Είδαμε την παράσταση: «Γιαννούλα η κουλουρού» στο Φεστιβάλ Αθηνών

Είδαμε την παράσταση: «Γιαννούλα η κουλουρού» στο Φεστιβάλ Αθηνών

Η διαπόμπευση της Γιαννούλας της Κουλουρούς αποτελούσε μέχρι πολύ πρόσφατα ένα από τα κλασικά έθιμα της πατρινής Αποκριάς, που λάμβανε χώρα  κάθε Τσικνοπέμπτη. Κατά το έθιμο ένας άντρας ντυνόταν νύφη και αναζητούσε στον μώλο τον γαμπρό, συνήθως ντυμένο με ναυτικό κοστούμι. Η νύφη συνοδευόταν πάντα από πλήθος για να μη χάσει τον δρόμο. Όσο και αν ακούγεται παράδοξο, το έθιμο δεν αποτελεί την εξέλιξη ενός αστικού μύθου, αλλά διακωμωδεί την πραγματική ιστορία μιας γυναίκας και της ταλαιπωρίας της από τους συντοπίτες της. Η ηρωίδα γεννήθηκε το 1868 στην Άνω Πόλη της Πάτρας, ήταν αγνώστου πατρότητας και καταγωγής, ενώ πήρε το παρατσούκλι της από τα κουλούρια που πουλούσε. Η αφέλεια που την διέκρινε, αποτέλεσμα της νοητικής υστέρησης, είχε ως αποτέλεσμα να την καταστήσει αντικείμενο περίγελου από τους γείτονές της, που την έπεισαν -τρεις φορές- ότι θα της έβρισκαν γαμπρό και εκείνη -ντυμένη νύφη- τους ακολουθούσε. Το αποκορύφωμα των παθημάτων της ήταν την τελευταία φορά, όταν της υποσχέθηκαν ότι θα έρθει από την Αμερική ο ίδιος ο πρόεδρος Ουίλσον για να την παντρευτεί. Πολύς λαός, διασχίζοντας τους πατρινούς δρόμους, τη συνόδευε κάθε φορά στην εκκλησία προκειμένου να την παραδώσει στον γαμπρό-φάντασμα (στη τελευταία μάλιστα σύναξη οι μαρτυρίες αναφέρουν τον αριθμό των δέκα χιλιάδων ατόμων), επί της ουσίας όμως για να την χλευάσει. Ο Ν. Πολίτης γράφει χαρακτηριστικά: «εκείνη την ημέρα, νωρίς το απόγευμα, στο σπίτι της Γιαννούλας κάποιες γειτόνισσες την καλλώπισαν με πούδρα και κοκκινάδι στα μάγουλα και την έντυσαν νύφη με πέπλο και στεφάνι από άνθη πορτοκαλιάς και την κατάλληλη ώρα η νύφη βγήκε από τη χαμοκέλα της…» (Οι ωραίοι τρελοί της παλιάς Πάτρας, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999). Η Γιαννούλα πέθανε μόνη και πάμπτωχη στη διάρκεια  της Κατοχής.

 

