Είδαμε «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Τ. Κουλιάμπιν / Μια σπουδαία παράσταση για το τότε και το τώρα

Είδαμε «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Τ. Κουλιάμπιν / Μια σπουδαία παράσταση για το τότε και το τώρα

Στην Εν Αυλίδι Ιφιγένεια (405 π.Χ.) ο Ευριπίδης ασχολείται με τη θυσία της Ιφιγένειας στην Άρτεμη, προκειμένου να εξευμενιστεί η θεά και να φτιάξει τον καιρό, ώστε να αποπλεύσουν τα ελληνικά πλοία για την Τροία. Ο Αγαμέμνονας, βασιλιάς των Μυκηνών και αρχηγός του στόλου, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο να θυσιάσει την κόρη του και να αρνηθεί. Αρχικά την καλεί να έρθει στο Άργος με το πρόσχημα ότι θα την παντρέψει με τον ξακουστό ήρωα Αχιλλέα. Μετανιωμένος αλλάζει γνώμη λίγο αργότερα και της στέλνει αντίθετο μήνυμα, ώστε να μην έλθει. Το δεύτερο παράγγελμα, όμως, δεν φτάνει ποτέ στην παραλήπτριά του, γιατί το αποτρέπει ο αδελφός του Μενέλαος. Η Ιφιγένεια καταφτάνει στην Αυλίδα μαζί με τη μητέρα της, την Κλυταιμνήστρα. Ο Αγαμέμνονας θρηνεί αλλά δεν αλλάζει την απόφασή του, κυρίως από τον φόβο ότι ο στρατός θα στραφεί εναντίον του αν δεν εκπληρώσει τον χρησμό. Στη συζήτηση Κλυταιμνήστρας και Αχιλλέα αποδεικνύεται ότι ο ήρωας αγνοεί τα του γάμου του και η πρόσκληση της Ιφιγένειας αποτελεί σκευωρία. Ντροπιασμένος που χρησιμοποιήθηκε σε αυτήν την πλάνη υπόσχεται να προστατεύσει την νεαρή κοπέλα. Ο ελληνικός στρατός ξεσηκώνεται εναντίον του και εν τέλει η Ιφιγένεια προσφέρεται από μόνη της να θυσιαστεί για το καλό της Ελλάδας. Την ύστατη στιγμή τη θέση  της στον βωμό παίρνει μια ελαφίνα. Ούριος άνεμος πνέει πλέον και τα πλοία των Ελλήνων αναχωρούν για την Τροία.

 

