Είδαμε: "Ο εχθρός του λαού", σε σκηνοθεσία Τ. Οστερμάιερ // ...ας μιλήσει ο λαός!

Είδαμε: "Ο εχθρός του λαού", σε σκηνοθεσία Τ. Οστερμάιερ //  ...ας μιλήσει ο λαός!

Ο εχθρός του λαού (1882) είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του Ίψεν. Η υπόθεση λαμβάνει χώρα σε μια πόλη στα νότια παράλια της Νορβηγίας. Ο τόπος ζει από τον τουρισμό, λόγω των λουτρών, της σημαντικότερης πηγής ζωής για την πόλη, όπως τα χαρακτηρίζει ο δήμαρχός της. Πρωταγωνιστής είναι ο Τόμας Στόκμαν, γιατρός στα δημοτικά λουτρά, που μένει στην περιοχή μαζί με την οικογένειά του. Όταν διαπιστώνεται πρόβλημα στη λειτουργία των λουτρών, εξαιτίας μολυσμένων νερών, επέρχεται η σύγκρουση με τον Πέτερ Στόκμαν, δήμαρχο και πρόεδρο των δημοτικών λουτρών, αλλά και μεγαλύτερο αδελφό του γιατρού.

 

Η συμπαραγωγή της γερμανικής Σαουμπίνε με το Θέατρο του Νέου Κόσμου ήταν από τις πιο αναμενόμενες παραστάσεις της τρέχουσας σεζόν. Ο Τόμας Όστερμαϊερ και ο Φλόριαν Μπόρχμαγιερ διασκεύασαν τον ιψενικό Εχθρό του Λαού παραμένοντας πιστοί στον βασικό κορμό: μια μικρή πόλη με πηγή πλούτου τα ιαματικά της νερά, ένας γιατρός που ανακαλύπτει μόλυνση από το εργοστάσιο του δημάρχου της πόλης και πεθερού του, ένα δίλημμα που βασανίζει, καθώς είναι εμφανής η απειλή στην τοπική οικονομία: να αποκαλύψει την αλήθεια συμπαρασύροντας την πόλη ή να σιωπήσει διασώζοντάς την; Η ηθική σύγκρουση στην περίπτωση είναι οδυνηρή, καθώς αμφότερες οι πλευρές της οδηγούν σε επιζήμιο αποτέλεσμα, με διαφορετικές, ωστόσο, τις απώλειες. Το δίκαιο δεν έχει μόνο μια πλευρά -αυτή που βλέπει ο γιατρός- , αλλά εντός ενός συνόλου μπορεί να πάρει διαφορετική εκδοχή και όποιος την αμφισβητεί τίθεται απέναντι στην κοινότητα. Κατά συνέπεια οι έννοιες του δικαίου και του άδικου, του σωστού και του λάθους δεν είναι αδιασάλευτες αλλά υπό διαμόρφωση.

 

