Ειρήνη Γκόνου - Μίλτος Παντελιάς | Ζώντας με τέχνη

Ειρήνη Γκόνου - Μίλτος Παντελιάς | Ζώντας με τέχνη

Σε μια εποχή που εξιδανικεύει την παγκοσμιοποίηση, τις γρήγορες ταχύτητες, την αφθαρσία, τον ατομικισμό, την αφθονία και την ευκολία, η Ειρήνη Γκόνου κι ο Μίλτος Παντελιάς επικοινωνούν τη δική τους διαφορετική άποψη μέσα από τα έργα και τη ζωή τους. Ακολουθούν και σέβονται έννοιες όπως η μνήμη, η αξία της πατίνας του χρόνου, η πολυπολιτισμικότητα, η ολιγάρκεια, η ησυχία, η απλότητα, ο μόχθος, η ανάγκη των ανθρώπων για προστασία, σταθερότητα και συντροφικότητα.

Τους πρωτοσυνάντησα στην έκθεση “De Materia Magica” της Ειρήνης. Σεμνοί, προσιτοί, χαμογελαστοί, ανοιχτόκαρδοι, με ενέπνευσαν να ζητήσω να τους γνωρίσω καλύτερα. Έτσι κι έγινε. Λίγες εβδομάδες αργότερα, με καλοδέχτηκαν στο σπιτικό τους μαζί με το γιο τους τον Ηλία -έναν νεαρό, ταλαντούχο μουσικό με ήδη αξιοσημείωτη, δημιουργική πορεία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό- και τις δύο γάτες τους, τη Ζιζί και το Λαλάκι.

Ο χώρος τους ζεστός, ζωντανός, φιλόξενος. Έργα τέχνης παντού, φυσικά υλικά, γήινα χρώματα, χειροποίητα έπιπλα και αντικείμενα και μια διάχυτη αύρα απλότητας, ηρεμίας και νοσταλγίας. Nα αυτό εδώ το ξύλινο μικρογλυπτό στον τοίχο το είχε φτιάξει ο Ηλίας όταν ήταν μικρός χρησιμοποιώντας ξύλα που ξέβρασε η θάλασσα. Και το πρωτότυπο τραπεζάκι, ιδιοκατασκευή από μια παλιά αναποδογυρισμένη σκάφη και μια τάβλα, είναι από τη Νάξο, κομμάτι της επιφάνειας του τραπεζιού της γιαγιάς μου. Βλέπεις αυτήν τη γούβα στη γωνία; Εκεί έτριβαν με μια μαρμαρόπετρα το θαλασσινό αλάτι και το έριχναν κατευθείαν στο φαγητό. Το τραπεζάκι αυτό δεν το άλλαζουμε με τίποτα. Κουβαλάει ιστορίες. Τέτοιες ιστορίες μαζί με τις σκέψεις, τους προβληματισμούς και τη θετική τους ενέργεια μοιράστηκαν γενναιόδωρα μαζί μου. Εσκεμμένα δεν "ξεχώρισα" τα λόγια τους. Ένιωσα πως ούτε εκείνοι θα το προτιμούσαν, ούτε χρειάζεται.
 

 