Από τη συνέντευξη Τύπου ο αυτοεξόριστος στη Γερμανία Ρώσος σκηνοθέτης Τιμοφέι Κουλιάμπιν είχε δηλώσει ότι θα σταθεί στον πυρήνα του έργου, τον πόλεμο. Ο πόλεμος αποτελεί γεγονός - κομμάτι αναπόσπαστο της κάθε κοινωνίας και στην πράξη αποδεικνύεται συγκριτικά ανώτερος από κοινωνικά σύνολα ή και ανθρώπινους δεσμούς. Μπορεί να μην βλέπουμε τον πόλεμο επί σκηνής αντιλαμβανόμαστε, ωστόσο, ξεκάθαρα τον διαχρονικό του χαρακτήρα, έτσι όπως υπάρχει ως συνθήκη δεδομένη για κάθε εποχή. Αυτό ήταν το κυριότερο -και μέγα- επίτευγμα του Κουλιάμπιν, να διατηρήσει την ιστορία του Ευριπίδη με το αντιπολεμικό της μήνυμα στο ακέραιο, παρουσιάζοντάς την με σύγχρονη οπτική, πετυχαίνοντας έτσι να δείξει την ισχύ του μεγαλύτερου, αέναου δεινού. Η σκηνή λιτή, σχεδόν άδεια, δεν χρειάζεται εξάλλου πολλά για να ανθίσει ένας πόλεμος, όποιας μορφής και αν είναι αυτός. Η οθόνη μας πληροφορεί για το πλαίσιο που θα ξεδιπλωθεί η γνωστή μας ιστορία: η Ελλάδα είναι ένα σύγχρονο απολυταρχικό κράτος, συνορεύει με τη μικρότερη Τροία, ενώ η Άρτεμη είναι η κυβερνητική οργάνωση που εξουσιάζει. Μαυροντυμένοι κοστουμάτοι άντρες περιφέρονται, προϊδεάζοντας για κάτι σκοτεινό και ανάρμοστο, αν και ακαθόριστο για την ώρα, για να αποδειχθούν αργότερα πειθήνιοι ακόλουθοι των εξουσιαστών και των ιδεών τους. Είναι ένας άτυπος Χορός, που ρόλο έχει να επιβάλει τη σιωπή (…Σσσσσσς, ηχεί), αφήνοντας ανεμπόδιστα για την εκτέλεσή τους τα εγκλήματα των επιφανών που υπηρετούν. Οι αρχικές διαπραγματεύσεις, αν και παρατραβηγμένες σε διάρκεια -το μοναδικό που θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί μειονέκτημα στο συνολικό αποτέλεσμα, καθώς η δράση εκεί αργεί να εξελιχθεί- γίνονται σε πλαίσιο φιλικό, παραπέμποντας σε κανονίσματα του σήμερα: Στρατηλάτες με τον πόθο της επιβολής και τα προσωπικά συμφέροντα κυρίαρχα, σε περιβάλλοντα πολυτελείας, καθορίζουν τις τύχες λαών. Η Κλυταιμνήστρα, ενταγμένη και αυτή στο ίδιο πλαίσιο, έρχεται στη σκηνή με τη φιρμάτη της τσάντα, έτοιμη να υποδυθεί τον κοσμικό της ρόλο στη στημένη σαπουνόπερα. Η Ιφιγένεια, πιστή στον πατέρα της, χορεύει μαζί του, δίνοντας υλικό για μια social media ευτυχία. Το American beauty μιας επιφανούς οικογενείας καλά κρατεί. Όλα όμως θα διαλυθούν και μάλιστα γρήγορα, έτσι επίπλαστα που ήταν, μόλις η Κλυταιμνήστρα μάθει τις αληθινές προθέσεις του άντρα της (πόσο φυσικά εντάχθηκε στην αντίδραση του Αγαμέμνονα το περιστατικό-σχόλιο για την ανεξέλεγκτη έμφυλη βία της εποχής μας). Το φινάλε της παράστασης, με την απόφαση της Ιφιγένειας για αυτοθυσία, είναι μια μεγαλειώδης σκηνοθετική επινόηση: σε σκηνικό τελετής (κιτς) γάμου, όπου όλοι είναι απαστράπτοντες, εξουσιαστές-θύτες και θύματα συνδιασκεδάζουν, γνωρίζοντας το προδιαγεγραμμένο ζοφερό τέλος, οι άντρες εξάλλου με τα καλάσνικοφ ανά χείρας είναι εκεί για να το θυμίζουν και να δράσουν όταν έρθει η ώρα για το επιτυχές “happy end”. Τα όπλα γαζώνουν την Ιφιγένεια στην κατά παραγγελία εκτέλεσή της, κάνοντας μας αναπόφευκτα να θυμηθούμε παρόμοιες σύγχρονες τρομοκρατικές εικόνες. 

 

