Γιώργο-Ίκαρε Μπαμπασάκη γιατί οι νεκροφόρες δεν έχουν κοτσαδόρο;

Γιώργο-Ίκαρε Μπαμπασάκη γιατί οι νεκροφόρες δεν έχουν κοτσαδόρο;

Ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας. Είναι οι πρώτες ιδιότητες που συνθέτουν το βιογραφικό του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη σε μια αποτυχημένη απόπειρα να αποδοθεί το πεδίο δράσης του πανταχού παρόντα Μπαμπασάκη, που όπως μας θύμισε σε μια προηγούμενη συνέντευξη του πρώτου ο εξαιρετικός συνάδελφος Δημήτρης Μανιάτης ο σκηνοθέτης Νίκος Τριανταφυλλίδης αποκαλούσε «λόγιο». Κυψελιώτης λόγιος θα συμπλήρωνα εγώ, γιατί ο συνεντευξιαζόμενός μας στο τελευταίο του βιβλίο συνεχίζει τη συγγραφική του απόπειρα να μεταβάλει την Κυψέλη σε καμβά βιωμάτων, προβληματισμών και σκέψεων με βασικό του άξονα την ιδέα της παρέας στο τελευταίο του βιβλίο με τον ιντριγκαδόρικο τίτλο «Οι νεκροφόρες δεν έχουν κοτσαδόρο» (εκδόσεις Νήσος). Η συζήτησή μας για το τελευταίο αυτό του πόνημα -που σε πολυβολεί με εικόνες, γνώσεις και εμπειρίες εξαρχής- στάθηκε η αφορμή για μια ευρύτερη κουβέντα που περιλάμβανε τον Κέρουακ, τον Τόμας Πίντσον, την αφηγηματική ιατρική και πολλά άλλα.

Ξεκινώ από το εξής απλό και μυστήριο ταυτόχρονα. Πως εμπνευστήκατε τον τίτλο του βιβλίου [σ.σ. «οι νεκροφόρες δεν έχουν κοτσαδόρο»];

Προέκυψε από τη «Μυρτιά», το γνωστό και αγαπημένο μαγέρικο της Κυψέλης, όπου τρώω, πίνω και στήνω αυτί. Είχα λοιπόν την τύχη να διασταυρωθώ με μια παρέα ανθρώπων προχωρημένης ηλικίας οι οποίοι τα είχαν βάλει με το διαολοεξάρτημα που λέγεται κοτσαδόρος και κάποια στιγμή ένας εξ αυτών είπε χιουμοριστικά «ναι, αλλά οι νεκροφόρες δεν έχουν κοτσαδόρο». Μου άρεσε σαν φράση, το συνδύασα με μια άλλη φράση από ένα παλιό τραγούδι με τίτλο «γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι πετσετάκια» και το έφτιαξα ως συνδυασμό αυτών των δύο φράσεων και στιγμών.

Όλο το βιβλίο έχω την εντύπωση ότι επιχειρεί μια σύνθεση και μια διασταύρωση όλων των παραστάσεων που έχετε από την Κυψέλη.

Είναι μια διαδικασία που συνεχίζεται επί μια δεκαετία αλλά επειδή μεγάλο μέρους αυτού του βιβλίου είναι γραμμένο κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού οπότε εντάθηκαν κάποιες φιλίες με αποτέλεσμα να δεθούμε με κάποιους ανθρώπους παραπάνω το παρόν έργο έχει τον χαρακτήρα ενός μυθιστορηματικού ντοκιμαντέρ, είναι ένα μυθιστόρημα τεκμηρίωσης. Έχει να κάνει με πράγματα που όταν τα ζούμε τα θεωρούμε καθημερινά, απλά, τετριμμένα αλλά σε μια δύσκολη φάση ή όταν χάνεις έναν άνθρωπο όπως με μερικούς οι οποίοι αναφέρονται στο βιβλίο αλλά μας έχουν «χαιρετίσει», τότε καταλαβαίνεις πόσο σημαντικά είναι αυτά, πόσο ουσιώδης είναι η καταγραφή αυτή. Είναι αν θες δια της γραφής αναλύσεις φωτογραφιών polaroid που δεν θέλω να χαθούν και φροντίζω να τα παρουσιάζω με έναν λογοτεχνικό τρόπο με τις κατάλληλες παραπομπές στους συγγραφικούς, κινηματογραφικούς και μουσικούς μας ήρωες.

