Είδαμε: "Η Δίκη" του Φ. Κάφκα, σε σκηνοθεσία Α. Μπινιάρη // εγγυημένο αποτέλεσμα
2026-02-12
Ο Τσεχοεβραίος Φραντς Κάφκα ξεκίνησε να γράφει τη μνημειώδη, ωστόσο αμφιλεγόμενη, Η Δίκη το 1914. Δημοσιεύτηκε (1925) μετά τον θάνατό του από τον φίλο του Μαξ Μπροντ, κατά παρέκκλιση της επιθυμίας του συγγραφέα να καταστραφεί το ημιτελές βιβλίο του. Κύριο πρόσωπο της ιστορίας είναι ο τραπεζοϋπάλληλος Γιόζεφ (το επώνυμο του δεν αναφέρεται), ένας άνθρωπος συνηθισμένος, που έχει μια ήσυχη, χωρίς εξάρσεις, ζωή. Ξαφνικά, ένα πρωί, συλλαμβάνεται και οδηγείται στον ανακριτή. Το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για παρεξήγηση, αφού φαίνεται παράξενο ο φιλήσυχος Γιόζεφ να έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα. Μετά την ανάκριση αφήνεται προσωρινά ελεύθερος. Έχει χάσει, όμως, την ισορροπία του, καθώς έχει την αίσθηση ότι τον θεωρούν ένοχο. Μετά από λίγο καιρό έπεται δεύτερη, σκληρότερη ανάκριση. Ο Γιόζεφ εμφανίζεται με τη συνοδεία δικηγόρου. Εκείνος, καθότι όργανο της -αόρατης- εξουσίας, τον μπλέκει περισσότερο στον λαβύρινθο των ενοχών. Στη συνέχεια καλεί ως υπερασπιστές του έναν ζωγράφο και έναν ιερέα, αφού εικάζει ότι το κύρος της τέχνης και της θρησκείας μπορούν να επηρεάσουν θετικά τους δικαστές. Μάταιη και αυτή η προσπάθεια. Στη ψυχοσύνθεσή του ολόκληρος ο κόσμος έχει μετατραπεί σε λαϊκό δικαστήριο. Ο κάθε άνθρωπος που αντικρύζει είναι ένας εν δυνάμει δικαστής ή κατήγορος. Η δίκη έχει διεξαχθεί, η καταδίκη έχει κριθεί, μένει μόνο η εκτέλεση της ποινής για κάτι που δεν έχει διαπραχθεί. Πράγματι ένα βράδυ δύο μαυροντυμένοι καταφτάνουν, τον οδηγούν σε ένα εγκαταλελειμμένο μέρος και τον δολοφονούν.
Η ιστορία του Γιόζεφ Κ. μπορεί να αναγνωστεί ποικιλοτρόπως: ως αναζήτηση για το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, ως αλληγορία που εκφράζει την αγωνία και την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου, ή ακόμα και ως προφητεία για τον παραλογισμό των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ο Άρης Μπινιάρης προσεγγίζοντας το κείμενο του Κάφκα με την προσφιλή του μουσική φόρμα στρέφεται πρωτίστως στην υπαρξιακή ανάγνωση. Τα δεινά του ήρωά του είναι κατά κύριο λόγο ανθρωποκεντρικά και προσωποπαγή, παρά κοινωνικά και ευρύτερα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η μουσική ανοίγει τον δρόμο πιο αβίαστα στο φιλοσοφικό υπόβαθρο και στους όποιους συνειρμούς του. Η ακούσια πορεία ενδοσκόπησης που ακολουθεί ο ήρωας βγάζει στην επιφάνεια φόβους και αδιέξοδα, μοιάζοντας με ταξίδι χωρίς επιστροφή. Ακόμα και έννοιες, όπως η τέχνη και η θρησκεία, αποδεικνύονται κατ’ επίφαση αρωγοί σε αυτή την πορεία στα ενδότερα. Καταλήγουν να είναι εμπόδια που συνηγορούν στον όλεθρο. Δε σημαίνει βέβαια ότι όλα αυτά -και πιθανόν περισσότερα- φτάνουν στο σύνολό τους στο κοινό. Τα ποικίλα νοήματα -με εμφανείς και τις επιρροές από το Salό του Παζολίνι στις γυναικείες κυρίως παρουσίες, ή ακόμα και από τις διονυσιακές Βάκχες, που αρχικά ξεγελούν και περικλείουν το θύμα και στη συνέχεια το κατασπαράσσουν, ίσως και από τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ - και κατ’ επέκταση τα μηνύματά τους απαιτούν συγκέντρωση, προϋποθέτουν σε μεγάλο βαθμό την εκ των προτέρων γνωριμία με το έργο. Η “καθαρότητα” που πρεσβεύει ο ήρωας από την εντυπωσιακή, συμβολική άφιξή του στη σκηνή, όχι μόνο παραμένει ουτοπία, αλλά η πορεία του για την κατάκτησή της αποδεικνύεται μοιραία και απαιτεί την αφοσίωση του θεατή για να την αποκωδικοποιήσει και να την παρακολουθήσει.
