Eίδαμε τους «Τσέντσι» στη Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά

Eίδαμε τους «Τσέντσι» στη Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά

Ο Φραντσέσκο Τσέντσι, ένας ηλικιωμένος Κόμης, αδάμαστος στις ηδονές, αχόρταγος στο χρήμα και την εξουσία, διασκεδάζει βασανίζοντας τους γύρω του και εγκληματεί ασυστόλως με τις ευλογίες του Πάπα. Δεν διστάζει να προκαλέσει το θάνατο των δύο γιων του που βρίσκονται στη Σαλαμάνκα, ενώ ο αρρωστημένος πόθος του για την κόρη του Βεατρίκη οδηγεί στο βιασμό της, γεγονός που θα σημάνει την αρχή του τέλους του. 

H συγκάλυψη των ποινικών αδικημάτων του Τσέντσι από τους εκπροσώπους της τοπικής κοινωνίας και η αδιαφορία του νόμου για τα θύματα ωθούν την οικογένειά του, με πρωτοστατούσα τη Βεατρίκη, στην αυτοδικία. Δύο πληρωμένοι κακοποιοί αναλαμβάνουν να τελέσουν τη δολοφονία του Κόμη και το σχέδιο ολοκληρώνεται άμεσα, πριν την επέμβαση των Αρχών. Στις έρευνες που θα ακολουθήσουν, η κόρη του Βεατρίκη, η γυναίκα του Λουκρητία και ο γιος του Τζάκομο θα βρεθούν υπόλογοι για αυτή την πράξη, θα κριθούν ένοχοι και θα καταδικαστούν σε θάνατο. Ο μόνος που θα επιζήσει, λόγω της μη ενεργούς συμμετοχής του στο φόνο, είναι ο μικρότερος γιος του Μπερνάρντο.

 
 

Η Μαριλίτα Λαμπροπούλου σκηνοθετικά απομονώνει το έργο από την εποχή του και κρατά τον διαχρονικό πυρήνα του. Με σύγχρονη οπτική ξεδιπλώνει τη σκληρότητα αλλά και την ενδότερη ποιητική ευαισθησία του, ενώ συνδέει με ευρηματικούς τρόπους το παρελθόν με το παρόν. H καθοδήγηση και η ποιότητα σκέψης της σε κάθε σκηνή σε συνδυασμό με την ομάδα των ηθοποιών Γιάννη Νταλιάνη, Ελίζας Σκολίδη, Πανάγου Ιωακείμ, Γιώργου Κορομπίλη, Χρήστου Παπαδόπουλου, Ελένης Ζαραφίδου, Δημήτρη Κολλιού και τις καλοδουλεμένες ερμηνείες τους - με εξέχουσες αυτές των Σκολίδη (Βεατρίκη) και Νταλιάνη (Φραντσέσκο Τσέντσι) - συντελούν στην άρτιας αισθητικής παρουσίαση ενός έργου που δεν βλέπουμε συχνά στα ελληνικά θέατρα.

Αξίζει να αναφερθώ στα δύο πάνελ που λειτουργούν πότε ως κάτοπτρα, αντανακλώντας πάνω τους το «φαίνεσθαι» των ηρώων της ιστορίας, και πότε ως βιτρίνες που κοιτώντας τες εισχωρούμε στο «είναι» τους, στα βαθύτερα - και κάποιες φορές σκοτεινότερα - στρώματα της ύπαρξής τους. Επιλέον, στους «κινούμενους τοίχους» που εγκλωβίζουν, αλλά και καλύπτουν τα πρόσωπα που βρίσκονται από πίσω, είτε είναι μέλη της οικογένειας είτε του προσωπικού των Τσέντσι. Στη δεύτερη περίπτωση, μάλιστα, τα άτομα αυτά παρουσιάζονται με καλυμμένο το κεφάλι όμως με τις αισθητηριακές «κεραίες» τους ανοιχτές, σαν θεατές σιωπηλά παρόντες στα ειδεχθή γεγονότα που διαδραματίζονται. 