Αυτή η σύνθεση σινεμά, βιβλίου και η αίσθηση μιας παρέας σε δημιουργική κίνηση είναι που σας χαρακτηρίζει ως θεματική και πορεία γραφής εδώ και αρκετά χρόνια. Η ιστορία μοιάζει ο καμβάς κι απλώνονται πάνω της μια σειρά βιωμάτων.

Να σου ξεκαθαρίσω το εξής: Δεν με ενδιαφέρει απλά η ιστορία, η πλοκή. Η ακριβέστερα δεν με ενδιαφέρει τόσο η πλοκή όσο το γράψιμο και η σύνθεση, για αυτό λατρεύω τον Τόμας Πίντσον, τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, τον Πέτερ Χάντκε ή τον Τόμας Μπέρνχαρντ που τα όσα μας έχουν δώσει είναι ένας συνδυασμός φιλοσοφίας, μουσικής, ποίησης. Ούτως ή άλλως η φράξια της γενιάς υπήρξαμε παιδιά του βινυλίου, του χαρτιού και του σελιλόιντ, τα τρία αυτά ήταν και παραμένουν πάθη.

Σχετικά με την παρέα τώρα, ήμασταν διεπιστημονική παρέα πρέπει να πω. Κάναμε παρέα με μουσικούς και σκηνοθέτες, με τον θρυλικό Τάσο Φαληρέα, λόγιες προσωπικότητες του αναρχικού χώρου όπως ο Χρήστος Κωνσταντινίδης κι ο Νίκος Μπαλής και με ανθρώπους που δε γράψανε τίποτα στη ζωή τους, αλλά είχαν έναν μποεμισμό, έναν πολιτισμό κι μια τεράστια παιδεία. Και τώρα υπάρχει στη δική μας περίπτωση αυτό, μας χαρακτηρίζει κάτι διακλαδικό. Στην παρέα μου είναι ο Νικήτας Σινιόσογλου, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος, ο Κώστας Τσώλης που είναι ζωγράφος, η Χλόη Ακριθάκη που είναι εικαστικός, η Εύα Στεφανή που είναι σκηνοθέτης. Μου αρέσει εξάλλου να κάνω παρέα με ανθρώπους από άλλα επιτηδεύματα, κλέβω ιδέες, γράφω σαν να είμαι ζωγράφος ή βρίσκω φράσεις μου να έχουν έντονα μέσα τους το στοιχείο της μουσικής. Έχουμε ξεφύγει άλλωστε από την εικόνα του στυγνού και μονόχνωτου διανοούμενου ή συγγραφέα, είναι χαρακτηριστικό πως ο Στίβεν Κινγκ έχει μπάντα που αποτελείται από ανθρώπους που εμπλέκονται στην κυκλοφορία των βιβλίων του και παίζουν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ο Ντύλαν ζωγραφίζει και ασχολείται και με την γλυπτική, στα δικά μας ο Ελύτης έκανε τα κολάζ, ο Αχιλλέας Κυριακίδης κάνει ταινίες. Οι τέχνες -ιδίως μετά τη δεκαετία του ’60- συνομιλούν μεταξύ τους και με την επιστήμη πλέον, αλίμονο αν δεν είχαμε πολυδιάστατους δημιουργούς.

