Είδαμε "Πλατόνοφ" του Α. Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Α. Shapiro / Χωρίς ψυχή

Είδαμε "Πλατόνοφ" του Α. Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Α. Shapiro /  Χωρίς ψυχή

Ο Αντόν Τσέχωφ σε αυτήν την πρώτη του θεατρική δημιουργία χτίζει το μετέπειτα θεματικό του σύμπαν, ενώ επεξεργάζεται το προφίλ των χαρακτήρων που θα πρωταγωνιστήσουν σε αυτό. Το έργο γράφτηκε όταν ο συγγραφέας ήταν φοιτητής της Ιατρικής (1878-1883), βρέθηκε άνευ τίτλου και χρονολογίας συγγραφής, ενώ δημοσιεύτηκε σχεδόν είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του δημιουργού (1904). Οι χαρακτήρες του παρασύρονται από την αλαζονεία, τα πάθη και τις αδυναμίες. Σκοπός τους αποτελεί η επίτευξη της -έστω και φαινομενικής- ευτυχίας. Οι προσδοκίες, ωστόσο, διαψεύδονται και εν τέλει ματαιώνονται. Σε αυτήν την πορεία κωμικά και δραματικά περιστατικά εναλλάσσονται, όπως συμβαίνει και στη ρεαλιστική ζωή. Έρωτες ανέφικτοι, απαγορευμένοι ή χωρίς ανταπόκριση, κουβέντες για οικονομικές συναλλαγές, ποτό, μια πληκτική ρουτίνα συνθέτει το κάδρο της ζωής των καλεσμένων στη βεράντα της γοητευτικής χήρας Άννας Πετρόβνα. Ένας διαφορετικός άνεμος πνέει όταν καταφτάνει στον τόπο ο νεαρός δάσκαλος Πλατόνοφ. Η άφιξή του θα ταράξει τις ζωές όλων, δημιουργώντας προσδοκίες και αναστατώσεις. Σ'υντομα, όμως, θα αποδειχθεί κατώτερος των περιστάσεων, καθώς ο άλλοτε φωτισμένος νους -η παιγνιώδης παραπομπή στον φιλόσοφο Πλάτωνα ασφαλώς δεν είναι τυχαία, ο γόης δάσκαλος (αυτο)θεωρείται φιλόσοφος- σταδιακά χάνει τη λάμψη του. Ο Πλατόνοφ ξοδεύει τον καιρό του διασκεδάζοντας με τις αδυναμίες των άλλων, βάζοντας ταυτόχρονα σε δοκιμασία τις δικές του. Εντός της υποθηκευμένης έπαυλης ο πεφωτισμένος γίνεται παλιάτσος. Τέσσερις γυναίκες θα βρεθούν στη δίνη της γοητείας του και το ανακάτεμα θα φέρει ανατροπές σε όλους.

 

O γνωστός Ρώσος σκηνοθέτης Adolf Shapiro, λάτρης της Ελλάδας, συνεργάζεται για πρώτη φορά με το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, και καταπιάνεται, ομοίως για παρθενική φορά, με το συγκεκριμένο τσεχωφικό κείμενο. Κατά δήλωσή του στη στοχοθεσία του ήταν «να προκύψει μια παράσταση αφιέρωμα στον σπουδαίο δημιουργό, να δοθούν απαντήσεις στα πολλά αινίγματα που υπάρχουν στο έργο». Αυτό προϋποθέτει ασφαλώς μια προσέγγιση που θα εστιάζει σε βάθος, θα αναδεικνύει χαρακτήρες, θα κινείται σε επίπεδο πέρα από το επιφανειακό. Στην περίπτωσή μας, όμως, όλα ήταν δομημένα και τοποθετημένα σε ένα ρηχό πλαίσιο. Αρχής γενομένης από τη διάρκεια, που ναι μεν έχουμε την περίπτωση μιας εκτενούς βάσης, αρκετές φορές, ωστόσο, οι σκηνικές στιγμές αποδείχθηκαν χωρίς να έχουν να προσθέσουν ή και να προσφέρουν κάτι στην εξέλιξη, στις δυόμισι ώρες δημιουργείται κοιλιά και κούραση. Είναι γεγονός ότι και η μετάφραση της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια δεν βοηθάει σε έναν πιο ζωντανό και μοντέρνο τρόπο απόδοσης του κειμένου. Η δράση δεν προκύπτει με γοργούς ρυθμούς, ανούσιοι διάλογοι εξελίσσονται, το κοινό περιμένει κάτι να συμβεί. Στο πλαίσιο αυτό και οι ερμηνείες ηχούν άτονες, χωρίς tempo, ακυβέρνητες. Ο καλός Γιώργος Χριστοδούλου είναι εγκρατής. Η εκκεντρική προσωπικότητα του Πλατόνοφ, η ερωτική ενέργεια του ήρωα-μοχλού των εξελίξεων για την ζωή όλων, απουσιάζουν. Ο άνθρωπος που ακροβατεί συναισθηματικά εδώ λειτουργεί κατά κύριο λόγο συμβιβαστικά. Δεν διακρίναμε την πυγμή ενός ήρωα που δρα κυνικά, ως κορυφαίος ενός συνόλου που διάγει τη ζωή του αναίτια στον έρωτα και τον θάνατο. Η μετάβαση από τη λάμψη της πνευματικής καλλιέργειας στον κοινότυπο κόσμο παρακμής δεν αποδόθηκε. Η Παναγιώτα Βλαντή, ξεκινά ως μια ενδιαφέρουσα εκδοχή της ακριβοθώρητης χήρας Άννας Πετρόβνα, στην πορεία όμως δεν διατηρεί το ίδιο εκτόπισμα. Ο Όμηρος Πουλάκης (Σεργκέι Βοϊνίτσεφ), ο φρεσκοπαντρεμένος ήρωας που βιώνει σε μεγαλύτερο βαθμό την απειλή της απώλειας της συντρόφου του από τον γητευτή Πλατόνοφ, στις στιγμές της συνειδητοποίησης και της κορύφωσης επιλέγει την υπερβολική έκφραση. Από τις ερμηνείες ξεχωρίσαμε αυτήν της Έρρικας Μπίγιου (Σοφία), που φαίνεται να έχει πιστέψει περισσότερο στον ρόλο της και να τον έχει αφομοιώσει. Ενδιαφέρον το σκηνικό με τις αντίκες και τα κοστούμια (Maria Tregubova), με τη λευκή και μαύρη παλέτα στα δύο μέρη, αν και η αντίθεση δεν εξυπηρετεί τελικά το αντίστοιχο -όμοιο- tempo της ιστορίας.Το εικαστικό αποτέλεσμα, ωστόσο, αρκετές φορές θυμίζει ζωγραφικό πίνακα.

 

Σύνολο: Οι προσδοκίες μας ήταν υψηλές, το αποτέλεσμα, ωστόσο, ήταν αθόρυβο. Η σκηνοθετική δράση λειτούργησε περισσότερο διεκπεραιωτικά παρά με εμφανή πυγμή. Και έτσι -μοιραία- όλα ακολούθησαν λίγο-πολύ την ίδια πορεία.

 

 

Ταυτότητα παράστασης εδώ

Εισιτήρια: εδώ

 

 
 

 

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.