Είδαμε: "Το φονικό της Ιζαμπέλας", σε σκηνοθεσία Στ. Γουλιώτη στο Φεστιβάλ Αθηνών // Συνθλίβοντας την τέχνη
2026-06-11
Το πρωτότυπο διήγημα-δοκίμιο Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ του Δ. Χατζή (1914-1981) εμπεριέχεται στη συλλογή Σπουδές (1976) και προσεγγίζει τη σχέση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το δημιούργημά του. Αφηγητής στο ιδιότυπο αυτό κείμενο είναι ένας θαυμαστής-παρατηρητής της γλυπτικής, χωρίς όμως να διαθέτει ο ίδιος το ταλέντο της δημιουργίας, αλλά ούτε και κάποιες ιδιαίτερες γνώσεις που θα του επιτρέψουν να κρίνει σε βάθος ό,τι αντικρίζει, παραμένει στο επίπεδο της πρώτης εντύπωσης και της επιφανειακής προσέγγισης. Σχεδόν κρυφά τρυπώνει στα εργαστήρια των καλλιτεχνών και διακριτικά παρακολουθεί τη διαδικασία της δημιουργίας. Η αφηρημένη γλυπτική είναι η τέχνη που τον γοητεύει περισσότερο, καθώς αυτή θεωρεί ότι οδηγεί σε έναν ανώτατο κόσμο, άπιαστο για εκείνον, αυτόν της ποίησης. Με τον τρόπο αυτό γεύεται και εκείνος, ο ταπεινός, λίγα μόνο ψίχουλα από το υπέρτατο. Στο κείμενο με το φιλοσοφικό υπόβαθρο αντανακλάται ο ρόλος της τέχνης γενικότερα αλλά και του δημιουργού ειδικότερα στο κοινωνικό τους περιβάλλον, καθώς και οι αντιλήψεις της κοινωνίας γύρω από αυτά. Ο αρχικός υπότιτλος Σπουδή για την ομορφιά, την τέχνη και την ευτυχία κατά τους μελετητές αδρανοποιεί τη λογοτεχνική χροιά του κειμένου. Από την άλλη και ο βασικός τίτλος αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά, μην ξεκαθαρίζοντας αν η Ιζαμπέλα υπήρξε θύμα ή θύτης. Μπορεί να υποστηριχτεί ότι ο Χατζής ταυτίζεται με τον αδαή αφηγητή, καθώς και ο ίδιος δεν θεωρούσε τον εαυτό του συγγραφέα και δημιουργό τέχνης αλλά έναν απλό καταγραφέα*.
Ήταν ενδιαφέρουσα ως συνολικό αποτέλεσμα και ταυτόχρονα προκλητική ως εγχείρημα η πρόθεση της Στεφανίας Γουλιώτη να δραματοποιήσει τους δύο χαρακτήρες του έργου, τον αφηγητή – παρατηρητή, αλλά και τον συγκριτικά πιο απαιτητικό της γλύπτριας Ιζαμπέλας, που ανέλαβε η ίδια. Εφόσον έχουμε την περίπτωση της σκηνικής απεικόνισης είναι αναμενόμενο η έμφαση και η προσπάθεια να επικεντρωθεί γύρω από την -υπολανθάνουσα- λογοτεχνικότητα του κειμένου, που εξάγει μια ιστορία με αρχή και τέλος, το κυριότερο με χαρακτήρες. Στο πλαίσιο αυτό ο φιλοσοφικός χαρακτήρας του δοκιμιακού έργου μπαίνει σε δεύτερη μοίρα και αυτό που κατά κύριο λόγο παρακολουθούμε είναι μια ιστορία που παρουσιάζει έναν άνθρωπο της τέχνης να καταλήγει εχθρός των ίδιων του των δημιουργιών. Στο κείμενο του Χατζή ο χαρακτήρας της Ιζαμπέλας χτίζεται με μια δισυπόστατη προσέγγιση: ως σπουδαία δημιουργός, που χαίρει εκτίμησης, αλλά και ως γυναίκα, που συγκεντρώνει, ωστόσο, αρνητικά χαρακτηριστικά (έλλειψη θηλυκότητας, ασχήμια κ.ά.). Στην περίπτωση της θεατρικής μετάβασης τα πράγματα είναι πιο επιφανειακά, έχουμε μια σχεδόν αποκλειστικά θυμωμένη ηρωίδα -από την είσοδο κιόλας των θεατών την ακούμε να καθυβρίζει τους πάντες και τα πάντα (θύμιζοντας μοτίβο της Κιτσοπούλου)-, ενώ δεν συνειδητοποιούμε την αιτία της συμπεριφοράς -γάμος- που την οδηγεί στην έλλειψη έμπνευσης, στην τρέλα, σε μια προσωπική, έστω εν μέρει, “κάθαρση” στο τέλος, όταν σκοτώνει τον σύζυγό της. Γιατί ωρύεται η Ιζαμπέλα, γιατί αντιδρά έτσι, ποια είναι η αιτία του κακού της, γιατί θρηνεί, σκηνικές επεξηγήσεις δεν έχουμε, όταν μάλιστα τα ζητήματα αυτά αποτελούν βασικό μέρος του πυρήνα του Χατζή. Οι ερμηνείες, αμφότερες δυνατές, ο Φώτης Στρατηγός, στον ρόλο του αφηγητή - θεατή της τέχνης, σταδιακά ξεδιπλώνει την ιστορία αλλά και τον ίδιο, ως ήρωα και ταυτόχρονα ως ηθοποιό, θυμίζοντας και εκείνος ένα γλυπτό που εν δυνάμει πλάθεται. Υπάρχουν σημεία, ωστόσο, που θα προτιμούσαμε πιο δυναμική διακύμανση, για να γίνει εμφανέστερη η εξέλιξη αυτού του χαρακτήρα. Το αντίστροφο από τη Στεφανία Γουλιώτη, που προσέφερε μερικές σκηνές σπουδαίας απόδοσης για την Ιζαμπέλα - δημιουργό (σπαραγμός στο κρεβάτι, καταστροφή των αγαλμάτων, η συγκλονιστική στιγμή του τέλους της, όπου γίνεται ένα με το έργο της), όχι όμως και για την Ιζαμπέλα -γυναίκα, μη δίνοντας έτσι πιο ολιστική οπτική για τα τεκταινόμενα, σαν μια γέφυρα ανάμεσα στο δίπολο γυναίκα - καλλιτέχνης, που, αφού δεν υπήρχε, δεν τη διέσχισε.
Σύνολο: Παρά τις όποιες αδυναμίες -σαφώς δεν είναι εύκολη υπόθεση η δραματοποίηση ενός τέτοιου κειμένου- η τελική αίσθηση που αποκομίσαμε είναι ότι πρόκειται για μια αξιόλογη, ενδιαφέρουσα δουλειά, που διέθετε μεράκι και ασφαλώς έμπνευση.
*Hokwerda Hero (2016), Μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Νεοελληνική παράδοση και ιδεολογία στο έργο του Δημήτρη Χατζή, Αθήνα: Καλλιγράφος.
Ταυτότητα της παράστασης: εδώ // Εισιτήρια: εδώ (έχουν εξαντληθεί)