Είδαμε: "Βυσσινόκηπος" του Α. Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία Ε. Λυγίζου // Κήπος με πολλά χρώματα και λίγα αρώματα
2026-03-12
Ο Βυσσινόκηπος (1904) είναι το κύκνειο άσμα του Τσέχοφ. Έργο αποχαιρετισμού μιας εποχής που φεύγει και προθάλαμος μιας νέας που έρχεται. Ο κόσμος αλλάζει, οι εξελίξεις τρέχουν και στη μεταβατική στιγμή ο συγγραφέας στήνει μια γιορτή για την απώλεια. Ένας υπέροχος βυσσινόκηπος, κήπος ηδονών και αγαλλίασης είναι έτοιμος να βγει στο σφυρί. Οι ιδιοκτήτες του, αρνούμενοι να αποδεχτούν την αλλαγή, δεν κάνουν τίποτα για να τον σώσουν. Απαθείς και ανεύθυνοι, σχεδόν αναίσθητοι, ζουν στον δικό τους κόσμο νιρβάνας, κυριαρχούνται από αυταπάτες, προσδοκώντας έναν πλασματικό από μηχανής θεό, που θα εμφανιστεί τελευταία στιγμή και θα φέρει το αίσιο τέλος. Όμως, αντί αυτού, έρχεται η πραγματικότητα με την σκληρή αλήθεια: ο κήπος αλλάζει ιδιοκτήτη και χάνεται για πάντα.
Το έργο επικεντρώνεται σε μια εποχή κατά την οποία ο ρωσικός λαός, αν και θεωρητικά ελεύθερος λόγω της κατάργησης της δουλοπαροικίας, ζει ουσιαστικά ακόμη με την ημιμάθεια και τη φτώχεια. Λειτουργεί ως αλληγορική προαναγγελία των μεγάλων επαναστάσεων του 1905 και του 1917. Πρωταγωνιστεί μια κοινωνία σε πτώση, ενώ αντανακλάται η αδυναμία των ατόμων -κυρίως των αριστοκρατών- να κατανοήσουν τη ρευστότητα των καταστάσεων, καθώς και το καθοριστικό αποτέλεσμά τους στη ζωή τους. Στο πρώτο επίπεδο ο βυσσινόκηπος είναι ένα κομμάτι γης που ανήκει σε αριστοκρατική οικογένεια, η οποία δεν μπορεί να τον κρατήσει. Στο βαθύτερο, ωστόσο, υποδηλώνει τις αλλαγές της ρωσικής κοινωνίας και τα νέα κοινωνικά στρώματα που έρχονται στο προσκήνιο, αποτέλεσμα των πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών.
Το πρώτο που επισημαίνει κανείς στην εν λόγω παράσταση -και αξίζει με το παραπάνω στην ιεράρχηση- είναι το υπέροχο σκηνικό που φιλοτέχνησε η Μυρτώ Λάμπρου, το σαλόνι ενός σπιτιού, που πίσω του ξεπροβάλλει μεγαλοπρεπής ο ανθηρός βυσσινόκηπος. Ένας ζωντανός πίνακας ζωγραφικής που κυριαρχεί. Η προσέγγιση του Έκτορα Λυγίζου απέχει από κλισέ και τις συνήθως πιο βαρύγδουπες αποδόσεις του Τσέχοφ. Περισσότερο ταυτισμένη με το παρόν, επιτρέπει στο κείμενο να ακουστεί ή ακόμα και να γίνει γνωστό, αξιοποιώντας τη σαφή και καλοδουλεμένη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη. Λέξη κλειδί θα μπορούσε να είναι η χαλαρότητα: δεν είναι μόνο το κύριο στοιχείο που χαρακτηρίζει τους ήρωες, αλλά τελικά όλο το πνεύμα της παράστασης. Παρακολουθούμε φιλήσυχους ανθρώπους να περνούν τη ζωή τους εντός μιας πλασματικής ευτυχίας. Καμιά βαθύτερη αγωνία, κανένα συναίσθημα -παρά μόνο απάθεια- δεν αχνοφέγγει έστω. Ακόμα και εκείνες οι αντιδράσεις, όταν πληροφορούνται το ενδεχόμενο και την ίδια την απώλεια στο τέλος, φαίνονται παρενθετικές. Άνθρωποι φλυαρούν, πηγαινοερχόμενοι μεταξύ σπιτιού και -εξαίσιου- κήπου, πόρτες ανοιγοκλείνουν, πρόσωπα εμφανίζονται και εξαφανίζονται, μουσικές ακούγονται -θυμηθήκαμε Το Σώσε, προηγούμενη δουλειά του Ε. Λυγίζου (2018)-. Μια παρέα, λοιπόν, ημιμεθυσμένων καλοπερασάκηδων, πόσο μπορεί να μας συγκινήσει για την τύχη της, να μας κάνει να νοιαστούμε για το μέλλον της, την κακιά στιγμή που έρχεται; Ακόμα και όταν πια όλα έχουν αλλάξει δεν φαίνεται να συγκλονίζεται, να διαταράσσεται ουσιαστικά η κοσμοθεωρία της. Παραδίδεται σχεδόν αμαχητί και αποδέχεται ως αναγκαίο κακό, αναμενόμενο σχεδόν, τη νέα μοίρα.
Υπάρχει χρονική ακολουθία στη σειρά των γεγονότων, νοηματική συνέχεια στην παράσταση του Ε. Λυγίζου. Τα στοιχεία αυτά την καθιστούν δεκτική ως προς τον βαθμό ότι παρουσιάζει την ιστορία ατόφια, ολοκληρωμένη, καθαρή, χωρίς δυσνόητους συμβολισμούς. Από αυτήν όμως απουσιάζει ο συναισθηματικός κόσμος των τσεχοφικών χαρακτήρων, τελικά από την παράσταση συνολικά. Η -μόνη και μόνιμη- απάθεια φαίνεται πως ήταν, αν όχι το αποκλειστικό, το κύριο ζητούμενο, παραμερίζοντας καθετί άλλο, όμως και αυτή καταλήγει να απορρέει σχεδόν επιτηδευμένα. Στην -εναγώνια- αυτή οπτική προσαρμόστηκαν οι ερμηνείες, ξεχωρίζοντας από το αξιόλογο καστ τον Γιάννη Παπαδόπουλο για την πιο “δυναμική” παρουσία.
Σύνολο: Μια καλή ευκαιρία να παρακολουθήσει κανείς την ιστορία του κλασικού έργου, οριοθετημένη και με σαφήνεια, έτσι όπως ξεδιπλώνεται σε ένα μαγικό σκηνικό. Σε αντίθεση με τον έλλογο, στον συναισθηματικό διάκοσμο δεν δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση, με αποτέλεσμα το γλυκό να μένει χωρίς τη ζάχαρή του.
Ταυτότητα παράστασης: εδώ Εισιτήρια: ΕΔΩ