Είδαμε την παράσταση «Τα Δάση στα Γόνατα» | Θέατρο του Ν. Κόσμου

Είδαμε την παράσταση «Τα Δάση στα Γόνατα» | Θέατρο του Ν. Κόσμου

Η bijoux de kant καταπιάνεται, για μια ακόμη φορά, με τη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία. Με αφετηρία το μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι «ο Παλαιός των Ημερών», ο Άκης Δήμου ιστορεί την παράδοξη ζωή της ορεινής Αρκαδίας του 19ου αιώνα. Ένας ντόπιος χωρικός, η γυναίκα του, ένας πλανόδιος θεατρίνος και ένας περιφερόμενος θαυματοποιός συνθέτουν τα κομμάτια ενός πολυσύνθετου παζλ που απεικονίζει τη θρησκεία, την ερωτική αγάπη και τον θάνατο.

Στη βαθιά -χρονικά και τοπογραφικά- Ελλάδα, είναι έκδηλη η ανάγκη για θαύματα. Αυτή η επιθυμία, που γίνεται «λαχτάρα», θα δώσει το πράσινο φως στον ψευτοάγιο Ελισσαίο να εμφανιστεί ως από μηχανής θεός και μέσα από τις αγυρτείες θα αποτελέσει το θαυματοφόρο πρόσωπο που θα τα βάλει με τις ανώτερες δυνάμεις, όποιες και αν είναι αυτές στη συνείδηση του καθενός. Οι ταπεινοί άνθρωποι, ημιμαθείς, άβουλοι και ευκολόπιστοι, αποζητούν τον μύθο, καθώς είναι το μέσο που θα τους βγάλει από τη μονοτονία, σ’ αυτόν θα βρουν τη στιγμιαία λύτρωση, ενδεχομένως την επίγεια σωτηρία που δεν μπορεί να τους προσφέρει η θρησκεία, αφού αποστεωμένη οδηγείται αλλά και οδηγεί στον θάνατο. Ο Ελισσαίος και ο Ζάγρος (ήρωες του Μάτεσι αλλά και του Δήμου εν προκειμένω) γίνονται το ζευγάρι - κήρυκες της «αλήθειας», μιας αλήθειας που μοιάζει να ταυτίζεται με την «αγάπη» και αφορά πρωτίστως τους ίδιους: αυτή τους δίνει δύναμη, τους ενώνει, τους κρατάει ζωντανούς, τους κλειδώνει ταυτόχρονα στη δική τους «φυλακή», τι αντίφαση με ό,τι διακηρύττουν. Εκείνη είναι όμως τελικά που θα τους οδηγήσει στο μαρτύριο, καθώς η θυσία και η απώλεια είναι η αναγκαστική απάντηση στην προδοσία.

 

Παράσταση: Ημίφως, πολύχρωμα λαμπιόνια, ένας σταυρός από νέον. Ένα μεταλλικό τραπέζι στο κέντρο της σκηνής, Αγία Τράπεζα, Επιτάφιος και βωμός μαζί. Ένας άψυχος νέος κείτεται, αγνός φαντάζει, με κηλίδες από αίμα που μπλέκονται με ροδοπέταλα. Στα δεξιά του μια άλλα μορφή, ο θύτης, ίσως και το επιζών θύμα. Μια ποιητική, αριστοτεχνική, σκηνική σύνθεση (Κωνσταντίνος Σκουρλέτης), σαν έργο του Τσαρούχη που ζωντανεύει, ήρθε και κούμπωσε με τον συνάμα ποιητικό λόγο. Οι ερμηνείες (Γιώργος Κοψιδάς, Ντένης Μακρής, Αλέκος Συσσοβίτης, Πηνελόπη Τσιλίκα) του δύσκολου αυτού έργου, αξιοπρεπείς, υπηρέτησαν τη σκηνοθετική γραμμή του Γιάννη Σκουρλέτη, κατάφεραν να βάλουν τον θεατή στο κλίμα του μυστικισμού και της παραδοξότητας, στη μυσταγωγία της τελετουργίας, σε ένα σύμπαν νοσηρά γοητευτικό, σύνηθες πλαίσιο και κύριο αβαντάζ στις δουλειές της bijoux de kant. Μια ακόμη, ιδιαίτερη δουλειά, ξεχωριστή, μάλλον για τους καλά μυημένους στο θεατρικό γίγνεσθαι. Οπτικοποιημένη ποίηση, πιθανόν λιγότερο συναισθηματική από το αναμενόμενο, χωρίς εξάρσεις και κορυφώσεις, ίσως γιατί όλο το θέ(α)μα κινείται σε μια υπερρεαλιστική διάσταση, όπου όλα, ενδεχόμενα και εξηγήσεις, παραμένουν ανοιχτά. Όπως και αν επιχειρήσει να το προσεγγίσει κανείς, ως ιστορία ενός παραμυθιού για ενήλικες, ως ερμηνεία μιας δοξασίας, ή και -πιο απλά- ως εικαστικό γεγονός, ένας πίνακας ζωγραφικής που παίρνει σάρκα και οστά, το αποτέλεσμα προκύπτει εντός μιας υποβλητικής ατμόσφαιρας. 

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