άλλη. Το ζητούμενο, με όποιον τρόπο κι αν δουλεύει κανείς, είναι οι ισορροπίες. Αν μιλάμε όμως για καθαρά τεχνικούς περιορισμούς, τότε σίγουρα αυτοί είναι πολύ λιγότεροι από αυτούς που υπήρχαν κάποτε. Τα πρώτα μου demo τα έγραφα περνώντας από κασετόφωνο σε κασετόφωνο για να προσθέσω κανάλια. Εκεί να δεις περιορισμούς... Ύστερα ήρθαν τα τετρακάναλα κ.λπ. Αυτά όμως δεν υπάρχουν σήμερα. Πλέον μπορείς να κάνεις σχεδόν τα πάντα σε ένα home studio. Δεν σου κρύβω όμως, ότι ονειρεύομαι κάποια μελλοντική δουλειά να τη φτιάξω με τους περιορισμούς του παρελθόντος, με ένα οκτακάναλο μπομπινόφωνο που έχω, χωρίς υπολογιστή, τουλάχιστον στο αρχικό στάδιο. Αυτό περισσότερο για να είμαι πιο λιτός, χωρίς να παρασύρομαι από τις σχεδόν απεριόριστες δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα. Και για τον αναλογικό ήχο φυσικά.
Κιθάρες με reverb, φωνές «από το διπλανό δωμάτιο»... Πώς δούλεψες πάνω σε αυτό το ηχητικό τοπίο για να πετύχεις αυτή την τόσο ζεστή, lo-fi αίσθηση;
Ο ήχος και η συνολικότερη αισθητική ενός δίσκου είναι κάτι που πρώτα το ακούς μέσα στο κεφάλι σου. Τουλάχιστον σε εμένα έτσι συμβαίνει. Όσο δουλεύεις, αυτό που ξεκινάει σαν μια θολή εικόνα αρχίζει να αποκαλύπτει τις λεπτομέρειές του. Μου αρέσουν οι απλές παραγωγές και ειδικά σε αυτό το πρότζεκτ πιστεύω πως ταιριάζουν. Μου αρέσουν οι ατέλειες. Δεν κυνηγάω την αρτιότητα αλλά τη μοναδικότητα μιας στιγμής. Στο τεχνικό κομμάτι έχω στήσει ένα home studio ακριβώς πάνω στα μέτρα και τις ανάγκες μου. Όλα είναι τοποθετημένα με έναν τρόπο που, από τη στιγμή που θα καθίσω στην καρέκλα μου, απέχω λιγότερο από ένα λεπτό από το να ηχογραφώ κιθάρες, φωνές, μπάσο, drums ή οτιδήποτε άλλο. Εκεί είναι το κλειδί, ώστε να μη χάνεις χρόνο με τη διαδικασία και να μην προλαβαίνεις να «ξενερώσεις» ασχολούμενος με καλώδια και διαδρομές του ήχου. Στο θέμα του εξοπλισμού, μου αρέσει να χρησιμοποιώ απλά πράγματα. Σχεδόν όλες οι φωνές στους δίσκους μου είναι γραμμένες με ένα SM57, το οποίο είναι ένα φθηνό μικρόφωνο που θεωρητικά είναι καλύτερο για κιθάρες, drums ή οτιδήποτε άλλο παρά για φωνή. Τα reverb προέρχονται κυρίως από κάποιες «φέτες» τεχνολογίας των '90s που έπεσαν στα χέρια μου. Ένα αγαπημένο μου από αυτά έχει κόστος μόλις 50 ευρώ. Μου αρέσει να «καίγομαι» με κάτι τέτοια μηχανήματα, τα οποία πολλές φορές οι άλλοι τα έχουν για τα σκουπίδια. Κάθε μηχάνημα, όσο ταπεινό κι αν είναι, μπορεί να έχει έναν χαρακτήρα που είναι μοναδικός. Και πάνω απ' όλα μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης. Κάπως έτσι προκύπτει και ο σπιτικός, ζεστός ήχος: με απλά υλικά, με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να πετυχαίνει μια συνταγή χρησιμοποιώντας ό,τι έχει το ψυγείο.
