Για τη Νάνσυ Μπούκλη το θέατρο είναι μοίρασμα

Για τη Νάνσυ Μπούκλη το θέατρο είναι μοίρασμα

Η ηθοποιός και σκηνοθέτης Νάνσυ Μπούκλη μιλάει στο debop.gr για το έργο του Ευθύμη Φιλίππου «Κάποιος μιλάει μόνος του κρατώντας ένα ποτήρι γάλα» στο οποίο συνσκηνοθετεί και συμπρωταγωνιστεί με την Τζωρτζίνα Λιώση στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», τη συμμετοχή της στο «Love and Money» του Ντένις Κέλι που παίζεται στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης και τη θεατρική εμπειρία γενικά.

 

Πως προέκυψε η ιδέα να ανεβάσετε το συγκεκριμένο θεατρικό έργο του Ευθύμη Φιλίππου;

Το είχε διαβάσει η Τζωρτζίνα Λιώση ήδη από το 2009 που είχε πρωτοβγεί και γύριζε η ιδέα έκτοτε στο μυαλό της. Ένας ακόμη παράγοντας είναι ότι όταν συνεργαστήκαμε οι δύο μας επί σκηνής είδαμε πως έχουμε να μοιραστούμε κοινά πράγματα. Και τέλος, με το θέατρο του Νέου Κόσμου συνεργάζομαι από το 2010 είτε ως ηθοποιός είτε ως σκηνοθέτης.

Επομένως υπήρχε η πρόθεση για συνεργασία, εγώ είχα το θέατρο και η Τζωρτζίνα το έργο. Τα παντρέψαμε όλα αυτά και έτσι γεννήθηκε η παράσταση.

Η παράσταση συνέπεσε με μια περίοδο που έχεις πει πως είχες αποφασίσει να μην ξανακάνεις κάτι που να αφορά τη σκηνοθεσία στο θέατρο αν δεν σου άρεσε πολύ, σωστά;

Ναι, γιατί ενώ έχω ιδέες και μου αρέσει να τις μοιράζομαι, προτιμώ τις συνεργασίες γιατί μου δίνουν περισσότερα, ακόμη και αν διαφωνείς με τον άλλον είναι προχώρημα.

Το θεατρικό δεν έχει αναφορά σε μια συγκεκριμένη συνθήκη έχει μια επιτηδευμένα αοριστία. Ήταν αυτή η γενική απεύθυνση που σε ώθησε στη συμμετοχή, ο ίδιος ο χαρακτήρας; η κάτι άλλο;

Μου αρέσει το έργο και το ότι καθένας μπορεί να πάρει κάτι δικό του ενώ υπάρχει κάποιο γεγονός. Και μου αρέσει η δημιουργική συνύπαρξη πραγματικού και παραλόγου, πχ το ότι «πηδάνε» από το ένα θέμα στο άλλο οι πρωταγωνίστριες δεν γίνεται τυχαία, υπάρχει λόγος που αξίζει να ανακαλύψει ο θεατής.

Υπήρξε άγχος για την επιτυχία που θα έχει το έργο;

Ναι, ασφαλώς. Επειδή μας άρεσε το έργο δεν θα θέλαμε να μείνει σε δέκα παραστάσεις. Και κακά τα ψέματα, όσο κι αν αρέσει κάτι στους συντελεστές απευθυνόμαστε κάπου με ένα ρίσκο για το αν θα βρει το έργο το κοινό του. Ευτυχώς στην περίπτωσή μας όλα πήγαν καλά και δεν είχαμε τέτοια ζητήματα.

Φέτος το έργο διανύει τη δεύτερη χρονιά στην Αθήνα και θα ανέβουμε μάλιστα στις 8 Φεβρουαρίου και στη Θεσσαλονίκη για μια σειρά παραστάσεων στο θέατρο Αυλαία.

Σε βλέπουμε και στο «Love and money» του Ντένις Κέλι. Αυτή η συνεργασία πάλι πως προέκυψε;

Θέλαμε να συνεργαστούμε με τη Σοφία Μαραθάκη και όταν είχε πια αποφασίσει να ανεβάσει το έργο του Κέλι με κάλεσε. Μου ήταν ελκυστική επίσης η ίδια η σύνθεση της ομάδας, είχα την εντύπωση από το άκουσμα ήδη ότι θα πήγαιναν τα πράγματα πολύ κακά και επιβεβαιώθηκα. Ο κοινός μας χρόνος είναι δημιουργικός και τα πράγματα είναι ισότιμα, πράγμα πολύ σημαντικό. Είμαι της άποψης ότι η συνεργασία μας μεγαλώνει κι αναμετριέσαι καλύτερα με τις δυνατότητές σου. Με ιντριγκάρει επίσης αυτό το βρετανικό χιούμορ του Κέλι, αυτό το φλεγματικό ύφος που δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις η να κλάψεις.

