Είδαμε: "Κερένια Κούκλα" στο BIOS / Σκην: Β. Βηλαράς

Είδαμε: "Κερένια Κούκλα" στο BIOS / Σκην: Β. Βηλαράς

Η πρώτη θεατρική μεταφορά της Κερένιας κούκλας σημειώνεται το 1915, τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση του μυθιστορήματος και αντιστοίχως τον θάνατο του συγγραφέα του, Κωνσταντίνου Χρηστoμάνου, από τον Παντελή Χορν και τον θίασο του Θωμά Οικονόμου. Το γεγονός της μεταφοράς -αναλογιζόμενοι μάλιστα ότι την επόμενη χρονιά το έργο μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη- αποδεικνύει την μετά θάνατον απήχηση και αποδοχή που απέκτησε ο Χρηστομάνος σε ένα ευρύτερο κοινό και κριτικούς, αφού, όσο τουλάχιστον ήταν εν ζωή, ο εκρηκτικός του χαρακτήρας δημιουργούσε συνεχώς εντάσεις και ρήξεις με τον περίγυρο (αναφέρεται ενδεικτικά ότι για το τελευταίο του θεατρικό έργο Κοντορεβιθούλης αποδοκιμάστηκε έντονα από κοινό και κριτικούς).

«Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή -γιατί απλή και λυπητερή είναι η ζωή- [...] Τι γρήγορα που φεύγομε και αφήνομε τον ήλιο και τη θάλασσα, τα λουλούδια και το φεγγάρι! [...] Η χαρά δεν είναι παρά ένας καημός που περιμένει την ώρα του να 'ρθει […] Έτσι ξεγελιούνται κι οι καρδιές μας, σαν τις μυγδαλιές που πολλές φορές ανθίζουν προτού να 'ρθει η πίκρα του χειμώνα...». Με αυτά τα λόγια αρχίζει τη διήγησή του ο Χρηστομάνος, τοποθετώντας τον αναγνώστη ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της ιστορίας του: την εικοσιπεντάχρονη Βιργινία, βαριά άρρωστη, νιόπαντρη με τον Νίκο και την αφιχθείσα για την περίσταση Λιόλια, ανιψιά της Βιργινίας. Γύρω τους, ο κοινωνικός περίγυρος σχολιάζει διττά, εκφράζοντας πότε τις επιθυμίες των ηρώων και άλλοτε την κοινή γνώμη, ωθώντας ταυτόχρονα τις εξελίξεις. Σε έμμεση “πρωταγωνιστική” θέση βρίσκονται ο -ανολοκλήρωτος αρχικά- έρωτας και η φύση. Αισθήματα αγάπης και σεβασμού τρέφουν όλοι οι πρωταγωνιστές μεταξύ τους, ο θάνατος λειτουργεί εν τέλει καταλυτικά, θα φέρει τη "λύση", βάζοντας την παράνομη αγάπη σε "ορθά" καλούπια. Ο Χρηστομάνος μέσα από αυτήν τη δραματική ιστορία πάθους διαχωρίζει το σώμα από την ψυχή, περιγράφει τα ήθη της εποχής και ορίζει τη μοίρα ως κύριο ρυθμιστή των εξελίξεων. Σημειώνεται ότι το έργο έχει καταγραφεί στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας ως το πρώτο μοντέρνο κοινωνικό ρομάντζο, όπου η αγριότητα της πόλης “αφανίζει” τους ήρωες, ως το πρώτο κοινωνικό “μαύρο” αφήγημα της σύγχρονης λογοτεχνίας που συνομιλεί με τον αναγνώστη μέσω συμβόλων και των βαθύτερων νοημάτων τους [1].