Μιλάμε για παρέα και τέχνη. Πόσο εύκολο είναι να προκύψουν αυτά τα δύο στοιχεία στην ψηφιακή εποχή των social media και της ψηφιακής μετάβασης;

Υπάρχουν πάντοτε με διαφορετικούς τρόπους παρέες. Μιλώντας πριν για την τόσο σημαντική δεκαετία του ’60 επιβιώνει μια τάση χιπισμού, πιο urban μποεμισμού, για αυτό και υπάρχουν στέκια όπου ορισμένοι διατείνονται πως τάχατες ζουν εκείνες τις παλιές εποχές που νοσταλγούν. Το θέμα όμως δεν είναι να νοσταλγείς, το θέμα είναι τι κάνεις σήμερα. Η νοσταλγία είναι κακό πράγμα κατά τη γνώμη μου, ότι σου αρέσει από το χθες πρέπει να το μεταφέρεις στο σήμερα. Και υπάρχουν φυσικά τρόποι ζωής που δεν θα χαθούν και σε τροφοδοτούν με υλικό, τα γλέντια σε σπίτια με φίλους και τα όσα λέγονται στη χαλάρωση αυτών των στιγμών γεννάνε αφορμές και ιδέες για να γραφτούν βιβλία ολόκληρα. Ο Στάινερ έχει γράψει μάλιστα ένα βιβλίο για τη σημαντικότητα των καφενείων στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, πόσο τεράστιο ρόλο διαδραμάτισαν στις επαναστάσεις, στη λογοτεχνία, στα κοινωνικά κινήματα.

 

Επανέρχομαι στο βιβλίο. Παρατηρώ πως ο τρόπος που γράφετε παραπέμπει υφολογικά την γραφή του Κέρουακ. Αυτού του είδους ο συγγραφικός χρωματισμός πως προέκυψε;

Ισχύει με τον τρόπο που το έλεγε κι ο Πίντσον δίνοντας μας εκεί που δεν το περιμέναμε ένα κείμενο που εκθειάζει την πρόζα του Κέρουακ και γράφοντας ότι συγγραφείς σαν τον Κέρουακ τον γλίτωσαν (τον Πίντσον) στα φοιτητικά του χρόνια από τον «κατεστημένο ακαδημαϊκό μοντερνισμό». Ερχόμενος στο ζήτημα της παρέας, όταν πιάσαμε γύρω στα 17 στα χέρια μας το On the Road, το οποίο δεν είχε μεταφραστεί στα ελληνικά τότε, και το διαβάζαμε δανειστικά από τη βιβλιοθήκη της Ελληνομερικανικής Ένωσης μας είχε κάνει τρομακτική εντύπωση. Είναι ένας τρόπος jazz, με ένα μείγμα από όνειρα, δρώμενα, καταγραφές, πεπραγμένα πεταμένα μέσω από μια σύνθεση ενιαία. Επομένως πως θα ήταν δυνατόν να μην επηρεαστώ κι εγώ από αυτή την δημιουργική ορμή;

Η παρουσία σας στα social media είναι καθημερινή. Φοβάστε τη διαπλοκή της ψηφιακής δημιουργίας με τη λογοτεχνία; Μήπως εκτιθέμεθα πολλοί σε προσωπικό επίπεδο όπως ισχυρίζονται κάποιοι;

Διαφωνώ. Δεν εκτιθέμεθα όσο νομίζουν οι άλλοι, γιατί κρατάς χιλιάδες πράγματα για τον εαυτό σου στο τέλος. Η γενιά μας είχε μια μανία με τα περιοδικά, εγώ έκανα 3, «Όμως», «Προπαγάνδα» και «Κορέκτ», ο φίλος μου Θάνος Σταθόπουλος έβγαζε περιοδικό σε μορφή κασέτας, ο Νιάρχος με τον Φωστιέρη τη «Λέξη». Για μένα λοιπόν το facebook -πολύ περισσότερο από το Instagram- έχει τη μορφή καθημερινής εφημερίδας και σημειωματάριου. Μπορείς επομένως να κάνεις κριτική δίσκου, ταινίας, να γράψεις πράγματα και έχεις άμεση αλληλεπίδραση. Και βοήθησε να κρατηθούν παρέες, εγώ π.χ. συμμετέχω σε μια ομάδα του facebook ονόματι «Έλληνες πιντσονόφιλοι και πιντσονολάγνοι» και ανταλλάσαουμε στις 3 μμ για την τελευταία μετάφραση κάποιου έργου του Πίντσον. Οι ποιότητες θα συνεχίζουν να υπάρχουν και όχι το facebook δεν θα μας κάνει όλους τσιτάτα του timeline. Και ακόμη και οι influencer έχουν συμβάλει σε έναν βαθμό στο να ασχολείται το αναγνωστικό κοινό και να κάνει επιλογές.