Αν και το κείμενο είναι γραμμένο πάνω από έναν αιώνα, εντούτοις, η σύγχρονη διασκευή, εμπλουτισμένη με ζητήματα όπως η πολιτική και τα συμφέροντα, ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης και των social media και η εξάρτησή τους από σκοπιμότητες, το καθιστούν καίριο και με ισχυρή ταυτότητα στο παρόν. Ωστόσο, τα περισσότερα στοιχεία “εκσυγχρονισμού” σχετίζονται με επιμέρους συστατικά: ένα μοντέρνο, αφαιρετικό σκηνικό -με την κιμωλία να το καθορίζει σε στιγμές-, ήρωες που μας είναι οικείοι, καθότι άνθρωποι της διπλανής πόρτας -και λίγο cool-, τραγούδια του Ντέιβιντ Μπάουι ως συνδετικός κρίκος των σκηνών. Ένα ηθικοφιλοσοφικό δίλημμα αρχίζει σταδιακά να δημιουργείται και να κυριαρχεί, αποδεικνύοντας τελικά το διαχρονικό και πάντα επίκαιρο της προσωπικής θέσης και συνείδησης εντός του κοινωνικού συνόλου, της ευθύνης του ενός έναντι των όλων. Όσα, όμως, συμβαίνουν επί σκηνής -τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος- γίνονται κάπως άνευρα, χαλαρά, λίγο απλοϊκά, μονότονα. Η δραματουργική επεξεργασία είναι χλιαρή, δεν μεταφέρει την όποια πυγμή του κειμένου. Δεν διακρίνουμε ένα ισχυρό κέντρο βάρους, που θα μας κάνει να δώσουμε τη δέουσα προσοχή. Περιμένουμε για ώρα κάτι να συμβεί, να μας ταρακουνήσει. Και ευτυχώς στο -νοητό- δεύτερο μέρος η θεατρική συνθήκη σπάει και η δράση μεταφέρεται στο κοινό. Έχουμε την εντύπωση ότι τελικά αυτό ήταν που απασχόλησε περισσότερο τη θέληση του Οστερμάιερ, πώς δηλαδή -αξιοποιώντας ως αφορμή και αφετηρία ένα κείμενο- θα δημιουργήσει μια -εξωκειμενική- ρεαλιστική συμμετοχική συνθήκη δημόσιας θέσης και αντιπαράθεσης. Βέβαια και αυτό δεν είναι προϊόν αποκλειστικό της παρούσας παράστασης, κάτι που δεν έχουμε ξανασυναντήσει. Ωστόσο, στην εγχώρια σκηνή δεν είναι κάτι που συνηθίζεται και μάλιστα να προκύπτει αυτό με τρόπο “φυσικό”, να μοιάζει ως εξέλιξη του ίδιου του κειμένου. Μια σύγχρονη Εκκλησία του Δήμου διαμορφώνεται και οι θεατές παίρνουν θέση για την περίσταση, για το καλό και το συμφέρον, για το πρέπον και το μη, απόψεις που μπορεί να είναι εκ διαμέτρου αντίθετες στα πλαίσια μιας ηθικής - έλλογης σύγκρουσης. Είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα αυτή η διαδικασία -παρά το ότι οι υποβοηθητικές ερωτήσεις των ηθοποιών την καθιστούν τεχνηέντως υποκινούμενη-, να διαπιστώνουμε, δηλαδή, σε καιρούς αβουλίας και παθητικότητας την ύπαρξη πολιτικής θέσης, ακόμα και αν προκύπτει αυθόρμητα ή χωρίς πάντα καίρια επιχειρήματα. Αντίστοιχα και η ευστοχία -ή μη- με την οποία ανταποκρίνονται οι ηθοποιοί στις απαντήσεις του κοινού, η ετοιμότητά τους στο απρόσμενο της θέσης είναι ένα άλλο στοιχείο που δημιουργεί ρυθμό και εγρήγορση.

 

Οι Κωνσταντίνος Μπιμπής (γιατρός) και Μιχάλης Οικονόμου (δήμαρχος), που συγκροτούν το βασικό συγκρουσιακό δίπολο, υπερτερούν, όπως και συγκριτικά το σύνολο των αντρικών ερμηνειών έναντι των γυναικείων. Ο πρώτος, αν και με πιο χαλαρή έναρξη, εξελίσσεται με δυναμική, για να καταλήξει σε έναν θερμό, ζωηρό λόγο -με πτυχές, ωστόσο, να θυμίζουν κλισέ έκθεσης ιδεών- κατά την απεύθυνσή του στο κοινό. Ο Οικονόμου βρίσκεται σε μια σπουδαία στιγμή, με μια στιβαρή, ελεγχόμενη σε όλη τη διάρκειά της ερμηνεία, πλήρως ολοκληρωμένη.   

 

 

Σύνολο: Μια πρόταση μεταφοράς ενός κλασικού κειμένου στο παρόν, που μπορεί να θεωρηθεί ενδιαφέρουσα, βασιζόμενη σε ευρήματα, που δεν βρίσκονται απαραίτητα σε απευθείας σύνδεση με την πηγή, με κυριότερο τη διαδραστική συμμετοχή του κοινού.

 

 

 

Ταυτότητα της παράστασης και εισιτήρια: ΕΔΩ

 

 

 

 

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.