Ο Μίλτος και η Ειρήνη είναι πολλά χρόνια μαζί. Μετά το σχολείο έφυγαν για σπουδές στο Παρίσι. Εκείνη στη γλυπτική κι εκείνος στη χαρακτική και τη λιθογραφία.
Ζήσαμε εκεί 11 χρόνια. Στην αρχή νιώθαμε εντελώς «χαϊβάνια», πρώτη φορά βγαίναμε από την Ελλάδα με μόνη βαθιά επιθυμία να κάνουμε τέχνη. Ήταν τότε περίοδος δικτατορίας εδώ, οπότε δεν υπήρχε εισροή πληροφοριών. Το Παρίσι μας καθόρισε σαν ανθρώπους και σαν καλλιτέχνες. Όχι μόνο επειδή είναι επιβλητικό πολιτιστικά αλλά κι επειδή υπήρχε μια έντονη πολυπολιτισμικότητα εντελώς διαφορετική από την ελληνοκεντρική κατάσταση που βιώναμε εδώ. Επιπλέον, η απόσταση μας έδωσε την ευκαιρία να ξαναδούμε και την Ελλάδα διαφορετικά και να κατανοήσουμε τα χαρακτηριστικά της. Όλο αυτό δούλεψε μέσα μας. Αρχίσαμε να διαβάζουμε και να ψάχνουμε τη διαφορετικότητα στις κουλτούρες. Συνειδητοποιήσαμε πως κόσμος δεν είναι μόνο η Δύση και πως δεν είναι μόνο οι δικές μας ενασχολήσεις και προβληματισμοί παγκόσμιοι. Υπάρχουν κι άλλα σημαντικά πράγματα.
 

 


H Ειρήνη ασχολήθηκε και με την ανθρωπολογία και την ανθρωπολογική πλευρά της τέχνης. Κι από το 1995 μελετά τις ισλαμικές και βορειοαφρικανικές κουλτούρες ως μέρος του ευρύτερου μεσογειακού πολιτισμού. Τόπος αναφοράς των εικαστικών της αναζητήσεων και μεγάλη της αγάπη είναι η γραφή ως εικόνα, σύμβολο και φυλαχτό. Χρησιμοποιεί φυσικά υλικά, βαμβακερά υφάσματα, λινά, ρετάλια, χειροποίητο χαρτί, φυτικές βαφές, καλάμια, φύλλα, χρησιμοποιημένα στοιχεία κ.ά. για να φτιάξει «αποτρεπτικά πανιά» κι άλλα αντικείμενα-καταφύγια από τον πόνο και το κακό.
Η γραφή με ακολουθεί πάντα. Μαθαίνοντας αραβική καλλιγραφία συνειδητοποίησα πως για τον απλό κόσμο η γραφή θεωρείται φυλαχτό κι έχει θεραπευτικές και προστατευτικές ιδιότητες. Αυτό μου άρεσε και δικαιολόγησε και την αγάπη μου για αυτήν. Ένα τεράστιο γραμμένο ένδυμα-φυλαχτό που είδα στο Λούβρο με ενέπνευσε για τα δικά μου έργα. Για τους λαούς αυτούς, η προστατευτική δύναμη των αντικειμένων προέρχεται από το nyama τους. Την ψυχή δηλαδή, που υπάρχει σε όλα τα αντικείμενα φυσικής προέλευσης. Αυτό δεν χάνεται. Όπως ένα κομμάτι ξύλο συνεχίζει να ζει ακόμη κι όταν κοπεί από το δέντρο. Το nyama σχετίζεται με τις ιστορίες και το παρελθόν πίσω από τα πράγματα κάτι που συνδέεται και με την έννοια του ιαπωνικού Wabi-sabi. Στην Ιαπωνία όπως και στην Αφρική, το να διορθώνεις κάτι που έχει χαλάσει αποτελεί τέχνη. Η νοοτροπία της Δύσης δεν το αποδέχεται αυτό. Εδώ μας ενδιαφέρει τα πράγματα να μην καταστρέφονται, να αντέχουν. Στην έκθεση, είχα τον εξής διάλογο με μια κυρία:  « -Και πώς θα προφυλάξω αυτό το έργο; -Δεν θα το προφυλάξετε. -Μα θα χαλάσει! -Κι εσείς, κι εγώ, κι όλοι θα χαλάσουμε…»
 

 

