Ο Γιάννης Αποσκίτης πιστεύει στη φαντασμαγορία της εξουσίας

Ο Γιάννης Αποσκίτης πιστεύει στη φαντασμαγορία της εξουσίας

O συγγραφέας και σκηνοθέτης της παράστασης «Μαύρη Μαγεία ή Άσε τους νεκρούς να πεθάνουν» μιλάει στο debop.gr εφ'όλης της ύλης.

Ο κεντρικός ήρωας, ο Κωνσταντίνος Χελιδόνης μοιάζει σε μόνιμη κρίσης ενηλικίωσης, να αναπολεί ένα παρελθόν που θεωρεί χρυσό και να προσπαθεί να το επαναλάβει. Είναι αυτό ένα σχόλιο για αυτό που ονομάζουμε γενιά των millennials;

100% βρίσκεται σε αυτή τη γενιά ο ήρωάς μας. Δεν ξέρω αν προσπαθεί ο ίδιος και η γενιά της οποίας είναι εν μέρει σύμβολο να επιστρέψουν στο παρελθόν ή αν περισσότερο φοβούνται για το μέλλον, γιατί η υπόσχεση ενός καλύτερου μέλλοντος δεν ήρθε να ευοδωθεί. Κι ενός μέλλοντος που στηρίχθηκε σε ένα αφήγημα ότι αν συλλέξεις πτυχία και δεξιότητες θα έχεις ένα καλύτερο μέλλον. Σήμερα βλέπουμε παιδιά εξαιρετικά καταρτισμένα –overqualified όπως συχνά ακούμε- να αναρωτιούνται «γιατί έχασα τόσο χρόνο». Και αυτή η απογοήτευση δημιουργεί στερεότυπα, υλικά με τα οποία παίζει η φαρσοκωμωδία μας και οι χαρακτήρες της. Εν προκειμένω έχουμε την ιστορία ενός τηλεοπτικού σταρ που είχε μια υπόσχεση κάποιου ένδοξου μέλλοντος αλλά στην πραγματική ζωή δεν ξέρει να φτιάξει έναν καφέ.

Μια κοινή διαπίστωση είναι ότι υπάρχει ένας υπερτροφικός μπέμπης σε πολλούς και το έργο σου το θίγει αυτό.

Μα είναι απόλυτα λογικό και προσπάθησα να βάλω κι ένα ψυχαναλυτικό πλαίσιο και να συνδυάσω το φαινόμενο αυτό με μια ανάδειξη της πατριαρχικής συνθήκης. Οι πατεράδες μας για παράδειγμα δεν μάθανε να είναι μπαμπάδες γιατί είχαν προσλαμβάνουσες από γονείς με τραύματα και απόμακρους σε ό,τι αφορά ένα απαραίτητο κομμάτι του ρόλου τους. Μιλάμε για ένα τεράστιο φρουδικό ζήτημα που δεν είναι υγιές να το κουβαλάς στα 30 σου.

Παράλληλα, κάνεις και μια έντονη αναφορά στην τηλεόραση και στον κόσμο των social media που θρέφει την σκοτεινή πλευρά της πραγματικότητας και την θρέφει παράλληλα.

Αν και στην αρχή ήθελα να πω κάτι πολύ συγκεκριμένο μέσα από αυτή τη διαδικασία επειδή γνωρίζω ότι το θέατρο είναι μια συλλογική διαδικασία και η δημιουργία έρχεται μέσα από τον διάλογο με τους συνεργάτες  συνειδητοποίησα ότι η παράσταση απέκτησε έναν χαρακτήρα επιθεωρησιακό με την έννοια ότι έχει μια πανοραμική ματιά στις κοινωνικές παθογένειες της εποχής. Αυτό που βλέπουμε ως τελική μορφή της Μαύρης Μαγείας δηλαδή είναι μια ρετροσπεκτίβα που θα σου μιλήσει και για το ζήτημα του κίτρινου Τύπου και για το κομμάτι του τηλεκανιβαλισμού και όλων όσων βλέπουμε να συμβαίνουν «ενορχηστρωμένα» στη ζωή μας. Και φυσικά ανάμεσα σε όλες τις άλλες θεματικές θίγεται και η βία κατά των γυναικών.