Η Γιαννούλα δεν είναι ούτε ένα λαϊκό παραμύθι, ούτε μια καρικατούρα, ορθά λοιπόν δεν αποδόθηκε έτσι και στη θεατρική πρόταση του Γιώργου Παπαγεωργίου (σημειωτέον οι περιπέτειες της Γιαννούλας έχουν γίνει και ταινία μικρού μήκους, σκηνοθετημένη από τον Παναγιώτη Φαφούτη – «Τζοάνα», 2014). Μετά τον «Αρίστο» και τον Παγκρατίδη ο σκηνοθέτης καταπιάνεται εκ νέου με ένα αλλοτινό πρόσωπο του περιθωρίου, θέλοντας πιθανόν αυτήν τη φορά να αναδείξει ευρύτερα ηθογραφικά συμβάντα της πατρινής κοινωνίας (φάρσα, όχλος ντόρος) σε μια εποχή, που όπως απέδειξε το πέρασμα του χρόνου κρατούσαν γερά. Βάση της παράστασης αποτέλεσε το -κατά παραγγελία- θεατρικό έργο της Θεοδώρα Καπράλου που στόχευσε και εστίασε σχεδόν αποκλειστικά στην αναπαράσταση των γεγονότων της γελοιοποίησης, με κύριο μέσο την τεχνική της αφήγησης, αφήνοντας κατά μέρος την εστίαση σε πρόσωπα και χαρακτήρες, το κείμενο στεγνό από συναισθηματικό λόγο. Πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, είδαμε την καταγραφή τριών ίδιων περιστατικών -τις ισάριθμες δηλαδή απόπειρες γάμου της Γιαννούλας- και ως εκεί. Τα γεγονότα ομοειδή, κατά συνέπεια κείμενο και κατ’ επέκταση θέαμα ήταν μερικώς επαναλαμβανόμενα. Ίσως η σκηνοθετική άποψη της αλά χορευτικής αφήγησης αποσκοπούσε σε μια σχετική διαφοροποίηση και ποικιλία σκηνών, αλλά εν προκειμένω η έντονη κίνηση αποσπούσε την προσοχή από την παρακολούθηση των λόγων των αφηγητών-χορευτών. Παρά ταύτα στην ομοούσια αυτή συνθήκη μπορεί να εντοπίσει κανείς δυνατές στιγμές: η άφιξη της Γιαννούλας στη σκηνή που παρέπεμπε σε βασίλισσα του Καρναβαλιού, η μεταμόρφωσή της με στιγμιαίο τρόπο σε νύφη, το σπάραγμά της κατά τη συνειδητοποίηση της δεύτερης πλάνης. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι κρατήθηκε η ισορροπία του μέτρου, δε δημιουργήθηκε μια παράσταση που καταδικάζει την κοινωνία μιας εποχής, δεν παίρνει «θέση» απέναντι σε όσα έχουν συμβεί, παρόμοια τακτική με εκείνη του «Αρίστου». Στην περίπτωση αυτή έχουμε την καταγραφή περιστατικών, μέσω λίγων και δυσεύρετων ντοκουμέντων. Ο καθένας έχει την ευχέρεια να τοποθετηθεί κατά το δοκούν απέναντι σε αυτά, δεν «εκβιάζεται» η στάση.

 

Τη Γιαννούλα υποδύεται η Έλενα Τοπαλίδου, με τρόπο πειστικό, θα αναμέναμε ωστόσο περισσότερη εξωστρέφεια, που θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη συγκίνηση, παρόμοια και συνολικά με εκείνη του χορευτικού φινάλε, όπου η ηρωίδα αποχαιρετά αποκαρδιωμένη την πόλη με ένα βαλς. Ο Μιχάλης Συριόπουλος, ένας εκ των αφηγητών και των κατοίκων που πρωταγωνιστούν στον περίγελο, για μια ακόμη φορά υπηρετεί πιστά τις σκηνοθετικές ιδέες, αποδεικνύοντας το αδιαμφισβήτητο ταλέντο της προσαρμοστικότητας σε κάθε λογής ρόλους. Στο ύψος των περιστάσεων στέκονται ομοίως ο Κίμωνας Κουρής και η Αθανασία Κουρκάκη, μεταφέροντας τον παλμό του όχλου. Άξια επισήμανσης η μουσική της Ματούλας Ζαμάνη, που οι πρωτότυπες συνθέσεις της και η απόδοσή τους, μαζί με άλλα γνωστά τραγούδια, από τους εξαιρετικούς της μουσικούς (Μένιος Γούναρης, Ρία Ελληνίδου, Γιάννης Κονταράτος, Παναγιώτης Τσάκος) αποτελούν ένα από τα κύρια ατού της παράστασης.

Τα σκηνικά -πελώρια άρματα τυλιγμένα με νάιλον- παραπέμπουν σε αποθήκη καρναβαλιού, στοχεύοντας στην απόδοση αυθεντικής καρναβαλικής ατμόσφαιρας, ωστόσο στην πράξη η όποια αξιοποίησή τους -καθότι δεν χρησιμοποιούνται- περιορίστηκε στο γέμισμα του τεράστιου σκηνικού χώρου. Αντίθετα, το εύρημα με τις υπερμεγέθεις μάσκες των κατά φαντασίαν γαμπρών συμβόλισε με πρωτότυπο τρόπο το μεγάλο τίποτα που έκρυβαν οι «γάμοι» της Γιαννούλας. Σύμφωνα με την περίσταση κρίνονται τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα. Συνοπτικά, ήταν μια ωραία στιγμή του Φεστιβάλ, μια παράσταση που αναμενόταν με υψηλές προσδοκίες, στο αποτέλεσμά της δουλεμένη, με έμφαση στο εικαστικό στοιχείο. 

Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε εδώ