Πόσο αληθινό... Γιατί επιμένουμε να το κρύβουμε επιμελώς από τους εαυτούς μας;
Όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, είμαστε ευάλωτοι. Πάντα οι άνθρωποι ήταν ευάλωτοι κι έψαχναν προστασία. Αυτό επαληθεύεται από όσα συμβαίνουν στον κόσμο καθημερινά. Η κουλτούρα της Δύσης δείχνει μεγάλη αλαζονεία. Ο σύγχρονος άνθρωπος ξεχνά πως δεν μπορεί να κάνει, να ελέγχει και να εξηγεί τα πάντα. Ο δυτικός πολιτισμός υποστηρίζει πως παρέχει ασφάλεια. Μέσω πληρωμής...  Όμως τίποτα δεν σε προστατεύει από το άγνωστο. Η κοινωνία άλλαξε, οι άνθρωποι χάνουν την ελπίδα τους πολύ εύκολα, απελπίζονται και η κρίση το φανέρωσε αυτό. Όμως καμιά ασφαλιστική εταιρία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την απόγνωση. Η αστική κοινωνία θέλει τον άνθρωπο, απομονωμένο, εξαρτημένο και μακριά από τη φύση ενώ θεωρεί σημαντικό το αθάνατο κι όχι το θνητό. Οι Αφρικανοί σέβονται βαθιά τη φύση και τον Κύκλο της Ζωής. Γι’αυτούς όλα έχουν αρχή, μέση και πρέπει να τελειώνουν.
Αν βγούμε από το πλαίσιο του δυτικού τρόπου σκέψης ακόμη και η έννοια της τέχνης διαφέρει. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Σε μια αφρικανική κοινωνία, οι μάσκες ή άλλα «έργα τέχνης» για εμάς,  γι’αυτούς είναι απλά χρηστικά ή τελετουργικά αντικείμενα. Ούτε «καλλιτέχνες» υφίστανται. Απλά κάποιος ασχολείται με κάτι, το κάνει καλά, συμφωνούμε όλοι σε αυτό και του το αφήνουμε. Μέχρι κάποια εποχή όλα αυτά αποτελούσαν μια γνώση για τους αρχαιολόγους και τους ανθρωπολόγους χωρίς καλλιτεχνική αξία. Ώσπου κάποια στιγμή ο Πικάσο, εμπνευσμένος από τις αφρικανικές μάσκες ζωγράφισε τις Demoiselles d'Avignon κεντρίζοντας το ενδιαφέρον των φιλότεχνων κι ανοίγοντας το δρόμο ώστε να ενταχθούν κάποιες αφρικανικές «φόρμες» στο δυτικό πολιτισμό. Ευτυχώς αυτή τη στιγμή τα σύνορα της τέχνης μεταξύ των λαών είναι πιο χαλαρά.

Έχοντας ασχοληθεί τόσο με τη γραφή, βρήκα την Ειρήνη ιδανική για να μου εξηγήσει αν ο γραφικός χαρακτήρας δίνει στοιχεία για την προσωπικότητά μας.
Δυστυχώς όχι… Ο άνθρωπος σήμερα δεν γράφει από άποψη, γράφει από συνήθεια και με έναν τρόπο που του έμαθαν στο σχολείο. Επίσης υπάρχουν και μόδες σχολικές. Μπορώ να καταλάβω ποια εποχή πήγαινες σχολείο από τα γράμματά σου. Δεν μας δόθηκε η ευκαιρία να εκφραστούμε

 