 

Σας ενδιαφέρει το πόσο θα πουλήσει το βιβλίο σας, τι απήχηση θα έχει σε αριθμητικό επίπεδο;

Καθόλου. Με ενδιαφέρει τι απήχηση θα έχει και που. Ο καθένας μας έχει ένα ιδεατό κείμενο στο μυαλό του και από εκεί και πέρα ψάχνεις να βρεις τον αδελφό σου. Δεν επιδιώκω να με θαυμάσουν, σκοπός μου είναι να έρθω σε επαφή με ψυχές με τις οποίες ταιριάζουν τα χνώτα μας, να στήσω διάλογο με ζώντες και τεθνεώντες αδελφούς.

Ποιό είναι το πιο ζόρικο κομμάτι της συγγραφής ενός βιβλίου;

Παλιότερα η σύλληψη της αρχικής ιδέας, δηλαδή τι θα γράψω και το ύφος του πράγματος, δηλαδή με ποιο τρόπο ηθικά θα χειριστώ το θέμα. Εδώ και δέκα χρόνια γράφω συγκεκριμένα πράγματα, διαφορετικά μεταξύ τους βέβαια αλλά έχουν μια κοινή ραχοκοκαλιά που τις αποτελούν ιστορίες φίλων. Αυτό δε που ετοιμάζω τώρα με παίδεψε πάρα πολύ για το πως θα οργανωθεί στο μυαλό μου, με βοήθησε ότι αφοσιώθηκα στη φιλοσοφία του Χέγκελ και του Καντ, εξοπλίστηκα και τώρα έχω αρχίσει να κάνω την ιδέα πράξη. Είμαι στο 14ο κεφάλαιο πια και συνεχίζω προσπαθώντας να πω την πιο απλή ιστορία και για αυτό και πλέον δύσκολη: αγόρι αγαπάει κορίτσι και τανάπαλιν.

Ποιό είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε και σας ενθουσίασε;

Το τελευταίο είναι «οι Αθέατοι» του Αλέν Νταμαζιό. Είχα καιρό να διαβάσω επιστημονική φαντασία αν και η πλοκή δεν είναι τόσο απόκοσμη, το βιβλίο μας μεταφέρει στο 2040, 17 χρόνια από τώρα. Με «τράβηξε» τόσο η πλοκή που είναι ευφάνταστη όσο ότι πρόκειται για ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, μιλάνε διάφορες φωνές και το φιλοσοφικό του υπόβαθρο, πράγμα λογικό αν σκεφτείς πως ο συγγραφέας έχει θητεύσει στη φιλοσοφία του Ντελέζ και είναι δημοσιολόγος.

Κι από Έλληνες συγγραφείς;

Θα σταθώ στους προαναφερθέντες Νικήτα Σινιόσογλου και Θάνο Σταθόπουλο τους οποίους και παρακολουθώ ανελλιπώς. Από εκεί και πέρα διαβάζω ό,τι βγάζει η Μαρία Μήτσορα, η Ζυράννα Ζατέλη, η Έρση Σωτηροπούλου και αισθάνομαι ευτυχής γιατί καθένας από αυτούς είναι μια δική του κεντρική επιτροπή, δεν αποτελούν ένα ρεύμα ενιαίο, κι αυτό είναι ενδιαφέρον και γόνιμο κατά τη γνώμη μου.

