Είδαμε: "Ρομπέρτο Τσούκκο" του Β.- Μ. Koltès, σε σκηνοθεσία Δ. Καραντζά // Όταν η βία γίνεται σκηνική ποίηση
2026-11-06
Ο Ρομπέρτο Τσούκκο δεν υπήρξε προϊόν μυθοπλασίας για το κύκνειο έργο του Koltès αλλά ένα πρόσωπο υπαρκτό. Η ιστορία αφορά τον νεαρό Ιταλό Σούκο, που φυλακίζεται, καταφέρνει να αποδράσει, διαφεύγει στη Γαλλία, διαπράττει νέες ποινικές πράξεις, συλλαμβάνεται στη Βενετία, φυλακίζεται ξανά και τελικά αυτοκτονεί. Ο θεατρικός Τσούκκο ασφαλώς φέρει πολλά από τα νατουραλιστικά χαρακτηριστικά της πηγής έμπνευσής του. Ο Koltès, ωστόσο, δεν έγραψε ένα έργο για να διασώσει το πορτρέτο ενός ψυχικά άρρωστου δολοφόνου, όσο για να τον παρουσιάσει ως επακόλουθο της σαθρής κοινωνίας. Οι ενέργειες του μπορεί να είναι αποτέλεσμα εσωτερικών διεργασιών, εντούτοις, βασίζονται σε εξωτερικούς παράγοντες. Η “ελευθερία” για εκείνον, με τη λυτρωτική της δύναμη, δεν έχει όρια και ηθικούς φραγμούς. Το κείμενο αποτελεί μια έμμεση ψυχολογική πραγματεία, καθώς ρίχνει φως στον μηχανισμό που γεννά και παράγει τη βία, υποδηλώνοντας ταυτόχρονα ότι η ίδια η κοινωνία είναι η βασική υπαίτια για τις αποκλίνουσες συμπεριφορές. Δολοφόνος των γονιών του, αλλά και ενός ανήλικου παιδιού, ο Τσούκο φλερτάρει συνεχώς με τον θάνατο, πορευόμενος σαν “εκτροχιασμένο τρένο”, όπως η ίδια η μητέρα του τον χαρακτηρίζει. Η άνοδος στον ήλιο στην κατάληξη, εκεί όπου "σώζεται", αποτελεί μια άκρως ποιητική σκηνή.
Στην προσέγγιση του Δημήτρη Καραντζά δεν παρακολουθούμε μια αφήγηση γραμμική, με ευδιάκριτη την αλληλουχία χρόνου και γεγονότων, αλλά περισσότερο συνειρμική, όπως δηλαδή προκύπτει από την καλή ποίηση. Απαιτείται αφοσίωση προκειμένου να αντιληφθούμε τους συμβολισμούς που υπολανθάνουν το παράδοξο: η κοινωνία είναι αυτή που ορίζει τις συνθήκες ζωής των μελών της και ταυτόχρονα τις αποκαθηλώνει. Ο μόνος ήρωας που διαθέτει όνομα -και αναγνωρίσιμη ταυτότητα- είναι ο Τσούκκο. Δεν την αποδέχεται, κάνει τα πάντα για να την αποδομήσει και να την αποποιηθεί. Οι ρίζες, το παρελθόν, τα κοινωνικά ορισμένα περιέχουν όσα τον δαιμονίζουν και τον σκλαβώνουν. Η αληθινή ελευθερία του έχει διάσταση φιλοσοφική, είναι ουράνια, άπιαστη, αδιαπραγμάτευτη και ας έχει αντίτιμο την αυτοκαταστροφή.
Το περιστρεφόμενο σκηνικό (έξοχη δουλειά από τη Μαρία Πανουργιά) λειτουργεί σαν καμβάς για ποικίλες, παράλληλες χρήσεις: γίνεται φυλακή, σπίτι, πορνείο, υπόγειο πέρασμα. Αποτελεί χώρο παθών, πόθων, στερήσεων, ανομίας, εγκλημάτων. Αν και έχουμε πολλαπλά πλαίσια διακρίνουμε εξαρχής τον κοινό παρονομαστή στην ατμόσφαιρα: βία, έλλειψη ηθικής, εκμετάλλευση, παράνοια. Σε αυτόν τον αλλόκοτο και ταυτόχρονα επίπονα ρεαλιστικό κόσμο το σύνολο των ερμηνειών λειτουργεί σπουδαία. Οι Μανώλης Μαυροματάκης, Άννα Καλαϊτζίδου, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Μιχάλης Τιτόπουλος, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Μπάμπης Αλεφάντης, Βασίλης Ζαφειρόπουλος στο “δύσκολο” έργο όχι μόνο συμπορεύονται με τους ήρωες του, αλλά συμπάσχουν ψυχικά και σωματικά μαζί τους, συντονιζόμενοι με ακρίβεια μεταξύ τους. Ο Δημήτρης Καπουράνης, στον ομώνυμο ρόλο του Τσούκκο, αποδεικνύεται η ιδανική επιλογή. Σαν σε ψυχογράφημα λεπτομερειακής καταγραφής ενώνει όλες τις κατακερματισμένες πτυχές του ήρωα (την σκληροτράχηλη, με τη βιαιότητα και τους φόνους, τη θλίψη, με την απομόνωση και την απόρριψη -ακόμα και από την ίδια του την οικογένεια-, την πιο αφελή και συνάμα ρομαντική, όπου αναζητά έναν ομορφότερο κόσμο και εν τέλει την πιο ποιητική, όταν ποθεί να γίνει διάφανος και αόρατος, όπως συμβαίνει στα άπιαστα όνειρα. Η τρέλα, το αδιέξοδο του μυαλού ακτινοβολούν στο βλέμμα. Από μαινόμενο ζώο καταλήγει άγγελος, που τον καλεί ο φωτεινός ουρανός, η ανάληψη στον οποίο θα τον οδηγήσει στη λύτρωση. Τι ωραία σύλληψη η κυκλική πορεία που αντιλαμβανόμαστε στο τέλος: στην αρχή ο τοίχος ανοίγει και ο δολοφόνος δραπετεύει, στο τέλος θα κλείσει με εκείνον να έχει επιστρέψει σε έναν από τους τόπους των εγκλημάτων του. Ξεκινά από τη φυλακή ως φυγάς με δαιμόνια, καταλήγει πάλι εκεί “ελεύθερος” και εν δυνάμει λυτρωμένος.
Σύνολο: Κείμενο αλληγορικό για τη βία ως αδυναμία και το αντίθετο, την ελεύθερη βούληση και την αναζήτηση ταυτότητας σε μια κοινωνία που έχει χάσει τον προσανατολισμό της, δημιουργώντας ψευδαισθήσεις και οδηγώντας ταυτόχρονα σε δρόμους χωρίς επιστροφή. Φαντασία και πραγματικότητα αναμειγνύονται επιδέξια, γοργοί ρυθμοί και εναλλαγές, πλήρεις οπτικές συνθέσεις, αριστοτεχνικές ερμηνείες, σκηνοθετική μαεστρία έχουν ως αποτέλεσμα μια άρτια παράσταση που μένει -και το αξίζει- στη μνήμη.
Ταυτότητα παράστασης: εδώ Εισιτήρια: ΕΔΩ