μέσω του γραψίματός μας. Αυτό ίσχυε από παλιά: οι άνθρωποι μάθαιναν να κάνουν καλλιγραφία παρακάμπτοντας το φυσικό τους γραφικό χαρακτήρα. Προσωπικά έχω παίξει πολύ με αυτό. Μικρή έκανα άθλια γράμματα κι ο μπαμπάς μου με έμαθε να γράφω πάρα πολύ ωραία, δηλαδή ομοιόμορφα. Μετά όμως είδα πως αυτό το «πάρα πολύ ωραία» δεν ήμουν εγώ οπότε άρχισα να το ψάχνω. Τώρα μπορεί να μην είναι ωραία για όλους τα γράμματά μου αλλά είναι «δικά μου».  Δεν το επιχειρούν πολλοί αυτό, ούτε καν οι καλλιτέχνες: υπογράφουν το έργο τους όπως θα έγραφαν το όνομά τους σε μια κόλλα διαγωνισμού. Δεν έχουν σκεφτεί πως ακόμη κι αυτό αποτελεί μέσο έκφρασης. Το γράμμα δεν είναι μια γραμμή ζωντανή, δεν είναι ένα πεθαμένο σχήμα.
Το τονίζω αυτό στα σεμινάριά γραφής που επιμελούμαι. Βάζω τους συμμετέχοντες να γράφουν με άβολα υλικά, να γράφουν «άσχημα» κι αιφνιδιάζονται. Αλλά εγώ αυτό θέλω, η κάθε γραμμή να γίνεται συνειδητά, να σε παιδεύει. Το κάθε γράμμα, να «περνάει» από μέσα σου και να «βγαίνει» από το χέρι, να μην γίνεται αυτόματα. Δεν είναι μια συνήθεια αλλά σχέδιο με ψυχή. Μια κοπέλα μου είχε πει κάποτε: «ε τότε να γράψω με το αριστερό»  Και της είχα απαντήσει «Ναι! Το αριστερό σου χέρι είναι πιο ειλικρινές από το δεξί. Το δεξί είναι εκπαιδευμένο να λειτουργεί αυτόματα, δεν είσαι εσύ. Το αριστερό θα σε εκφράσει πιο αληθινά. Δεν με νοιάζει να γράψεις γρήγορα. Με νοιάζει να γράψεις από μέσα σου». Ούτως ή άλλως, κάθε γράμμα κρύβει ψυχή και ιστορία. Το δικό μας αλφάβητο π.χ προέρχεται από το φοινικικό. Εκεί τα σύμβολα, πριν γίνουν γράμματα, ήταν εικόνες π.χ το άλφα προέρχεται από το άλεφ που στα φοινικικά είναι το κεφάλι βοδιού και συμβολιζόταν ανάλογα. Το βήτα, από το μπάιτ που σημαίνει σπίτι κ.ο.κ. Αξίζει να τα γνωρίζουμε αυτά.

 

 


Στρέφομαι προς τον Μίλτο. Στα έργα του, η έννοια του χρόνου αποτελεί έμπνευση και κινητήριο δύναμη. Η ζωγραφική του λειτουργεί όπως η μνήμη, ξαναφτιάχνει νέες εικόνες από τις παλιές ιστορίες και σε καλεί να αναζητήσεις τις δικές σου μνήμες, να εξασκήσεις το βλέμμα σου και να φανταστείς.
Έκανα τα Παλίμψηστα όταν συνειδητοποίησα περί τίνος πρόκειται. Η ιδέα ενός χειρόγραφου στο οποίο συνυπάρχουν δύο γραφές άσχετες μεταξύ τους, που έγιναν σε διαφορετικούς χρόνους δημιουργώντας τελικά κάτι καινούριο, μου άρεσε. Θέλω τα έργα μου να βγάζουν μια ιστορία ακαθορίστου χρόνου. Να ξυπνάνε μνήμες. Ακόμη κι όταν χρησιμοποιώ τη γραφή, αυτό γίνεται με τρόπο που δεν διαβάζεται. Αν έγραφα κάτι συγκεκριμένο θα εξαντλείτο στο νόημά του. Πρόθεσή μου είναι κάθε άνθρωπος ανάλογα με τις εμπειρίες του να κάνει τη δική του «ανάγνωση».
 