Θα σταθώ, επίσης, στην ιδέα της χρήσης ενός laptop αντί παπύρου για την ανακοίνωση καταδίκης της Βεατρίκης. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη προσθήκη, που εντυπώνεται στον θεατή, στρέφοντας ξανά το βλέμμα στην επικαιρότητα και γεννώντας ενδόμυχα τα αλυσιδωτά ερωτήματα «Τόσα χρόνια μετά, τι έχει αλλάξει στην κοινωνία; Η έννοια της δικαιοσύνης υφίσταται; Κι αν ναι, με ποιον τρόπο απονέμεται σήμερα;».

Μια ακόμα αξιοσημείωτη στιγμή είναι κι αυτή που η Βεατρίκη κοιμάται μέσα στο κελί λίγο πριν την θανάτωσή της. Δίπλα της συνυπάρχει, ψηφιακά, η μορφή ενός πουλιού φυλακισμένου σε ένα κλουβί. Η λαλιά του δεν φτάνει στα αυτιά μας, όμως βλέπουμε την προσπάθειά του να βρει μια χαραμάδα για να ξεφύγει απ' τα δεσμά του και το χρώμα του, κίτρινο, του φωτός, του θάρρους, της ελπίδας. Μοιάζει να είναι η οπτικοποίηση της ψυχής ή του ονείρου της, όπως και κάθε ανθρώπου που διαρκώς αναζητά την ελευθερία του.

 
 

Η μετάφραση του Γιάννη Νταλιάνη είναι σαφής και μεστή νοημάτων, χωρίς να αλλοιώνει τη λυρικότητα του Σέλλεϋ. Η Νίκη Ψυχογυιού δημιουργεί ένα χώρο δράσης άχρονο και μινιμαλιστικό, ταιριαστό σε οποιαδήποτε χρονολογική περίοδο, στο χθες και στο σήμερα. Tην ίδια φιλοσοφία ακολουθεί και στην σύνθεση κοστουμιών άνετων, που διαθέτουν μοντέρνα στοιχεία και κλασική εσάνς. Στην κινησιολογική επιμέλεια της Ιωάννας Αποστόλου ξεχωρίζει η έρπουσα κίνηση ορισμένων προσώπων - κυρίως του Μπερνάρντο και σε κάποια σημεία της Βεατρίκης και της Λουκρητίας - που χρησιμοποιείται ως καμουφλάζ για την απόκρυψη της παρουσίας τους, ίσως μπορεί να ερμηνευτεί και ως δείγμα εξαναγκασμένης υποταγής και συνέπεια της κακοποίησής τους από τον Τσέντσι. Ο ηχητικός σχεδιασμός του Γιώργου Κορομπίλη - εμπνευσμένος από αυτοσχεδιασμούς κατά τη διάρκεια των προβών - «ντύνει» με λεπτότητα το ξεχωριστό ύφος των σκηνών, ενώ οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου επισφραγίζουν το ωραίο εικαστικά αποτέλεσμα.

 «Οι Τσέντσι» είναι από αυτές τις ιστορίες του μακρινού παρελθόντος που ξεσκονίζοντάς τες συναντάς συμπεριφορές και καταστάσεις γνώριμες κι αξίες πανανθρώπινες. Η διαφθορά, η ατιμωρησία, η προβληματική λειτουργία του συστήματος δικαίου φαίνεται πως αποτελούν τα μελανά σημεία μιας δημόσιας - ανεξαρτήτου έθνους - κληρονομιάς που διαπερνούν τους αιώνες σχεδόν αμετάβλητα. Όμως, πάντα αυτό που θα ελπίζουμε και γι' αυτό θα παλεύουμε μέχρι τέλους είναι η επόμενη μέρα να μας βρει λίγο πιο μακριά από το φόβο, λίγο πιο κοντά στην ελευθερία.

* Φωτογραφίες: Μαρίζα Καψαμπέλη
Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση μπορείτε να βρείτε εδώ.

 

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.