Είδαμε "Γλάρος" του Α. Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Δ. Καραντζά / Πέταγμα για τα ...ουράνια!

Είδαμε "Γλάρος" του Α. Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Δ. Καραντζά / Πέταγμα για τα ...ουράνια!

Tο πρώτο ανέβασμα του Γλάρου (1895), την ίδια χρονιά με τη συγγραφή του, ήταν μια καλλιτεχνική και εμπορική αποτυχία. Η επόμενη απόπειρα τρία χρόνια αργότερα από το «Θέατρο Τέχνης» της Μόσχας στέφθηκε με επιτυχία και ήταν εκείνη που καθιέρωσε τον Τσέχωφ σε κοινό και κριτική. Στην Ελλάδα το έργο πρωτοανέβηκε το 1932 από τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη.

 

Κατά δήλωση του δημιουργού το κείμενο είναι μια “κωμωδία γραμμένη σε τέσσερις πράξεις”, καθώς το ύφος κινείται ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία. Με το έργο αυτό εισάγεται η τσεχωφική τεχνική της μεταφοράς του κέντρου βάρους από τον  ήρωα-πρωταγωνιστή στην ομάδα-μικρή κοινωνία.

Εν συντομία η Αρκάντινα, μια καταξιωμένη και δημοφιλής ηθοποιός συνδέεται με τον Τριγκόριν, έναν πετυχημένο συγγραφέα. Ο γιος της, ο Τρέπλιεφ, αναζητά κάτω από τη σκιά της μητέρας του νέους τρόπους έκφρασης στο θέατρο. Παρουσιάζει το πρώτο του έργο στους ανθρώπους που επισκέπτονται το κτήμα του θείου του Σόριν. Πρωταγωνίστρια είναι η Νίνα, η αγαπημένη του. Η παράσταση καταλήγει μια άδοξη προσπάθεια. Η Νίνα θέλοντας να γίνει ηθοποιός αξιώσεων θα φύγει για τη Μόσχα, με την πρόθεση να βρίσκεται ταυτόχρονα κοντά στον εραστή της Τριγκόριν. Η επιδείνωση της υγείας του Σόριν μετά από καιρό θα φέρει όλους τους παλιούς γνώριμους εκ νέου στην εξοχή. Εκεί θα ανταμωθούν και πάλι ο Τρέπλιεφ και η Νίνα, μια συνάντηση που θα αποδειχθεί μοιραία και καθοριστική για την έκβαση της ζωής τους.

 

Ο Γλάρος θεωρείται το πλέον αυτοβιογραφικό θεατρικό έργο του Τσέχωφ. Σε αυτό διακρίνονται οι σκέψεις του για την τέχνη, την επαναληψιμότητα που την διακατέχει, την αγωνία για την αναζήτηση νέων μορφών. Ο Τσέχωφ όταν έπλαθε τον "διαφορετικό" Τρέπλιεφ και τις αποτυχημένες του προσπάθειες να καινοτομήσει στην ουσία αυτοσαρκάζεται, θεωρώντας ότι δεν κατάφερε να δικαιώσει μια νέα ματιά πάνω στην τέχνη. Στο κείμενό του αντικατοπτρίζεται κατά κύριο λόγο η ανάγκη αλλαγής στο κατεστημένο του θεάτρου. Ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση του Άγγλου δραματουργού Πρίστλι ότι ο Τσέχωφ κατανέμει την ίδια του την προσωπικότητα ανάμεσα σε τρεις ήρωες: «Τον Τριγκόριν, έναν δημοφιλή συγγραφέα-λογοτέχνη, γεγονός το οποίο όμως τον έχει κουράσει, τον Τρέπλιεφ, ο οποίος αγωνίζεται -όπως και ο ίδιος-  για νέους τρόπους έκφρασης και τον γιατρό Ντορν, που δείχνει συμπάθεια στις αναζητήσεις του Τρέπλιεφ, στην αλλαγή δηλαδή, απορρίπτοντας ό,τι το παραδοσιακό».