 

Ό,τι ξεκίνησα στα Παλίμψηστα συνεχίστηκε στις Πτυχώσεις. Η πτύχωση προέκυψε από το γυμνό που υπάρχει από πίσω χωρίς να φαίνεται. Μέσω της πτύχωσης να αισθάνεσαι την ανθρώπινη παρουσία. Μελέτησα το βιβλίο "Le pli" του Gilles Deleuze. Εκείνος το προχωρεί και βρίσκει την πτύχωση παντού: από τα υφάσματα μέχρι τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Γίνεται πια πιο φιλοσοφικό αλλά σε κάνει να βλέπεις αλλιώς κάτι τόσο απλό και καθημερινό. Θέλω η ερμηνεία των έργων μου να μην είναι άμεση ούτε συγκεκριμένη. Να βγάζουν διαφορετικά πράγματα κάθε στιγμή. Να προκαλούν σε αναζήτηση.
Δεν με ενδιαφέρει ο νατουραλισμός. Δεν ζωγράφισα ποτέ εκτός σπιτιού. Αν κάτι με συγκινήσει θα το κρατήσω στο μυαλό μου και θα το αναπαράγω χρησιμοποιώντας την αίσθηση που μου δίνει η ανάμνησή του. Αυτό είναι τελείως διαφορετικό από το να βλέπεις κάτι και να το ζωγραφίζεις. Γι’αυτό δεν έχω και μοντέλα. Οι ανθρώπινες μορφές των έργων μου να μην έχουν χαρακτηριστικά που να οδηγούν σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Προτιμώ να λειτουργούν σαν ιδέα βγάζοντας ένα μη φανερό ερωτισμό. Δουλεύω πάντα με τον τρόπο που με εκφράζει καλύτερα χωρίς να σκέφτομαι πως πρέπει να ακολουθώ συγκεκριμένες λογικές. Τα χρώματά μου είναι υπαινικτικά και χρησιμοποιώ πολύ το χαρτί το οποίο χάρη στις σπουδές χαρακτικής εκτιμώ πολύ. Έχει μια άλλη αίσθηση και παλιώνει διαφορετικά. Δεν αγοράζω καμβά. Τεντώνω βαμβακερό ύφασμα και βάζω χαρτιά από πάνω. Ύφασμα και χαρτί παντρεύονται ωραία. Το σημαντικό είναι να μπορείς να λειτουργείς χωρίς να καταπιέζεσαι από τα υλικά σου. Να αισθάνεσαι πως εσύ τα ελέγχεις και νιώθεις καλά με αυτά.
 

 

Πώς καταλαβαίνει ένας καλλιτέχνης ότι ένα έργο έχει «τελειώσει»;
Όταν ξεκινάς μια καινούρια δουλειά υπάρχει αυτή η αβεβαιότητα: είχες κάτι στο μυαλό, πήγαινες προς τα εκεί, στην πορεία συνέβησαν διάφορα «ατυχήματα», σε βοήθησαν να πας λίγο διαφορετικά ώσπου φτάνει κάποια στιγμή που λες «εδώ είναι εντάξει». Aν το έργο φύγει μακριά σου έχει τελειώσει. Αν είναι δίπλα σου καμιά φορά το ξαναπαιδεύεις. Έχουμε μια αρχή στον τρόπο που δουλεύουμε: να μην μπλεχτούμε σε μια κατάσταση που θα επαναλαμβάνουμε την ευκολία μας. Γι’αυτό σε κάθε έκθεση που κάνουμε θέλουμε να βρίσκουμε κάτι να μας δυσκολέψει, να μας ταλαιπωρήσει, να μας ιντριγκάρει. Να ψαχτούμε και να βρούμε άλλα μονοπάτια. Έτσι διαφοροποιούμε τις ιδέες μας. Ενδεχομένως να σκεφτούμε πως ορισμένα παλιότερα έργα θα μπορούσαμε να τα έχουμε κάνει αλλιώς. Κάποιες φορές μπορεί να δουλέψουμε κάποια από αυτά προς τη νέα κατεύθυνση ώστε να ενταχθούν στο καινούριο πλαίσιο, άλλες φορές τα αφήνουμε απλά ως έργα μιας άλλης εποχής, ενός κύκλου που έκλεισε. Τα βλέπουμε με διαφορετικό τρόπο πια. Με μια νοσταλγία ίσως… Πάντως προσπαθούμε να μην έχουμε υπαλληλική σχέση με τη δουλειά μας. Αυτό που κάνουμε να μας απασχολεί πάντα και να είναι δημιουργικό. Να μην πέσουμε στην παγίδα ενός συγκεκριμένου στυλ που σε αναγκάζει να φοβάσαι να ανοιχτείς και τελικά να γίνεσαι δέσμιος του ύφους σου. Χρειάζεται προσοχή και συνεχή εγρήγορση. Να αναρωτιέσαι συνέχεια «το κάνω επειδή το θέλω ή για άλλους λόγους;».
 