Θα ενέτασσες το έργο σου στο θεατρικό ρεύμα που έχει αποκλιθεί νεοελληνικός ρεαλισμός και το οποίο γνωρίζει άνθιση και επιτυχία τα τελευταία χρόνια;

Χαίρομαι να συμμετέχω σε αυτό που λέγεται σύγχρονη ελληνική δραματουργία και με ενδιαφέρει πολύ να ενταχθώ σε αυτήν. Βρίσκω πολύ πιο ουσιαστικό να παρακινήσω να γραφτούν και να ανέβουν νέα έργα από το ανεβάσουμε ακόμη μια φορά Σέξπιρ, Τσέχοφ ή Μολιέρο. Είναι σημαντικό σήμερα πια να προχωράμε σε νέες αφηγήσεις, να μην πέφτουμε στην παγίδα της μεταφοράς, όπου από παλιότερα θεατρικά έργα προσπαθούμε να εξάγουμε νέες απόψεις, πράγμα άνισο υπό μια έννοια δεδομένου ότι κι αυτά γράφτηκαν από ανθρώπους ενός άλλου πλαισίου. Δεν με αφορά τόσο να κάνω τις Βάκχες στο σήμερα όσο να ανήκω σε μια πρωτότυπη δημιουργική γενιά. Οριοθετώντας τα πράγματα θα έλεγα ότι έπομαι του μεταμοντέρνου θεάτρου και ίσως ο όρος νεορεαλισμός να είναι το πιο δόκιμο σχήμα αν και με ιντριγκάρει και το κομμάτι του ανοίκειου και του μαγικού στη γραφή μου.

Η «Μαύρη Μαγεία» είναι το δεύτερο θεατρικό σου έργο. Έχεις ως τώρα εντοπίσει τα καταγωγικά ίχνη εκείνα που να σε οδηγούν στη σημερινή σου δημιουργική φάση;

Υπάρχουν σταθμοί θεατρικών συγγραφέων και λογοτεχνών που με οδήγησαν στο είδος της φάρσας με κάποιο τρόπο και έχω κλέψει με έναν ορισμένο τρόπο πράγματα από αυτούς. Πρώτος ο Φραντζ Κάφκα, η μεγαλύτερη επιρροή που είχα από τη λογοτεχνία, θεωρώ πως ήταν ο πρώτος δημιουργός με του οποίου το έργο συνομίλησα γιατί διαπίστωσα και μια κοινή συνθήκη καταπίεσης μεταξύ μας, το έργο μου όπως και εκείνος ένιωθα πως είχε μια αίσθηση διαφυγής. Όταν άρχισα να ασχολούμαι με το θέατρο πιο συγκεκριμένα, συγγραφείς όπως ο Τομ Στόπαρντ ή ο Μάρτιν Μακ Ντόνα και φυσικά ο Χάρολντ Πίντερ, ειδικά το «Πάρτι Γενεθλίων» υπήρξε η μεγαλύτερη επιρροή μου στο πως γράφω.

 

 

 

 

Πέρα από τη «Μαύρη Μαγεία» ποια είναι τα σχέδιά σου για το επόμενο διάστημα;

Βρίσκομαι σε διάφορες επαφές ώστε να συνεισφέρω συγγραφικά σε διάφορες παραγωγές πρωτότυπων έργων, τα οποία γράφονται και στην πρόβα. Υπάρχει επίσης μια κωμική σειρά η οποία γράφουμε και ελπίζουμε τον επόμενο χρόνο να μπει σε διαδικασία παραγωγής. Η ανανέωση στα δεδομένα της ελληνικής τηλεόρασης με ενδιαφέρει, η τηλεόραση είναι ένα μέσο που έχει παραδοθεί σε μια δεινοσαυρίστικη κουλτούρα από την οποία έχει ανάγκη να ξεφύγει. Σειρές όπως το «Σωτέ» πχ είναι κοντά σε μια ανανεωτική προσέγγιση της τηλεόρασης που πιστεύω πως τα επόμενα χρόνια θα επικρατήσει και ελπίζω να είμαι μέρος της. Κάθε άλλη εκδοχή τηλεόρασης εκτιμώ ότι είναι μη βιώσιμη, ειδικότερα στις νέες γενιές.

Όλες οι λεπτομέρειες για την παράσταση εδώ.

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.