Είδαμε: "Εκάβη” του Ευριπίδη- Στη σκιά της Πολιτείας", σε σκηνοθεσία Στ. Λιβαθινού // Θυμός & εκδίκηση έναντι της τραγικότητας
2026-07-01
Η Εκάβη, η τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης και διδάχθηκε το 427 π.Χ., μαζί με την Ανδρομάχη και τις Τρωάδες, συνθέτουν το τρίπτυχο των ευριπίδειων τραγωδιών που θέτουν τις συνέπειες του Τρωικού πολέμου από την πλευρά των ηττημένων. Η συγκεκριμένη τραγωδία λαμβάνει χώρα στο στρατόπεδο των Αχαιών στα παράλια της Θράκης, αμέσως μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Κεντρικό πρόσωπο είναι η αιχμάλωτη βασίλισσα της κατεστραμμένης Τροίας, που εμφανίζεται στο πρώτο μέρος του έργου να πενθεί για την επικείμενη θυσία της κόρης της Πολυξένης και στο δεύτερο μέρος να τυφλώνει τον βασιλιά της Θράκης, Πολυμήστορα, παίρνοντας εκδίκηση για τον θάνατο του γιου της Πολύδωρου.
Το κείμενο δεν διαθέτει έναν ενιαίο μύθο βάσει του οποίου χτίζεται μια τραγική ιστορία. Αντίθετα, παρακολουθούμε δύο διακριτές ιστορίες, όπου η καθεμία θα μπορούσε να αποτελέσει μια αυτόνομη τραγωδία. Συνδετικός κρίκος είναι το κεντρικό πρόσωπο σε αμφότερες, η έκπτωτη βασίλισσα της Τροίας. Η αδιάλειπτη παρουσία της στη σκηνή υποδηλώνει ότι πέρα των “γενικότερων” θεμάτων -πόλεμος, προσφυγιά, ελευθερία, σκλαβιά- κατά κύριο λόγο πρόκειται για μια ιστορία προσωπική, της μητέρας που πενθεί, όχι για τη δική της μοίρα, αλλά για τον χαμό των παιδιών της.
Σε αυτόν τον θεματικό πυρήνα στάθηκε και η δουλειά του Στάθη Λιβαθινού. Στη δική του πρόταση η δίπτυχη δομή του έργου εξελίσσεται σε δύο επίπεδα, γύρω (ή και πάνω) από ένα μοναστηριακό τραπέζι που είναι τοποθετημένο στο πάνω μέρος της σκηνής και στο χαμηλότερο επίπεδο, που είναι ολότελα άδειο από αντικείμενα. Στο πρώτο συναντάμε τους άντρες, Έλληνες νικητές του Τρωικού Πολέμου (Οδυσσέας, Αγαμέμνονας κ.ά.), ψηλά τοποθετημένοι αντίστοιχα σαν το βάθρο της νίκης. Από εκεί καθορίζουν τις τύχες των υπόδουλων πια κατοίκων της Τροίας, με τρόπο σχεδόν αλαζονικό, χωρίς οίκτο και συμπόνοια, αδιαφορώντας ακόμα και αν πρόκειται για την ικεσία μιας μάνας, που εν προκειμένω είναι η πρώην βασίλισσα. Στο δεύτερο δεσπόζει η φιγούρα της Εκάβης (αρχικά και με την κόρη της), εκείνης που κάποτε είχε τα πάντα, τώρα ο κενός χώρος θα γεμίσει με τα κουφάρια των παιδιών της.