 

Το παραπάνω συμπέρασμα μου δίνει την ευκαιρία να ρωτήσω πώς αντιλαμβάνονται τη σύγχρονη τέχνη γενικότερα αλλά και ειδικότερα στην Ελλάδα της κρίσης.
Η ιστορία της τέχνης γραφόταν από τους ανθρώπους που καταργούσαν κάποιον κανόνα, έκαναν κάποιο νεωτερισμό ή ανατροπή άσχετα αν αυτό εντασσόταν στην αισθητική της εποχής. Μέχρι ενός σημείου αυτό λειτουργούσε επειδή έπρεπε να απελευθερωθεί ο καλλιτέχνης. Μετά όμως υπήρξε η τάση να ψάχνεις τί δεν είχαν κάνει οι άλλοι για να φανείς «σύγχρονος». Αυτό δεν είναι αυθεντικό, είναι κατασκευασμένο. Επιπλέον, παρατηρούμε πως η σύγχρονη τέχνη δεν δέχεται κριτική. Το μ’αρέσει/δεν μ’αρέσει, το πιο πηγαίο συναίσθημα, δεν είναι αποδεκτό. Δεν μπορούμε να είμαστε σε έκσταση με ό,τι συμβαίνει επειδή συμβαίνει μέσω της σύγχρονης τέχνης. Όμως όποιος έχει την ειλικρίνεια και βλέπει πως «ο βασιλιάς είναι γυμνός» και το πει δηλώνοντας δυσαρέσκεια, θεωρείται υποδεέστερος κι αδαής. Υπάρχει επίσης η νοοτροπία πως η σύγχρονη τέχνη είναι για μυημένους και «ψαγμένους». Δεν σου εξηγούν. Θα πρέπει εσύ να αναζητήσεις, να διαβάσεις για να προσπαθήσεις να καταλάβεις τι θέλει να πει το έργο, αν τελικά το καταφέρεις. Εμάς μας απωθεί αυτή η τακτική. Εξηγούμε τα έργα μας, θέλουμε να μοιραστούμε το γιατί κάναμε ό,τι κάναμε και ύστερα να προβληματίσουμε δημιουργικά τον θεατή. Δεν μας αρέσει να αφήνουμε τον άλλον σε περίπλοκη κατάσταση. Είναι σημαντικό για εμάς να βλέπουν κι άλλοι τα έργα μας αλλιώς θα τα κρατάγαμε μέσα στο σπίτι. Είναι ένα είδος επικοινωνίας. Δεν μπορούμε από μόνοι μας να τα ορίσουμε ως «τέχνη». Είμαστε ειλικρινείς, δείχνουμε τι μας αντιπροσωπεύει και μας εκφράζει και το βγάζουμε προς τα έξω. Οι άλλοι είναι αυτοί που θα το δεχθούν ως έργο τέχνης ή όχι.