Ο σπουδαίος Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι καμωμένος για τον Γιόζεφ, καθώς αποδίδει τη σταδιακή συντριβή ενός αθώου κατά τη μετάβασή του στον συνειδησιακό κόσμο της παραίσθησης. Εκεί συναντά τον εξευτελισμό, με κορυφαίες στιγμές το βλέμμα τη στιγμή της απογύμνωσης και το εμβρυακό κουλούριασμά του. Ακολούθως, τις εντυπώσεις κερδίζουν και οι λοιποί ηθοποιοί (Εβίτα Αγαΐτση, Αλέξης Βιδαλάκης, Αγγελική Δεληθανάση, Θανάσης Ισιδώρου, Βασίλης Καζής, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Σωτήρης Τσακομίδης, Νικόλας Χατζηβασιλειάδης), που δεν λειτουργούν συμπληρωματικά, αλλά συμπρωταγωνιστούν. Ακριβείς, με πίστη ο καθένας στον ρόλο του αλλά και στην ομαδική σκηνική συνύπαρξη, ανταποκρίνονται υποδειγματικά στις υψηλές απαιτήσεις -ερμηνευτικές και σωματικές- της παράστασης. Αξιοπρόσεκτα και τα πιο επιμέρους, που λειτουργούν καθοριστικά στο αποτέλεσμα: τα ιδιαίτερα, όχι εξεζητημένα, ασύμμετρα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη, η μουσική του Τζεφ Βάγγερ και οι φωτισμοί του Στέφανου Δρουσιώτη, που δίνουν ισχυρή ώθηση στο δραματικό πλαίσιο, η θαρραλέα κίνηση-χορογραφία του Αλέξανδρου Σταυρόπουλου, με αποκορύφωσή της το δυναμικό, ομαδικό τέλος.
Σύνολο: Μια δουλειά με αναγνωρίσιμο το ιδιαίτερο στυλ του Μπινιάρη. Μοντέρνα, ευθυτενής, γοργή, ρυθμική, με πολλά στοιχεία performance δημιουργεί ένα σύμπαν με έντονο το ονειρικό στοιχείο, που στην περίστασή μας ταυτίζεται με τον εφιάλτη. Αναμφίβολα, πρόκειται για μια αξιόλογη παράσταση-πρόταση στο δύσκολο από τη φύση του κείμενο του Κάφκα, που φέρει την “εγγύηση” του εν λόγω σκηνοθέτη. Θα επιθυμούσαμε, ωστόσο, εκείνο το στοιχείο της έκπληξης που θα έδινε το κάτι παραπάνω, που θα μπορούσε να θεωρηθεί εξέλιξη, προσφέροντας την αίσθηση διαφοροποίησης συγκριτικά με τις προηγούμενες -επίσης εξαιρετικές- δουλειές του.
Ταυτότητα παράστασης: εδώ εισιτήρια: ΕΔΩ