 

Παράσταση

Με καλή μελέτη στο πρωτόλειο και με ενδιαφέροντα τρόπο η προσέγγιση των Βασίλη Βηλαρά (σκηνοθεσία) και Κέλλυς Παπαδοπούλου (δραματουργία), που δίνει έμφαση στα δίπολα ζωή - θάνατος, υγεία - ασθένεια, επιθυμία - εκπλήρωση, κίνηση - ακινησία, φύση (τόπος ελευθερίας) - δωμάτιο (χώρος σωματικών και συναισθηματικών περιορισμών), με ευδιάκριτες ωστόσο στους γνώστες του κειμένου του Χρηστομάνου τις παραλείψεις και τις διαφοροποιήσεις από αυτό. Πολύ ωραία ιδέα το σκηνικό με τα φυτά (Μυρτώ Μεγαρίτου), δημιουργεί ένα κλίμα απλότητας και αγνότητας -όπως απλοί και αγνοί είναι οι νεαροί ήρωες-, φωτογραφίζοντας παράλληλα και το ειδυλλιακό σκηνικό της υπαίθρου (χωρίς ωστόσο να προκύπτει η αντιδιαστολή με το αστικό τοπίο και τις παραμέτρους του, οι αναφορές στα διάφορα σημεία της πόλης και οι σκηνές της αθηναϊκής ζωής καταλαμβάνουν σημαντική θέση στο έργο του Χρηστομάνου, ο ίδιος το χαρακτήρισε ως “αθηναϊκό μυθιστόρημα”). Αντάξιοι της σκηνοθετικής βούλησης αποδεικνύονται οι ερμηνευτές: ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης, ο όμορφος Νίκος της ιστορίας, η νεανική ορμή του οποίου δεν μπορεί να τιθασευτεί από τα απροσδόκητα γεγονότα, η Αντιγόνη Φρυδά, ένα καθηλωμένο, ασθενές σώμα που περιμένει το μοιραίο, θα ταίριαζε μια πιο φορτισμένη, συναισθηματικά εξελισσόμενη ερμηνεία, καθώς το κύριο αίσθημα που βιώνει η ηρωίδα είναι η απώλεια, που σταδιακά γίνεται πολλαπλή, η Ιωάννα Πιατά, εξαιρετική στον ρόλο της Λιόλιας, καθώς αποτυπώνει αρμονικά την αθωότητα της δεκαεπτάχρονης κοπέλας που δεν αντιλαμβάνεται το περίπλοκο της ιστορίας, τον πόθο με τον οποίο παραδίδεται στην ερωτική συνεύρεση -εξαίσια, ποιητική σκηνή-, αλλά και τη μητέρα που αγωνιά για την τύχη του παιδιού της και σπαράζει αργότερα για την απώλειά του -εμπνευσμένη η ταύτιση με το φυτό και το ξερίζωμά του- ο Γιάννης Κλίνης, που συνδράμει -κυρίως μουσικά- στην εξιστόρηση της υπόθεσης με λαϊκές μελωδίες από διάφορες εποχές. Ο ίδιος, με φωνή καρικατούρας, γίνεται κατά καιρούς και θεία Ελέγκω, μια προσέγγιση που δεν μας βρίσκει σύμφωνους, καθώς αποδυναμώνεται με αυτόν τον τρόπο ένα σημαίνον πρόσωπο των σελίδων του Χρηστομάνου, η φωνή της “αστικής” τάξης και των ιδεών της, ακόμα και αν η επιλογή εκληφθεί ως σκωπτικό σχόλιο προς αυτά. Σπουδαία η παρουσία της Ευδοξίας Ανδρουλιδάκη στα αφηγηματικά μέρη, με καθαρή φωνή, ρυθμό και παραστατικότητα, σηκώνει μεγάλος βάρος και κρατάει ζωηρό το ενδιαφέρον του κοινού, απολαυστικότατη!

 

Σύνολο: Έντιμη προσπάθεια, που προσεγγίζει με καλές προθέσεις και σημερινούς όρους ένα σημαντικό έργο του παρελθόντος, που, πέρα από το να το γνωστοποιεί, πετυχαίνει να το κάνει δεκτικό στο -νεανικό κατά κύριο λόγο- κοινό, αμφότερα σημαντικά γεγονότα.                        

[1] Χρηστομάνος Κωνσταντίνος - Καστρινάκη Αγγέλα, Η Κερένια κούκλα - “Σαν τις μυγδαλιές”: Ιδέες και σύμβολα στην Κερένια κούκλα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013

 

 

Πληροφορίες και εισιτήρια:

https://www.viva.gr/tickets/theater/bios/i-kerenia-koukla/

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.