Η μουσική σου περιγράφεται σαν «μια βόλτα χωρίς προορισμό μέσα στην πόλη». Πόσο έντονα υπάρχει η Θεσσαλονίκη μέσα στα 8 κομμάτια του δίσκου; Υπάρχουν συγκεκριμένες διαδρομές ή εικόνες της πόλης που σε ενέπνευσαν;
Συχνά γράφω στιχάκια περπατώντας στην πόλη, ακούγοντας μουσική και παρατηρώντας. Δεν αισθάνομαι όμως ότι εμπνέομαι τόσο από το τοπίο, ούτε αυτά που γράφω θεωρώ πως παραπέμπουν στη Θεσσαλονίκη. Στην πραγματικότητα πότε δεν έχω πει σε τραγούδι κάτι για αυτήν. Παρόλο που εδώ ζω. Συνήθως ξεκινάω από μια σκέψη και την αναλύω. Περισσότερο παρατηρώ τι γίνεται μέσα μου παρά έξω. Δεν γράφω τόσο με εικόνες. Γράφω για πράγματα που σκέφτομαι με τα μάτια κλειστά. Σίγουρα πάντως, το να ακούσει κανείς τον δίσκο κάνοντας μια βόλτα στην πόλη, κάποιο ήσυχο βράδυ, ιδανικά τον Δεκαπενταύγουστο που λείπουν όλοι, είναι μια καλή πρόταση. Κάτι τέτοιο εννοεί το δελτίο νομίζω. Ακόμα καλύτερα για μένα θα ηταν να τον ακούσει ξαπλωμένος στην άμμο μιας παραλίας, μια καλοκαιρινή νύχτα, κοιτώντας τα αστέρια. Όχι όμως τον Δεκαπενταύγουστο! Σεπτέμβρη τουλάχιστον, έως τις αρχές Οκτώβρη. Προλαβαίνετε!
Αν και ο δίσκος είναι βαθιά προσωπικός, πλαισιώνεσαι από σταθερούς φίλους και συνεργάτες (Εύα Ντούρου, Βασίλης Μπαχαρίδης κ.ά.). Πώς ισορροπεί ένας μοναχικός, home-studio δημιουργός με την ενέργεια μιας ομάδας;
Όσο μοναχική κι αν είναι η διαδικασία της αρχικής σύλληψης ενός τραγουδιού, η συμμετοχή των άλλων είναι πάντα καταλυτική. Προσθέτει μια έξτρα ενέργεια θα έλεγα. Όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με το να φτιάχνω δίσκους, έχει δημιουργηθεί μια ομάδα συνοδοιπόρων, αλλά πρώτα απ' όλα φίλων, με τους οποίους μοιράζομαι αυτά που φτιάχνω και οι οποίοι συντελούν σε μεγάλο βαθμό στο τελικό αποτέλεσμα. Με τους ανθρώπους αυτούς δεν χρειάζεται να μιλήσουμε και πολύ. Μοιραζόμαστε όπως είπα την ίδια αισθητική. Στο μουσικό κομμάτι, η Εύα Ντούρου, ο Βασίλης Μπαχαρίδης και ο Foken έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στον δίσκο. Στο οπτικό κομμάτι, συμπεριλαμβανομένου και του εξωφύλλου, ο Βασίλης Μητσιόπουλος. Για το κλιπ για παράδειγμα που συνοδεύει το τραγούδι «Ποτέ ξανά», δεν χρειάστηκε να πούμε σχεδόν τίποτα με τον Βασίλη. Είναι δικό του δημιούργημα, είναι η δική του οπτική πάνω σε αυτό. Εγώ απλώς του έδωσα κάποιο υλικό που είχα, ίσα-ίσα για να ξεκινήσουμε από κάπου. Είμαστε όμως τόσο κοντά αισθητικά, που αυτό που είδε ο Βασίλης μου ταίριαξε απόλυτα. Σαν να το είχα φτιάξει εγώ. Έτσι πιστεύω ότι αισθάνεται κι εκείνος όταν ακούει ένα τραγούδι που έφτιαξα. Είναι πάρα πολύ όμορφο να συμβαίνει αυτό και νιώθω πολύ τυχερός για τους συνεργάτες που έχω. Το ίδιο ελπίζω να αισθάνονται κι αυτοί για μένα.
Το άλμπουμ κυκλοφορεί και σε βινύλιο, με το εξώφυλλο του Βασίλη Μητσιόπουλου. Πόσο σημαντικό είναι για σένα το visual και το απτό κομμάτι (να κρατάει κανείς το βινύλιο) στη σημερινή digital εποχή;
Όλα είναι σημαντικά. Από το να υπάρξουν αρχικά ωραία τραγούδια μέχρι να πλαισιωθούν από την εικόνα ενός εξωφύλλου. Από αυτή τη μία και μοναδική εικόνα που μπορεί να αντικατοπτρίζει το σύνολο ενός δίσκου. Είναι τέχνη το να πετύχεις κάτι τέτοιο! Το ίδιο και η δημιουργία ενός βίντεο, που έρχεται να ενισχύσει το ηχητικό κομμάτι. Η αρμονία δεν περιορίζεται μόνο στη μουσική. Είναι ο συνδυασμός πολλών ξεχωριστών ερεθισμάτων —ηχητικών, λεκτικών και οπτικών— που αλληλοσυμπληρώνονται. Είναι σημαντικά όλα αυτά ακόμη και στη digital εποχή. Είναι σημαντικά, τουλάχιστον, για εκείνον που τα προσέχει.