 


Η Αθήνα σήμερα έχει ξεπεράσει εκείνη την ανεξέλεγκτη μανία για έργα τέχνης που είχε δημιουργήσει μια «φούσκα» και στο εγχώριο καλλιτεχνικό «χρηματιστήριο». Προ κρίσης εδώ ήταν ένας οικονομικός παράδεισος για τους καλλιτέχνες, χωρίς την ανάλογη αναγνώριση στο εξωτερικό. Είχε δημιουργηθεί ένας νεοπλουτίστικος χώρος που δεν αντιπροσώπευε τελικά την τέχνη στην Ελλάδα. Τώρα οι τιμές έχουν ισορροπήσει κι αυτό βοηθά τους νέους καλλιτέχνες να μην εξαρτώνται από μια ψεύτικη αγορά αλλά να αντιμετωπίσουν διαφορετικά την τέχνη τους και τη ζωή. Οι νέοι σήμερα λειτουργούν περισσότερο συλλογικά σε όλους τους καλλιτεχνικούς χώρους (μουσική, θέατρο, εικαστικά κ.λπ). Έχουν καταλάβει πως χρειάζονται ο ένας τον άλλον για να προχωρήσουν. Η αλληλεγγύη αυτή είχε χαθεί. Παρατηρούμε επίσης πως το νέο πλαίσιο της τέχνης στη χώρα μας προσελκύει και καλλιτέχνες του εξωτερικού. Ακριβώς επειδή έξω η κατάσταση είναι πιο φλατ ενώ εδώ υπάρχει μια δυναμική. Δημιουργείται μια νέα αστική κουλτούρα με μεγάλο ενδιαφέρον.
 

 

Παρατηρώ τα έργα τους γύρω μου. Δεν κραυγάζουν την ουσία τους. Ήσυχη, χαμηλών τόνων χρωματική παλέτα, μαλακές γραμμές και υφές, ισορροπία, γαλήνη αλλά και στιβαρή εσωτερική δύναμη. Μου αρέσει το nyama τους. Ευγενικά αλλά αποφασιστικά μου επιβάλλουν έναν ήρεμο, καθησυχαστικό ρυθμό. Δεν μπορώ να το περιγράψω ακριβώς αλλά μου δίνουν χώρο και χρόνο. Με συγκινούν.
Θέλουμε να μπορείς να ζεις με ένα έργο. Να το έχεις δίπλα σου και να μην σε παλεύει, να μην σου «δίνει μπουνιές», ούτε να σε τρελαίνει με τα χρώματά του. Το πολύ χρώμα δίνει ένταση, τονίζει κάποια πράγματα, εμάς δεν μας πηγαίνει αυτό. Έτσι είμαστε και στη ζωή μας όμως. Όταν υπάρχουν εντάσεις συνήθως φεύγουμε, για να προφυλάξουμε κυρίως τη δική μας ηρεμία. Χαιρόμαστε που εισπράττεις τη γαλήνη. Όταν το αισθανόμαστε κι εμείς για τα έργα μας λέμε πως «ηρέμησε». Είναι η φράση μας. Αυτό σημαίνει πως η αναστάτωση που υπήρχε στο έργο μέχρι να γίνει, καταλάγιασε. Υπάρχει μέσα, αλλά εξωτερικά είναι αυτό που πρέπει να είναι. Ηρεμεί το έργο όταν έχεις ηρεμήσει κι εσύ.

