Είδαμε: "Το φονικό της Ιζαμπέλας", σε σκηνοθεσία Στ. Γουλιώτη στο Φεστιβάλ Αθηνών // Συνθλίβοντας την τέχνη

Είδαμε: "Το φονικό της Ιζαμπέλας", σε σκηνοθεσία Στ. Γουλιώτη στο Φεστιβάλ Αθηνών // Συνθλίβοντας την τέχνη

Το πρωτότυπο διήγημα-δοκίμιο Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ του Δ. Χατζή (1914-1981) εμπεριέχεται στη συλλογή Σπουδές (1976) και προσεγγίζει τη σχέση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και  το δημιούργημά του. Αφηγητής στο ιδιότυπο αυτό κείμενο είναι ένας θαυμαστής-παρατηρητής της γλυπτικής, χωρίς όμως να διαθέτει ο ίδιος το ταλέντο της δημιουργίας, αλλά ούτε και κάποιες ιδιαίτερες γνώσεις που θα του επιτρέψουν να κρίνει σε βάθος ό,τι αντικρίζει, παραμένει στο επίπεδο της πρώτης εντύπωσης και της επιφανειακής προσέγγισης. Σχεδόν κρυφά τρυπώνει στα εργαστήρια των καλλιτεχνών και διακριτικά παρακολουθεί τη διαδικασία της δημιουργίας. Η αφηρημένη γλυπτική είναι η τέχνη που τον γοητεύει περισσότερο, καθώς αυτή θεωρεί ότι οδηγεί σε έναν ανώτατο κόσμο, άπιαστο για εκείνον, αυτόν της ποίησης. Με τον τρόπο αυτό γεύεται και εκείνος ο ταπεινός λίγα μόνο ψίχουλα από το υπέρτατο. Στο κείμενο με το φιλοσοφικό υπόβαθρο αντανακλάται ο ρόλος της τέχνης γενικότερα αλλά και του δημιουργού ειδικότερα στο κοινωνικό τους περιβάλλον, καθώς και οι αντιλήψεις της κοινωνίας γύρω από αυτά. Ο αρχικός υπότιτλος Σπουδή για την ομορφιά, την τέχνη και την ευτυχία κατά τους μελετητές αδρανοποιεί τη λογοτεχνική χροιά του κειμένου. Από την άλλη και ο βασικός τίτλος αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά, μην ξεκαθαρίζοντας αν η Ιζαμπέλα ήταν θύμα ή θύτης. Μπορεί να υποστηριχτεί ότι ο Χατζής ταυτίζεται με τον αδαή αφηγητή καθώς και ο ίδιος δεν θεωρούσε τον εαυτό του συγγραφέα και δημιουργό τέχνης αλλά έναν απλό καταγραφέα*.

 

Ήταν ενδιαφέρον ως συνολικό αποτέλεσμα και ταυτόχρονα προκλητικό ως εγχείρημα η πρόθεση της Στεφανίας Γουλιώτη να δραματοποιήσει τους δύο χαρακτήρες του έργου, τον αφηγητή – παρατηρητή, αλλά και τον συγκριτικά πιο απαιτητικό της γλύπτριας Ιζαμπέλας, που ανέλαβε η ίδια. Εφόσον έχουμε την περίπτωση της σκηνικής απεικόνισης είναι αναμενόμενο η έμφαση και η προσπάθεια να επικεντρωθεί γύρω από την -υπολανθάνουσα- λογοτεχνικότητα του κειμένου, που εξάγει μια ιστορία με αρχή και τέλος, το κυριότερο με χαρακτήρες. Στο πλαίσιο αυτό ο φιλοσοφικός χαρακτήρας του δοκιμιακού έργου μπαίνει σε δεύτερη μοίρα και αυτό που κατά κύριο λόγο παρακολουθούμε είναι μια ιστορία που παρουσιάζει τη μετάλλαξη ενός ανθρώπου της τέχνης που καταλήγει εχθρός των ίδιων του των δημιουργιών. Στο κείμενο του Χατζή ο χαρακτήρας της Ιζαμπέλας χτίζεται με μια δισυπόστατη προσέγγιση: ως σπουδαία δημιουργός, που χαίρει εκτίμησης, αλλά και ως γυναίκα, που συγκεντρώνει, ωστόσο, αρνητικά χαρακτηριστικά (έλλειψη θηλυκότητας, ασχήμια κ.ά.). Στην περίπτωση της θεατρικής μετάβασης τα πράγματα είναι πιο επιφανειακά, έχουμε μια σχεδόν αποκλειστικά θυμωμένη ηρωίδα -από την είσοδο κιόλας των θεατών την ακούμε να καθυβρίζει τους πάντες και τα πάντα (μας θύμισε μοτίβο της Κιτσοπούλου)-, ενώ δεν συνειδητοποιούμε την αιτία της αλλαγής -γάμος- που οδηγεί την Ιζαμπέλα στην έλλειψη έμπνευσης, στην τρέλα, ταυτόχρονα σε μια προσωπική, έστω εν μέρει, “κάθαρση” όταν σκοτώνει τον σύζυγό της. Γιατί ωρύεται η Ιζαμπέλα, γιατί αντιδρά έτσι, ποια είναι η αιτία του κακού της, σκηνικές επεξηγήσεις δεν έχουμε, όταν μάλιστα τα ζητήματα αυτά αποτελούν μέρος του πυρήνα του διηγήματος του Χατζή. Στις ερμηνείες αμφότερες δυνατές οι παρουσίες, του Φώτη Στρατηγού, στον ρόλο του αφηγητή - θεατή της τέχνης, που σταδιακά ξεδιπλώνει την ιστορία αλλά και τον ίδιο, θυμίζοντας γλυπτό που πλάθεται. Υπάρχουν σημεία, ωστόσο, που θα προτιμούσαμε πιο δυναμική διακύμανση για να γίνει εμφανέστερη η εξέλιξη αυτού του χαρακτήρα, το αντίστροφο από τη Στεφανία Γουλιώτη, που προσέφερε μερικές σκηνές σπουδαίας απόδοσης για την Ιζαμπέλα - δημιουργό (σπαραγμός στο κρεβάτι, καταστροφή των αγαλμάτων, η συγκλονιστική στιγμή του τέλους της που γίνεται ένα με το έργο της), όχι όμως και για την Ιζαμπέλα -γυναίκα, δίνοντας έτσι και μια πιο ολιστική οπτική για τα τεκταινόμενα, σαν μια γέφυρα που τελικά δεν τη διέσχισε.

 

Σύνολο: Παρά τις όποιες αδυναμίες -σαφώς δεν είναι εύκολη υπόθεση η δραματοποίηση ενός τέτοιου κειμένου- η τελική αίσθηση που αποκομίσαμε είναι ότι πρόκειται για μια αξιόλογη, ενδιαφέρουσα δουλειά, που διέθετε μεράκι και ασφαλώς έμπνευση.    

 

*Hokwerda Hero (2016), Μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Νεοελληνική παράδοση και ιδεολογία στο έργο του Δημήτρη Χατζή, Αθήνα: Καλλιγράφος.

 

 

 

Ταυτότητα της παράστασης: εδώ  //     Εισιτήρια: εδώ   (έχουν εξαντληθεί) 

 

 

 

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.