Ο Θείος Άρης είδε μια σύγχρονη και απολαυστική «Λοκαντιέρα» στο Θέατρο Τέχνης
2026-02-10
Η Λοκαντιέρα θα πάει για πολλά sold out στο Θέατρο Τέχνης. Ο Γιάννης Κακλέας διασκευάζει ευφυώς και σκηνοθετεί με κέφι και όρεξη, έναν θαυμάσιο θίασο.
Η εξαιρετικά δουλεμένη διασκευή καταφέρνει να σεβαστεί το κλασικό κείμενο του Γκολντόνι, ενώ ταυτόχρονα το εκμοντερνίζει με τόλμη και καθαρή σκηνοθετική ματιά. Το χιούμορ, γνωστό γιατρικό για να πεις τα πιο σοβαρά πράγματα, είναι βασικό συστατικό του έργου, ενώ όσα ζητήματα θίγει, η γυναικεία χειραφέτηση, ο έρωτας, τα φύλα, ο πλούτος και το χρήμα βρίσκονται σε κάθε ατάκα.
Για όσους δεν γνωρίζουν, η Μιραντολίνα «τρέχει» το ξενοδοχείο του πατέρα της με τη βοήθεια του Φαμπρίτζιο. Ένας Κόμης και ένας Μαρκήσιος προσπαθούν να την κερδίσουν, την ώρα που ο «πολύς» Ρομπέρτο Ριπαφράττα δεν θέλει ούτε να βλέπει τις γυναίκες. Η Μιραντολίνα θα προσπαθήσει και θα καταφέρει να τον φέρει στα νερά της. Σε βοήθεια σπεύδουν δυο τυχοδιώκτριες ηθοποιοί, η Ντεγιανίρα και η Ορτένσια.
Πρόκειται για μια παράσταση που αποδεικνύει πως τα κλασικά έργα μπορούν όχι απλώς να επιβιώσουν στο σήμερα, αλλά να συνομιλήσουν ουσιαστικά με το παρόν.
Η όλη παραγωγή ξεχωρίζει από την πρώτη στιγμή για την έξυπνη και λειτουργική χρήση των χώρων του ευρύχωρου Θεάτρου Τέχνης. Ο εξώστης, οι σκάλες του θεάτρου, το πιάνο στα πλαϊνά, όλα εξυπηρετούν την παράσταση, σε ένα -έτσι κι αλλιώς- υπέροχο χώρο.
Ο Γιάννης Κακλέας με τη σκηνοθεσία του, δημιουργεί μια αίσθηση ροής και ζωντάνιας, χωρίς περιττές υπερβολές. Τα σκηνικά παραμένουν λιτά, σχεδόν αφαιρετικά, επιτρέποντας στους ηθοποιούς και στο κείμενο να βρεθούν στο προσκήνιο. Ένα χαλί, ένα ή δυο τραπέζια αφήνουν τον χώρο στην παράσταση να ξεδιπλωθεί.
Κι όμως, προς το τέλος του έργου, μια εντυπωσιακή μπουγάδα έρχεται να «απλωθεί» στη σκηνή, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως εικαστικό εύρημα και συμβολικό σχόλιο, προσφέροντας μια από τις πιο δυνατές εικόνες της παράστασης.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη χρήση ιταλικών τραγουδιών από τα τέλη των 60s, 70s και τα 90s μετά χορού, αλλά και πρωτότυπων στίχων σε ρίμες, που ομοιάζουν με άριες. Αυτές τις μοιράζονται η Βερόνικα Δαβάκη ως Μιραντολίνα και ο Ιβάν Σβιτάΐλο ως Ρομπέρτο Ριπαφράττα. Ενσωματώνονται οργανικά στη δράση και λειτουργούν σαν μουσικοί μονόλογοι.
Το στοιχείο αυτό δεν σπάει τη ροή, αντίθετα, δίνει ρυθμό, ενέργεια και μια παιχνιδιάρικη θεατρικότητα, φέρνοντας το έργο πιο κοντά στη σύγχρονη αισθητική, χωρίς να αλλοιώνει την ουσία του.
Ο φωτισμός είναι ιδανικός καθώς αναδεικνύει τις εναλλαγές της δράσης και τις διαθέσεις. Μοναδικά και τα κοστούμια των ηθοποιών, τα οποία λειτουργούν σαν μια διακριτική αλλά σαφή σύνδεση με το αυθεντικό κείμενο, γεφυρώνοντας το τότε με το τώρα, χωρίς μουσειακή διάθεση.