 

Ποιο είναι το πιο γοητευτικό και το πιο δύσκολο κομμάτι του θεάτρου για σένα;

Το πιο ωραίο είναι όταν συντονίζομαι με ανθρώπους που μοιραζόμαστε τη γλώσσα του μη αποτελέσματος, της πρόβας στην παράστασης, όπου δεν υπάρχει το άγχος να γίνονται τα πράγματα τεχνικά, στη λογική ενός σώματος που εκτελεί οδηγίες. Κάθε φορά οι συμπαίκτες αλλά και εσύ ο ίδιος είσαι κάπως διαφορετικός, δεν γίνεται να είσαι ίδιος κι αν μπεις στον αυτόματο πιλότο το «πιάνεις» ότι είσαι λάθος. Όλο αυτό το μοίρασμα αποτυπώνεται αργότερα στο αποτέλεσμα όπου και εκεί παίρνεις αν όλα πάνε καλά μια επιπλέον χαρά.

Το πιο δύσκολο αφορά τη διαχείριση του χρόνου και τους άγχους που δημιουργεί η δουλειά και οι συνθήκες εντός και εκτός αυτής. Δεν χρειάζεται το άγχος που είχαμε πολλοί λίγα χρόνια πριν, δεν είναι παραγωγικό. Κάπως τα πράγματα είναι εκεί και τα βρίσκουμε. 

Από εκεί και πέρα δύσκολη είναι και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε ότι αφορά την χρηματοδοτική στήριξη του θεάτρου, Το Υπουργείο είναι ανάγκη να στηρίζει με όσο καλύτερο τρόπο τις μικρές και ιστορικές σκηνές. Παίζαμε στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης και είναι αντιληπτό πως ο χώρος χρειάζεται ουσιαστική στήριξη. Μιλάμε για έναν χώρο με όλο το «φορτίο» του Καρόλου Κουν πάνω του αλλά πρέπει να μείνει όπως το άφησε με την έννοια του φροντισμένου, όχι του αφημένου, του παρατημένου. Και είναι ένα θέατρο συνδεδεμένο με τη θεατρική ιστορία μας, κατά κάποιο τρόπο δημόσιο.

Υπάρχει μια κουβέντα ευρύτερη περί θεατρικού πληθωρισμού. Τη συμμερίζεσαι, ποια η θέση σου για το φαινόμενο; Είναι θετικό, αρνητικό ή τίποτα από τα δύο;

Καλύτερα πολύ, παρά καθόλου. Είναι πολύ ωραίο που άνθρωποι εκφράζονται καλλιτεχνικά ακόμη και σε μικρότερους χώρους, όπως συνοικιακά θέατρα ή ερασιτεχνικές ομάδες. Έτσι ο καθένας μπορεί να διαβλέψει ό,τι τον ευχαριστεί!

Τρία χρόνια μετά την ανάδειξη του #MeToo πιστεύεις πως έχουν βελτιωθεί τα πράγματα σε ότι αφορά; Είμαστε σε καλύτερο σημείο θεωρείς ως προς την αντιμετώπιση του φαινομένου στο θέατρο;

Η κουβέντα σωστά άνοιξε και καλώς έγινε ώστε να οριοθετηθούν συμπεριφορές που ίσως κι εγώ στην αρχή του ξεκινήματός μου λανθασμένα να θεωρούσα σε έναν βαθμό επιτρεπτές και καλώς εκφράστηκαν άνθρωποι που υπέστησαν δύσκολες καταστάσεις. Από εκεί και πέρα το θέμα είναι από τη ρίζα τους οι άνθρωποι στις οικογένειες τους και τα σχολεία τους να εξελίσσονται σε χαρακτήρα και αντίληψη, να βγει μπροστά η ανθρωπιά. Το ζήτημα είναι σε ότι αφορά δε τις σχέσεις εξουσίας να αντιληφθούμε ότι εκχωρούμε συγκυριακά μια δυνατότητα η οποία προϋποθέτει όμως τον απόλυτο σεβασμό του στα όρια μας.

Photo credits: Aris Vedertsis

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.