Ποιο θα λέγατε ότι είναι το βασικό πρόβλημα στον χώρο του βιβλίου σήμερα;

Η διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού. Πρέπει να ξαναγίνει το βιβλίο μόδα πάλι. Να γίνει συνήθεια στον μέσο Έλληνα να αγοράζει και φυσικά να διαβάζει βιβλία σε συστηματική βάση. Είμαι όμως αισιόδοξος γιατί όσοι ασχολούμαστε με τον χώρο διαπιστώνουμε ότι ανοίγουν νέα βιβλιοπωλεία. Για παράδειγμα, εδώ που βρισκόμαστε στην Κυψέλη άνοιξαν τα δύσκολα χρόνια του κορονοϊού και της πανδημίας τέσσερα βιβλιοπωλεία. Αυτό από μόνο του είναι ένα σημάδι πολύ θετικό.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας μεταφραστικά και συγγραφικά;

Θα βγει από τις εκδόσεις Ιωλκός τον Σεπτέμβριο μια ποιητική συλλογή μου με τίτλο «Ωδή Κυψέλης» που θα συνοδεύεται από ζωγραφικές παρεμβάσεις του φίλου Κώστα Τσώλη. Ήταν μια αξέχαστη διαδικασία, εγώ διάβαζα ποιήματα και ο Κώστας έφτιαχνε το κολάζ που θα κοσμήσει το βιβλίο. Μεταφραστικά, ολοκλήρωσα το «Liberation’s day του Τζορτζ Σόντερς, τον οποίο θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό συγγραφέα γιατί διαθέτει αφενός τολμηρή φαντασία, αφετέρου ένα υψηλού επιπέδου φιλοσοφικό και κοινωνικό υπόβαθρο. Και τώρα μεταφράζω το βιβλίο ενός λόγιου καθηγητή ονόματι Ντέιβ Μόρις, το οποίο λέγεται «Έρωτας και Ασθένεια» από τις εκδόσεις Παπαζήση, το οποίο είναι μια πραγματεία πολύ αισιόδοξη για μένα, γιατί ο συγγραφέας του ισχυρίζεται με πάθος και λογική πόσο θεραπευτικό ρόλο παίζει ο έρωτας στην περίπτωση ορισμένων νόσων.

Μια σχετικά πρόσφατη ιστορία είναι η ενασχόλησή σας με την υπόθεση της αφηγηματικής ιατρικής. Θα θέλατε να μας πείτε μας λίγα λόγια για αυτό;

Μια από τις ιδιότητές είναι αυτή του πολιτιστικού συμβούλου της ιατρική ομάδας «SOS Ιατροί», όπου προσπαθούμε να «εμβολιάσουμε» την ιατρική επιστήμη με τη λογοτεχνία και τα εικαστικά. Είναι ένας κλάδος της επιστήμης, η λεγόμενη αφηγηματική ιατρική. Σε αυτό το πεδίο παίζω έναν ρόλο γεφυροποιού ανάμεσα σε γιατρούς και καλλιτέχνες. Η ιδέα είναι ότι η ίαση του ασθενούς δεν αφορά μόνο το σώμα, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα πλέον πρόσφατα ιατρικά ευρήματα που δείχνουν πως δύο άνθρωποι που πάσχουν από την ίδια ασθένεια χρειάζονται εντελώς διαφορετική αγωγή. Ακόμη ένα εύρημα έγκειται στο ότι η συνομιλία ασθενή και γιατρού είναι κρίσιμη, δεν είναι μόνο το κομπιούτερ και τα μηχανήματα που εμπλέκονται στην διάγνωση αλλά το πως δύο άνθρωποι θα αφηγηθούν δύο ιστορίες. Όλη αυτή η διαδικασία παίζει θεραπευτικό ρόλο.

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.