Στη λιτή, διόλου, ωστόσο, απλοϊκή του εκδοχή ο Λιβαθινός επιλέγει να μιλήσει για τα θέματα του δικαίου, του αδίκου, του ευμετάβολου των δύο εννοιών με τρόπο πρωτίστως συμβολικό. Χρησιμοποιώντας μοτίβα από τον Πλάτωνα (Μύθος του Σπηλαίου), αλλά και τον Σαίξπηρ υποφωτίζει τις δύο έννοιες, παρουσιάζοντας τους ήρωες του να φορούν μάσκες -βασικό στοιχείο της αλλαγής-, υποδηλώνοντας την ευκολία που συχνά και κατά τα συμφέροντα οι παραπάνω έννοιες αναπροσαρμόζονται και ανάλογα με τις συνθήκες αλλάζουν περιεχόμενο. Αυτό δεν είναι απόρροια του πραγματικού εαυτού, αλλά εκείνου που τεχνηέντως παρουσιάζεται στους άλλους. Οι νεκροί ως σκιές και φαντάσματα επιστρέφουν αλλά δεν οδηγούν την Εκάβη στο φως, σε ένα άλλο επίπεδο, “ιδανικό”, αλλά τη βυθίζουν στο σκοτάδι, στα ενστικτώδη μύχια, εκεί που κυριαρχεί η εκδίκηση. Είναι η μόνη, εξάλλου, που δεν φοράει μάσκα, δεν προσποιείται, θα ξεγυμνώνει την ανθρώπινη φύση σε όλο το μεγαλείο, δεν θα συγκρατήσει τα κατώτερα ένστικτα, θα τα αφήσει να αναδυθούν και να ξεδιπλωθούν πλήρως. Έχουμε γυμνή και απροκάλυπτη την εικόνα ενός “πραγματικού” εαυτού.
Ασφαλώς η ιδέα της καθολικής χρήσης μάσκας (στην αρχαιότητα ήταν ζήτημα πρακτικό, καθότι τρεις μόνο άρρενες ηθοποιοί έπαιζαν όλους τους ρόλους) επιφέρει και έναν δικαιολογημένο αντίλογο, καθώς οι εκφράσεις του προσώπου, το βλέμμα είναι πρωταρχικά στοιχεία της συναισθηματικής εκδήλωσης, της έντασης, της οργής, της ηρεμίας. Στην περίσταση η δύναμη που απορρέει από αυτά ήταν αποκλειστικό αποτέλεσμα της κίνησης και τη φωνής, στερώντας από τη συγκίνηση και βέβαια την τραγικότητα.
Η Μαρία Σαββίδου ήταν μια Εκάβη πληθωρική, που όσο περνούσε η ώρα έμπαινε βαθύτερα στον ρόλο, για να γίνει τελικά επιβλητική, δεσπόζουσα στη σκηνή, θυμωμένη, μαινόμενη και εκδικητική, λιγότερο όμως συντετριμμένη και συγκινητική ως θρηνούσα μητέρα. Καλά δουλεμένες και εντός του γενικού πλαισίου οι ερμηνείες των Νίκου Καρδώνη – Ταλθύβιος, Αρη Τρουπάκη – Αγαμέμνων, Αντώνη Γιαννακού – Πολύδωρος, Γιώργου Δάμπαση – Οδυσσέας, Νέστωρος Κοψιδά – Πολυμήστωρ. Η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου – Πολυξένη ήταν λιγότερο πειστική ως κόρη που θυσιάζεται, επιτηδευμένα τραγική, δεν ενέπνεε συγκίνηση για τον επικείμενο χαμό της. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες οι ερμηνείες του πενταμελούς Χορού των κοριτσιών, που σκηνικά ήταν τοποθετημένες στο μεταίχμιο των δύο επιπέδων, θυμίζοντας παραμυθένιες νεράιδες αλλά και σύγχρονες πρόσφυγες (Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη, Βιργινία Ταμπαροπούλλου). Στα συν η αισθαντική μουσική του Θοδωρή Αμπαζή, που συμπορεύτηκε με τη σκηνική δράση και τα ταιριαστά κοστούμια της Ελένη Μανωλοπούλου.
* Η παράσταση παρουσιάστηκε στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου στο Ηρώδειο στις 25 και 26 Ιουνίου.
Ταυτότητα παράστασης: εδώ