 Η αίσθηση των πραγμάτων έχει μεγάλη αξία για εμάς. Η συνειδητή διαδικασία του να περνάνε όλα από μέσα μας. Η εποχή μας δεν βοηθά σε αυτό. Για παράδειγμα, υπάρχει μεγάλη εξάρτηση από την εικόνα και μια βιασύνη να βλέπουμε χωρίς να κοιτάμε πραγματικά. Έτσι όμως χάνεται η αίσθηση της στιγμής. Αυτό που προσλαμβάνει ο εγκέφαλος δεν είναι καδραρισμένο. Υπάρχουν άνθρωποι όμως που βγαίνουν, ταξιδεύουν, μπαίνουν σε μουσεία και βλέπουν ένα μέρος της ζωής μέσω μιας κάμερας. Αυτό καταστρέφει τη δημιουργική ικανότητα του εγκεφάλου. Παρακάμπτει τη διαδικασία του: βλέπω-αποτυπώνω-αισθάνομαι. Η αίσθηση που σου αφήνει μια εικόνα μεταλλάσσεται με τα χρόνια κι αυτό είναι το ωραίο με το να κρατάς τη μνήμη ζωντανή μέσα σου. Ο άνθρωπος διαμορφώνεται, η εικόνα όχι. Γι’αυτό και αποφεύγουμε να φωτογραφίζουμε τα γεγονότα στη ζωή μας, δεν θέλουμε να περιοριζόμαστε σε μια παγιωμένη εικόνα. Προτιμούμε να τα κρατούμε στο μυαλό μας σαν αίσθηση.
 

 

Με γοητεύει ο τρόπος που αλληλοσυμπληρώνονται και συνυπάρχουν. Η ειλικρίνεια που βγάζουν και η ανεπιτήδευτη απλότητα μεταξύ τους. Μα καλά, είναι πάντα τόσο ήρεμοι;
Χαχα, όχι φωνάζουμε κιόλας! Είμαστε πολλά χρόνια μαζί και δουλεύουμε μαζί. Ειδικά όταν ήμασταν νέοι περάσαμε δύσκολες καταστάσεις και μάθαμε πόσο σημαντικό είναι να βρίσκουμε ισορροπίες. Μαζί τα ψάχνουμε, μοιραζόμαστε συνέχεια τις ιδέες μας. Το εργαστήριό μας είναι χωρισμένο στα δύο, ρωτάει ο ένας τον άλλον. Έχουμε κάνει κι εκθέσεις οι δυο μας, με τον ίδιο τίτλο, κάτι που δεν είναι εύκολο και είναι κι ένα είδος άσκησης στη μεταξύ μας ισορροπία. Δεν ξεχωρίζουμε την καλλιτεχνική από τη συντροφική μας σχέση, είναι ένα. Το πώς λειτουργείς φαίνεται στη δουλειά σου. Ξέρουμε πότε θα μιλήσει ο ένας στον άλλον χωρίς να τον ενοχλήσει. Δουλεύει ο καθένας στη μεριά του και αργότερα θα συζητήσουμε ό,τι μας απασχολεί. Η τέχνη τροφοδοτεί τη σχέση μας. Την κρατάει ζωντανή. Έχουμε πάρα πολλά να μοιραστούμε. Και μεταξύ μας και με τον Ηλία. Χρειαζόμαστε ο ένας τη γνώμη του άλλου. Αγαπάμε πολύ τις συζητήσεις που γίνονται γύρω από το τραπέζι. Μπορεί για κάποιους να ακούγεται πολύ παραδοσιακό αλλά εμείς δεν το κάνουμε με αυτή τη λογική. Είναι κάποιες στιγμές που πιστεύουμε πως έχει σημασία να τις κρατάμε. Πρόκειται για άλλη μία έκφραση του «κύκλου» που λέγαμε. Ο κύκλος της ζωής, ο κύκλος των εποχών, ο κύκλος της εβδομάδας, ο καθημερινός κύκλος... η επανάληψη. Όλοι αυτοί οι κύκλοι προσφέρουν ηρεμία και ασφάλεια. Είναι οι «σταθερές» μας. Έτσι λειτουργούσε ο κόσμος κι έτσι λειτουργεί ασχέτως αν το ξεχνάμε και δεν ξέρουμε τι μας φταίει. Δεν θέλουμε να χάνουμε αυτές τις στιγμές επικοινωνίας, δεν θέλουμε να χάνουμε την επαφή μας. Είναι το «φυλαχτό» μας. 

 

https://irinigonou.gr/
https://www.miltospantelias.gr/