 

Το κύριο ενδιαφέρον κάθε φορά σε μια δουλειά του Δημήτρη Καραντζά είναι να διαπιστώσουμε το φρέσκο της σύλληψής της, εν προκειμένω να δούμε τι νέο θα μπορούσε να προκύψει από μια ακόμα ανάγνωση ενός κλασικού, πολυανεβασμένου κειμένου. Ούτε και αυτή τη φορά διαψευστήκαμε. Εύστοχη η επιλογή της μετάφρασης της Ξένιας Καλογεροπούλου, γήινη και ρέουσα, καταφέρνει να μεταδώσει με σαφήνεια τα νοήματα, βάσει των οποίων στη συνέχεια θα αναζητηθούν και οι συμβολισμοί. 

Ο Τσέχωφ στο κείμενό του εκφράζει τη γενικότερη άποψή του για την ζωή και την αισθητική, παραθέτοντάς τη με επίκεντρο τον κόσμο της τέχνης, χρίζοντας ήρωές του καλλιτέχνες, καταξιωμένους ή και επίδοξους. Είναι ένα έργο για τη νεότερη γενιά -σκηνικά για τους νεαρούς καλλιτέχνες-, που διεκδικεί τη θέση της έναντι στη μεγαλύτερη, που αγωνιά να διατηρήσει τα κεκτημένα της (Να με θυμάστε, να με θυμάστε, φωνάζει με καημό η συνταρακτική Θεοδώρα Τζήμου -Αρκάντινα-, καθώς αποχωρεί). Αυτήν την προσέγγιση της ολότητας επέλεξε και ο Καραντζάς, μη περιοριζόμενος σε μια απλή και επιφανειακή ανάγνωση της ιστορίας. Η λίμνη του έργου γίνεται ο κόσμος της τέχνης, αλλά πάει και ακόμα παραπέρα, γίνεται ο κόσμος όλος. Δεν είναι η -τυπική- υπόθεση αυτό που προέχει, όσο η εμβάθυνση σε αυτήν, η ανακάλυψη των συμβολισμών και των νοημάτων της. Απασχολεί η εστίαση στους χαρακτήρες και στον ψυχισμό τους, καθώς ο καθένας ανήκει σε έναν διαφορετικό κόσμο, προβάλλοντας ένα δικό του “αίτημα” αλλαγής. Και πώς το πετυχαίνει αυτό; Κατά κύριο λόγο βάζοντας τους ήρωες στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης να δρουν εκτός της σκηνής, πέρα από τον συμβατικό και αναμενόμενο χώρο, ανάμεσα στις κερκίδες των θεατών. Με αυτόν τον τρόπο τους γνωρίζουμε αμεσότερα, τους έχουμε δίπλα μας, τους επεξεργαζόμαστε, τους σκεφτόμαστε, μας γίνονται οικείοι, ίσως και κομμάτι του εαυτού μας. Το σύνθημα για αλλαγή -η κατάργηση των ορίων μεταξύ σκηνής και πλατείας είναι η πρώτη ένδειξη-  διαπνέει τη συνολική οπτική της παράστασης. Όλοι οι ήρωες την αποζητούν, ψάχνοντας με τρόπο βασανιστικό, ακόμα και οδυνηρό, το αληθινό νόημα της ζωής και του σκοπού της ύπαρξης. Διεκδικούν ευθέως νέες δυνατότητες και ελευθερίες, που συγκρούονται με το κατεστημένο (ο Τρέπλιεφ στις νέες θεατρικές φόρμες, ο Τριγκόριν στον απαγορευμένο έρωτα, η Νίνα σε μια λαμπρή καριέρα δια μέσω ενός εραστή, άλλη ηρωίδα στο σνιφάρισμα), ωστόσο εκείνες -καλώς ή κακώς- είναι που οδηγούν στην ευτυχία. Στον Γλάρο οι ήρωες φαίνονται να διατηρούν την πίστη τους και την ελπίδα στο αλλιώτικο -φαινομενικά καλύτερο- μέλλον. Εξαίρεση είναι ο Τρέπλιεφ που αυτοκτονεί, μη μπορώντας να διαχειριστεί το παρόν, την εκ νέου απόρριψη από τη Νίνα. Είναι πραγματικά ενδιαφέρων και ευφυής ο τρόπος που θα παρουσιαστεί αυτή η συντριβή, αναγόμενη στον γενικότερο συμβολισμό της. Το σκηνικό αποθήκης (Κωνσταντίνος Σκουρλέτης) που υπήρχε μέχρι πριν -εντός κλίματος και οπτικής, παραπέμποντας σε χώρο που στοιβάζονται τα παλιά για να δώσουν τη θέση τους στα νέα, κάπως όμως ακατάστατα, γιατί η "πάλη" ανάμεσά τους καλά κρατεί- δίνει τη θέση του σε μια τυπική σκηνή των χρόνων του Τσέχωφ, με τα λιγοστά έπιπλα εποχής και την τελευταία πράξη του δράματος να διεξάγεται σε αυτήν. Μοιάζει σαν “ομολογία” του Τσέχωφ, που επιφανειακά βάζει τον ήρωά του να αυτοκτονεί, εμείς όμως "ακούμε" τη δική του “φωνή” να λέει «πόθησα την αλλαγή, δεν τα κατάφερα όμως, συμβιβάστηκα». Αρωγοί στέκονται οι σπουδαίες ερμηνείες των Αινεία Τσιαμάτη (Τρέπλιεφ), Μανώλη Μαυροματάκη (Τριγκόριν), Δήμητρας Βλαγκοπούλου (Νίνα), Δρόσου Σκώτη (Σόριν), Νατάσας Εξηνταβελώνη (Μάσα), Φιντέλ Ταλαμπούκα (γιατρός Ντορν), Μαρίας Φιλίνη (Πωλίνα), Γιώργου Ζυγούρη (δάσκαλος), άψογες και δουλεμένες στην εντέλεια. Ανάμεσα σε αυτές θα μπορούσε κανείς να σταθεί στο μεγαλειώδες της Θεοδώρας Τζήμου (Αρκάντινα), οι στιγμές της έκρηξής της στο δημιούργημα του γιου της, το μπρίο στον χορό, η αγωνία της να τη θυμούνται, είναι τόσο ηχηρές, σε έναν χαρακτήρα που προκρίνεται στην παρούσα προσέγγιση. Αξιόλογα και ταιριαστά τα κουστούμια της Ιωάννας Τσάμη, με βάση το κλασικό και τις πινελιές από το μοντέρνο, συμπλέουν και αυτά με την “πάλη” νέου και παλιού. Ενδεχομένως μεγαλύτερη μουσική υποστήριξη θα βοηθούσε περισσότερο στη δημιουργία ατμόσφαιρας, όπως συνέβη με τους φωτισμούς του Δημήτρη Κασιμάτη.

 

Σύνολο: Παράσταση που ανταποκρίθηκε στις -υψηλές- προσδοκίες μας. Αν και είχαμε την περίπτωση μιας κλασικής βάσης, χωρίς αυτή να προδίδεται, φύγαμε με την αίσθηση ότι είδαμε κάτι φρέσκο και συνάμα ουσιώδες. Και αυτό είναι αποτέλεσμα μιας ολοκληρωμένης, εξέχουσας πρότασης, ενός σπουδαίου επιτεύγματος.  

 

*Priestley J. B., Anton Chekhov, International Textbook, London 1970.
 

 

Ταυτότητα παράστασης: εδώ

 

Εισιτήρια: ΕΔΩ

 

 

 

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.