Είδαμε «Η Προξενήτρα» του Θ. Ουάιλντερ σε σκηνοθεσία Θ. Μοσχόπουλου / «Γάμος» χαμηλών τόνων

Είδαμε «Η Προξενήτρα» του Θ. Ουάιλντερ σε σκηνοθεσία Θ. Μοσχόπουλου / «Γάμος» χαμηλών τόνων

Ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος Θόρντον Ουάιλντερ (1897-1975) ως γιος διπλωμάτη πέρασε μεγάλο μέρος των παιδικών του χρόνων σε πόλεις της Κίνας, γεγονός που επηρέασε βαθύτατα τη θεατρική του αισθητική. Έχοντας αξιοζήλευτες σπουδές (Γέηλ, Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή της Ρώμης, Χάρβαρντ) δίδαξε για είκοσι χρόνια λογοτεχνία στα πανεπιστήμια Σικάγου και Χάρβαρντ. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών της αεροπορίας. Γνωστός έγινε με τη βράβευσή του με Pulitzer για το μυθιστόρημά του Η γέφυρα του Σαν Λούις Ρέυ (1927). Ακολουθούν και άλλα μυθιστορήματα όπως Η γυναίκα της Άνδρου, Ο Παράδεισος είναι ο προορισμός μου, Η όγδοη μέρα και θεατρικές συλλογές όπως Ο Άγγελος που τάραξε τα νερά, Το μακρύ χριστουγεννιάτικο δείπνο και άλλα έργα, Ο έμπορος του Γιόνκερς. Με τα θεατρικά έργα Η μικρή μας πόλη (1938) και Με τα δόντια (1942) βραβεύεται εκ νέου με Pulitzer.
Τα κείμενά του διακατέχονται από αγάπη για την ζωή, αθωότητα με πινελιές αφέλειας, που θα χαθούν από τη βία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η Προξενήτρα, μια φάρσα σε τέσσερις πράξεις, έχει ως θέμα, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας το προσδιορίζει, τα ποικίλα και αλλεπάλληλα μπλεξίματα -κρυφτό, μεταμφιέσεις, εσφαλμένη αναγνώριση προσώπων, παραπλάνηση φύλου, συνωμοσίες, χαμένα και ως δια μαγείας επανεμφανιζόμενα πορτοφόλια-, που στο τέλος ξεμπερδεύονται με ευτυχισμένες λύσεις. Στη Νέα Υόρκη του 19ου αιώνα η δαιμόνια προξενήτρα Ντόλυ Λεβί αναλαμβάνει να βρει την ιδανική σύζυγο στον πλούσιο αλλά δύστροπο χήρο Οράτιο. Παράλληλα, βοηθάει την ανιψιά του Οράτιου να παντρευτεί τον εκλεκτό της καρδιάς της. Θα σκαρφιστεί και άλλα πολλά προκειμένου στο τέλος όλοι να έχουν το ιδανικό ταίρι ή έστω μια συντροφική ευτυχία. Η Προξενήτρα έγινε ευρύτερα  γνωστή από την κινηματογραφική της διασκευή Χέλοου Ντόλλυ με την  Μπάρμπαρα Στρέιζαντ να πρωταγωνιστεί σε μια ιστορία με κωμικές περιπέτειες,πάθη και παντρολογήματα.

 

Κεντρικός θεματικός πυρήνας του έργου είναι η ανάγκη της συντροφικότητας, ζήτημα διαχρονικό, στη σκηνική περίστασή μας εμφανώς και αποκλειστικά εστιασμένο στο τότε. Σημαντικό επίτευγμα σε μια παράσταση είναι να βρίσκει διεξόδους επικοινωνίας στο κοινό της, απηχώντας και βγάζοντας μηνύματα που το αφορούν. Εδώ έχουμε μια περιποιημένη δουλειά (σκηνοθεσία  Θ. Μοσχόπουλος), που ωστόσο αδυνατεί να γίνει εξωστρεφής, να συγκινήσει, να κάνει συμμέτοχο το κοινό, να δώσει τροφή για περαιτέρω σκέψη. Οι θεατές παρακολουθούν, αλλά οι περισσότεροι -μάλλον- δεν ακολουθούν, ή έστω διασκεδάζουν, με μια παρωχημένη ιστορία, με ηθικολογικούς και διδακτικούς τόνους, που δεν εκπέμπει σε σημερινές συχνότητες. Χωρίς να συμβαίνει κάτι ξεχωριστό στα εκατόν πενήντα λεπτά -η δράση ξεκινά με την άφιξη της Ντόλυ, σκηνικά αργεί να συμβεί-, ή να προκύπτουν κορυφώσεις, ό,τι εξελίσσεται ενώπιον μας είναι τοποθετημένο -από αγωνία διασφάλισης ίσως;- σε επίπεδα καλούπια και δεν ξεφεύγει από αυτά. Λείπει η τόλμη για ένα πιο εμπνευσμένο αποτέλεσμα. Αφετηρία για ένα ισχυρότερο παρών στο σήμερα θα μπορούσε να αποτελέσει μια πιο μοντέρνα εκδοχή μετάφρασης (Θωμάς Μοσχόπουλος). Χαρακτήρες αναγνωρίσιμοι και στο σήμερα είναι παρόντες, ως επί το πλείστον ερμηνεύονται συμπαθητικά, δεν ξεδιπλώνονται όμως σε όλη τους την έκταση, λείπει το νεύρο, ο σφυγμός, μια ενδιάθετη ηρεμία κυριαρχεί επί σκηνής. Μεγάλη αποκάλυψη ο Σίμος Κακάλας στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Οράτιου Βαντεργκέλντερ, αποδεικνύεται δεξιοτέχνης σε έναν κωμικό ρόλο που εμβαθύνει παραπέρα από τον απογοητευμένο αναζητητή συντρόφου. Καλές στιγμές είχε και η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, στον έτερο πρωταγωνιστικό ρόλο, της προξενήτρας Ντόλυ, επιθυμούσαμε, ωστόσο, μια δυναμικότερη οπτική, όπως αρμόζει στη δαιμόνια φυσιογνωμία της ηρωίδας. Ιδιαίτερη και η πινελιά της σπουδαίας Ράνιας Οικονομίδου ως ρομαντικής γεροντοκόρης. Η μεγάλη ξύλινη κατασκευή-κύβος (σκηνικά Ευαγγελία Θεριανού) έδινε την εντύπωση ότι προσπαθεί να καλύψει την εκτενή σκηνή, χωρίς επί της ουσίας να προσφέρει κάτι. Τα κοστούμια εποχής (Μπελ Επόκ) της Κλαιρ Μπρέισγουελ, χάρμα οφθαλμών, αποτελούν μεγάλο -αν όχι το μεγαλύτερο- ατού της παράστασης. Σημαντική στη δημιουργία ατμόσφαιρας και παραπάνω ακόμα, καθώς λειτουργούσε ως εν δυνάμει σκηνική ερμηνεία, η ζωντανή διασκευασμένη μουσική από τον πιανίστα Γιάννη Μαραμαθά. Στο ίδιο πλαίσιο απόδοσης κλίματος οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου.

 

 

Σύνολο: Ηθογραφία μιας άλλης εποχής, που ως θέ(α)μα δυσκολεύεται να απηχήσει στο παρόν. Ο πρωταγωνιστής και τα κοστούμια είναι οι βασικοί -άραγε αρκετοί;- λόγοι  πρότασής του. 

 

 

Ταυτότητα παράστασης: ΕΔΩ

Εισιτήρια: εδώ

 

 

 

 

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.