Από το «Ανύπαρκτο Τρένο» μέχρι το «Της Ελπίδας μου το Τόξο», οι τίτλοι προδιαθέτουν για μια εσωτερική αναζήτηση. Υπάρχει κάποιο κομμάτι σε αυτό το tracklist που σε δυσκόλεψε περισσότερο να το βγάλεις προς τα έξω λόγω του εξομολογητικού του χαρακτήρα;
Πολλες φορές μέσα από την διαδικασία του να γράψω και να ερμηνεύσω ένα τραγούδι μου, ζω έντονες στιγμές συναισθηματικά . Συχνά με παίρνουν τα κλάματα, όχι όμως από στεναχώρια, είναι κάτι που λειτουργεί σαν ένα είδος λύτρωσης. Οταν συμβαίνει αυτό αισθάνομαι πάντα καλύτερα . Αυτές οι στιγμές είναι τόσο όμορφες και δικές μου, και είμαι πολύ ευτυχής που τις ζω.
Δεν αντιμετωπίζω όλο αυτό σαν δυσκολία, το δέχομαι σαν δώρο, σαν μια ανταμοιβή για το ότι άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο για να συμβεί. Αν το αποτέλεσμα είναι καλό, το να μοιραστώ αυτή την στιγμή με τους ακροατές, είναι ένα βήμα παραπέρα. Το να εκτίθεσαι και να μην ντρέπεσαι να δείξεις τα συναισθήματα σου σε κάνει καλύτερο νομίζω. Η ενασχόληση μου με την μουσική με έχει βοηθήσει πολύ σε αυτό. Μέσα στην διαδικασία της ετοιμασίας αυτου του δίσκου λοιπόν υπήρξε κάποιο κομμάτι που με "ζόρισε" περισσότερο από άλλα. Το "Ποτέ ξανά". Αλλά ήταν ένα γλυκό ζόρι που το ευχαριστήθηκα!
Ο δίσκος χωρίζεται σε Πλευρά Α και Πλευρά Β (σαν παραδοσιακό βινύλιο). Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αφηγηματική ροή ή συναισθηματική διαβάθμιση ανάμεσα στις δύο πλευρές;
Δίνω πάντα πολύ σημασία στο πώς ξεκινάει και στο πώς τελειώνει ένας δίσκος. Νοηματικά κυρίως. Όταν γράφω ένα τραγούδι, πολύ συχνά γνωρίζω από την αρχή αν αυτό πρόκειται να είναι το πρώτο ή το τελευταίο του δίσκου. Το «Ανύπαρκτο τρένο» είναι μια μικρή η εισαγωγή, σαν μια δήλωση που ορίζει την έναρξη! Όπως επίσης και το «Της ελπίδας μου το τόξο» δεν είναι τυχαία το τελευταίο. Είναι το αισιόδοξο τέλος ενός δίσκου που έχει αρκετά όχι και τόσο χαρούμενα σημεία. Η σειρά των τραγουδιών έχει κι αυτή τη σημασία της, αλλά όχι με την έννοια ενός αυστηρού concept. Νοηματικά, το σύνολο του δίσκου δεν είναι μία ιστορία, αλλά πολλές μικρές, που τις ενώνει η ίδια αισθητική. Έρωτας, απώλεια, κατάθλιψη, αυτοκριτική, προσδοκίες και όνειρα. Σε κάθε περίπτωση, στο τέλος θέλω πάντα να μένει μια χαραμάδα ανοιχτή, για να περνάει λίγο φως. Πάντα η χαρά πρέπει να ισορροπεί με τη λύπη· ιδανικά, να γέρνει η ζυγαριά προς την πρώτη.
Το "DZINGOVIC II" αποδεικνύει πως η μουσική μπορεί να παραμείνει μια βαθιά χειροποίητη και ανθρώπινη διαδικασία, ακόμα και στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή. Η κυκλοφορία του σε βινύλιο έρχεται να υπογραμμίσει ακριβώς αυτή την ανάγκη για επαφή με το απτό, συνδυάζοντας την ηχητική ζεστασιά με την ιδιαίτερη εικαστική ματιά του Βασίλη Μητσιόπουλου. Ο Dzingovic καταφέρνει να χαρτογραφήσει έννοιες όπως ο έρωτας, η απώλεια και η αυτοκριτική, χωρίς να εγκλωβίζεται στο σκοτάδι. Όπως ομολογεί και ο ίδιος, σκοπός του είναι να αφήνει πάντα μια χαραμάδα ανοιχτή για το φως. Με το κλείσιμο του δίσκου να ανήκει στο αισιόδοξο «Της Ελπίδας μου το Τόξο», ο ακροατής αποχαιρετά αυτό το εσωτερικό ταξίδι νιώθοντας πως η ζυγαριά γέρνει οριστικά προς τη χαρά. Μια ιδανική ακρόαση, λοιπόν, για εκείνες τις ήσυχες νύχτες του Σεπτέμβρη που κοιτάμε τα αστέρια.