Η διασκευή κλείνει διακριτικά το μάτι στον έρωτα, ακόμη κι αν γνωρίζουμε πως στην αυθεντική Λοκαντιέρα η Μιραντολίνα καταλήγει να παντρεύεται τον υπηρέτη της. Εδώ, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στην κατάληξη, όσο στις διαδρομές: στις σχέσεις εξουσίας, στα παιχνίδια έλξης, στις μικρές και μεγάλες μάχες των φύλων. Η παράσταση δίνει εύστοχα τροφή για σκέψη γύρω από το φύλο, τις εμμονές μας με το ποιος υπερέχει, ποιος χειρίζεται και ποιος χειραγωγείται.
Με κωμικό αλλά καυστικό τρόπο, το έργο σχολιάζει το χρήμα: τη δύναμή του, τη χρήση του, αλλά και την αγωνιώδη αναζήτησή του μέσα από δόλιες ή γελοίες στρατηγικές. Την όλη… περιπέτεια του χρήματος, την «χειρίζονται» περισσότερο ο Ντίνος Ποντικόπουλος, ο Αλέξανδρος Ζουριδάκης μαζί με την Βάσια Λακουμέντα και την Μάιρα Γραβάνη, αφήνοντας τον έρωτα στους δύο κεντρικούς πρωταγωνιστές. Συνδετικός κρίκος ο Υπηρέτης Σαμψών Φύτρος. Να ομολογήσω; Όλοι εξαιρετικοί! Ήταν απολαυστικό να βλέπεις μια τον έναν, μία τον άλλο ηθοποιό να «παίζει» μπάλα, με τα λόγια, με το σώμα, με ατάκες, με βλέμματα και πόζες. Η Δαβάκη οργώνει τη σκηνή, ο Σβιτάΐλο στιβαρός, ενώ η τετράδα που προανέφερα συν τον Φύτρο κουμπώνουν μοναδικά.
Στα θετικά της παράστασης οι μουσικοί «επί σκηνής», στο πλάι, για την ακρίβεια. Η παράσταση δεν θα ήταν ίδια χωρίς το μουσικό «μαμούνι» Ανδρέα Κουρέτα στο πιάνο και τη διεύθυνση, το Μιχάλη Βρέττα στο βιολί, τον Βαγγέλη Ντουμανά στην κιθάρα και τον Ηλία Σαμαρτζή στα ντραμς.
Συνολικά, πρόκειται για μια παράσταση που θα πάει «σφαίρα» γιατί εμπεριέχει όλα όσα θέλουμε από το θέατρο. Το χιούμορ, την τριβή με σοβαρά ζητήματα και την απόδοση όλων αυτών με τρόπο ξεχωριστό από τον σκηνοθέτη και την ομάδα παραγωγής αλλά και ένα θίασο που έχει δουλέψει και φαίνεται.
Πληροφορίες
Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, Σκηνή Φρυνίχου
Φρυνίχου 14
Τετάρτη & Κυριακή: 19:00
Πέμπτη & Παρασκευή: 21:00
Σάββατο: 18:00 | 21:00
Συντελεστές
Βερόνικα Δαβάκη
Ιβάν Σβιτάϊλο
Ντίνος Ποντικόπουλος
Αλέξανδρος Ζουριδάκης
Βάσια Λακουμέντα
Μάϊρα Γραβάνη
Σαμψών Φύτρος
Ορχήστρα – Μουσικοί επί σκηνής
Πιάνο / Keyboards — Ανδρέας Κουρέτας
Βιολί — Μιχάλης Βρέττας
Κιθάρα — Βαγγέλης Ντουμανάς
Drums / Κρουστά — Ηλίας Σαμαρτζής
Παραγωγική ομάδα & τεχνική υποστήριξη
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας
Μουσική – Πρωτότυπη σύνθεση & Ενορχήστρωση: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Στίχοι πρωτότυπων τραγουδιών: Μαρίτα Αλημίση & Βερόνικα Δαβάκη
Μετάφραση: Αγαθή Δημητρούκα
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Σκηνογραφία: Lazaridis Scenic Studio
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Ήχος: Γιάννης Λαμπρόπουλος
Κομμώσεις – Περούκες: Θωμάς Γαλαζούλας
Μακιγιάζ: Faleichyk Olga