Ήταν εξαιρετική η παράσταση του Τιμοφέι Κουλιάμπιν, μια ουσιαστική πρόταση ανάγνωσης ενός κλασικού κειμένου με φρέσκια ματιά, άκρως δεκτική στο παρόν, κυρίως γιατί το αφορούσε. Σύννομη σε αυτήν την προσέγγιση η επίκαιρη μετάφραση του Περικλή Μπουκάλα και βέβαια οι πολύ καλές ερμηνείες: ο Νίκος Ψαρράς, ένας σκληροτράχηλος Αγαμέμνων με στιγμές ευαισθησίας, καθώς αμφιταλαντεύεται στο φρικτό που καλείται να εκτελέσει και στην πατρική στοργή -το βαλς με την  κόρη του είναι ένα μαγικό στιγμιότυπο-, στις στιγμές συνύρπαξης με την οικογένεια του ξεδιπλώνεται πλήρως, συγκριτικά με εκείνες των διαπραγματεύσεων στην έναρξη. Ο Νικόλας Παπαγιάννης (Μενέλαος) και ο Θάνος Τοκάκης (Αχιλλέας) κινούνται επιτυχώς στο δισυπόστατο του ρόλου τους, ανάμεσα στο χιούμορ -η ανδρεία του δεύτερου αποδεικνύεται εύθραυστη όταν ενοχλείται από ένα έντομο- την ειρωνία, την αυστηρότητα και την αποφασιστικότητα. Ο Δημήτρης Παπανικολάου (Πρεσβύτης), σπουδαίος ηθοποιός, εντυπωσιάζει κυρίως με την καθαρή του άρθρωση. Η Μαρία Ναυπλιώτου (Κλυταιμνήστρα), ψυχρή και αλαζονική ως βασίλισσα, προκρίνεται ιδιαίτερα για τις στιγμές της τραγικής μάνας, όταν πληροφορείται τις αληθινές προθέσεις για την κόρη της και ξεκινά τις απέλπιδες προσπάθειες για να τη σώσει από τον προσχεδιασμένο θάνατό της. Ομοίως και η Ανθή Ευστρατιάδου (Ιφιγένεια) ελίσσεται από αθώα παιδούλα, με τη φρεσκάδα και την ανεμελιά της, προσκολλημένη στον πατέρα της, σε αποφασισμένη ηρωίδα, έτοιμη, παρά το νεαρό της ηλικίας της, να προσφέρει την ζωή της στην πατρίδα. Ντυμένη νύφη στο γαμήλιο σκηνικό καταφέρνει να μας συγκινήσει αβίαστα -και ας έχουμε ξαναδεί την ιστορία- στον τελευταίο της "αποχαιρετιστήριο" χορό, κάτω από ένα μεγάλο στεφάνι με λουλούδια, να ναι εκείνο του γάμου ή της κηδείας; Η απόλυτη ειρωνία εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον επίπλαστο, φαινομενικής χαράς και καθωσπρεπισμού. Ο ανδρικός Χορός (Δημήτρης Γεωργιάδης, Χρήστος Διαμαντούδης, Μάριος Κρητικόπουλος, Βασίλης Μπούτσικος, Δημήτρης Παπανικολάου, Αλέξανδρος Πιεχόβιακ), αν και στην περίσταση δεν λειτουργεί ως το σύνηθες σύνολο γερόντων που εκφράζει το σώφρον μήνυμα της πόλης -τα χορικά μέρη του έργου εξάλλου έχουν αφαιρεθεί- υπηρετεί πιστά με την κίνηση και τη στάση του την αφοσίωσή στην άρχουσα τάξη, ακόμα και αν αυτή προσχεδιάζει αφύσικες, υπερβατικές δολοφονίες. Για την ατμόσφαιρα αγωνίας και εξελισσόμενου θρίλερ σημαντική είναι η αρωγή του φωτισμού (Oskars Paulins). Οι ενδυματολογικές επιλογές (Oleg Golovko) ήταν σύννομες με το παρόν που έθετε η παράσταση, χωρίς εξεζητημένες υπερβολές. 

 

Σύνολο: Μια υποδειγματική, αξιομνημόνευτη πρόταση, που αποδεικνύει έμπρακτα τη διαχρονικότητα των κλασικών κειμένων και των μηνυμάτων τους, καθώς ανάγει το τότε στο σήμερα, συνομιλεί εύστοχα με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Με άλλα λόγια είχαμε την ευκαιρία να δούμε -και να διαπιστώσουμε- ένα επιδέξιο παράδειγμα ουσιαστικής αξιοποίησης του αρχαίου δράματος με κώδικες του παρόντος, χωρίς να προδίδεται η βάση ούτε στο ελάχιστο. Και γιατί όχι έχουμε την περίπτωση μια ηχηρής απάντησης σε όσους πρεσβεύουν ότι το αρχαίο δράμα αποτελεί μουσειακό είδος, που δεν πρέπει να το ακουμπάμε, καθώς η όποια επέμβαση σε αυτό οδηγεί μοιραία σε αποτελέσματα κατώτερα από τα αρμόζοντα.

 

Ταυτότητα της παράστασης: ΕΔΩ

 

 
 
 

 

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.