Είδαμε: "Άλκηστις" του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Δ. Καραντζά // Ευφυής σύλληψη και χαμένη ευκαιρία

Είδαμε: "Άλκηστις" του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Δ. Καραντζά // Ευφυής σύλληψη και χαμένη ευκαιρία

Ο Ευριπίδης παρουσίασε την Άλκηστη στα Μεγάλα Διονύσια την άνοιξη του 438 π.Χ.. Το έργο αποτελούσε το τέταρτο δράμα της τετραλογίας του (Κρήσσες, Αλκμέων διά Ψήφου, Τήλεφον), μια θέση που συνήθως συμπληρωνόταν από ένα σατυρικό δράμα και αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί μια σημαίνουσα ένδειξη για το είδος του συγκεκριμένου κειμένου. Ωστόσο, στην Υπόθεση* (ένα από τα συνήθη, πληροφοριακά σχετικά με την παράσταση, σημειώματα, που προτάσσονταν στη χειρόγραφη παράδοση των δραμάτων) γίνεται λόγος για μια «περίπου τραγωδία, με κάπως κωμική έκβαση», ίσως και αναμενόμενο από τον ανατρεπτικό Ευριπίδη, που δεν θα δίσταζε να αλλάξει την παραδοσιακή φόρμα συμμετοχής στους δραματικούς αγώνες (τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα) -σημειώνεται ότι με την παρούσα τετραλογία κέρδισε το δεύτερο βραβείο-. Μελετητές** καταλήγουν στον χαρακτηρισμό «τραγικωμωδία», κάτι που μοιάζει αλλά δεν είναι καθαρό σατυρικό δράμα.

 

Στον πυρήνα της πλοκής βρίσκεται η Άλκηστη, σύζυγος του Άδμητου, βασιλιά των Φερών. Όταν ο Άδμητος, ουσιαστικός πρωταγωνιστής του έργου, καθώς η δράση επικεντρώνεται στις αντιδράσεις και τα συναισθήματά του στα συμβάντα που προκύπτουν -κατά άποψη μάλιστα μελετητών του Ευριπίδη το έργο εύλογα θα μπορούσε να τιτλοφορείται με το όνομά του-, έρχεται αντιμέτωπος με τον πρόωρο θάνατο, η Άλκηστη δέχεται να θυσιαστεί και να πεθάνει στη θέση του. Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη διαδραματίζει ο Ηρακλής, ο οποίος θέλοντας να ανταποδώσει για τη φιλοξενία που του προσέφερε ο Άδμητος, επαναφέρει την Άλκηστη στη ζωή και την παραδίδει στον σύζυγό της. Η παρουσία του Ηρακλή εισάγει στοιχεία αισιοδοξίας και αποκατάστασης, αποτελώντας ταυτόχρονα άλλη μια πρωτοποριακή ιδέα του Ευριπίδη: η λυτρωτική κατάληξη δεν έρχεται από έναν από μηχανής θεό αλλά από έναν ήρωα-θνητό. Η πράξη της Άλκηστης παρουσιάζεται ως ύψιστη έκφραση αγάπης και αφοσίωσης, θυμίζοντας εκείνη της ομηρικής Πηνελόπης, αλλά ταυτόχρονα γεννά ερωτήματα γύρω από τα όρια της ηθικής ευθύνης και της ανθρώπινης επιλογής, παρόμοια με εκείνα που απασχολούσαν έντονα τους «αιρετικούς» σοφιστές, πολλές από τις νεωτεριστικές απόψειις των οποίων  ασπάστηκε και ο Ευριπίδης.

 

Η Άλκηστη ξεχωρίζει για τον συνδυασμό τραγικών και ηπιότερων δραματικών στοιχείων, ως και κωμικών, καθώς και για τη σύνθετη απεικόνιση του ανθρώπινου ψυχισμού. Ο Ευριπίδης δεν παρουσιάζει εξιδανικευμένους τους ήρωές του, αλλά  με τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις και τις ηθικές τους δοκιμασίες. Το πλαίσιο αυτό θέλησε να διατηρήσει και στη δική του προσέγγιση του ο Δημήτρης Καραντζάς, που, όπως πολλές φορές έχουμε αναφέρει, κάθε δουλειά του αποτελεί μια φρέσκια πρόταση-κατάθεση στη δραματουργική απεικόνιση. Ο Θάνατος υπεράνω όλων και στην περίπτωσή μας γίνεται αντιληπτό από την πρώτη στιγμή: μπροστά μας ένα κεκλιμένο επίπεδο -επάνω του θα διαδραματιστούν όλα σαν ένα παιχνίδι ισορροπίας-, που καταλήγει στην πύλη του Άδη. Εκεί καρτερά εκείνος(η), αγέρωχος, κυρίαρχος, ασφαλώς μαυροντυμένος. Στα χέρια του κρατά νήματα που συνδέουν τους δύο κόσμους και μοιάζει σαν να κινεί τους θνητούς-μαριονέτες. Τι ευφάνταστη εικόνα! Το παιχνίδι ζωής και θανάτου, το δυσδιάκριτο ανάμεσά τους όριο συνεχίζεται: οι ηθοποιοί μπαινοβγαίνουν από τις τρύπες του επικλινούς δαπέδου, συμβολίζοντας προφανώς το ευμετάβολο της ύπαρξης.

 

Η Ηρώ Μπέζου (Άλκηστη) παρά τη σύντομη σκηνική της παρουσία, απέδωσε σπουδαία την αυτοθυσία, την αγωνία μπροστά στον θάνατο αλλά και για την τύχη του συζύγου και τέκνων της μετά από αυτόν (αν και απευθύνεται επανειλημμένως στα παιδιά της σκηνικά δεν εμφανίζονται κάπως). Παρουσιάζεται με φυσικότητα μπροστά στο αδιέξοδο. Αντίθετα, ο Γιάννης Νιάρρος (Άδμητος) δεν έπεισε ως αντιφατική περσόνα του τραγικού κατά κύριο λόγο βασιλιά. Με μονοδιάστατη ερμηνεία, διατηρώντας τον ίδιο τόνο φωνής, είτε όταν αποχαιρετά την Άλκηστη και στη συνέχεια θρηνεί, είτε όταν συνομιλεί με τον Ηρακλή και τον πατέρα του -εκεί υπήρξαν αναλαμπές-, είτε όταν στο τέλος υποδέχεται ξανά τη γυναίκα του παρουσίασε έναν χαρακτήρα άψυχο, άχρωμο, χωρίς την αντίστοιχη για την κάθε περίσταση συναίσθηση και το ανάλογο συναίσθημα. Και καθότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ρόλος του Άδμητου εν προκειμένω είναι ο κατεξοχήν πρωταγωνιστικός, παρών και σημαντικός, μοιραία συμπαρέσυρε και τη γενική αίσθηση. Ο Γιώργος Ζυγούρης (Ηρακλής), άψογος, ήταν αυτός που κατά κύριο λόγο ανέδειξε τη κωμική χροιά του έργου. Εύπλαστος, αλαφροΐσκιωτος αρχικά, με το ακορντεόν στην πλάτη, ορέγεται τη φιλοξενία του Άδμητου, στη συνέχεια αποφασισμένος να την ξεπληρώσει γίνεται ο δυναμικός ήρωας που θα επιστρέψει με λάφυρο-δώρο τη γυναίκα εκείνου. Ο Κωσταντίνος Αβαρικιώτης, μια επίσης υφέρπουσα κωμική νότα με κάποιες περιττές εξάρσεις, ήταν ο αλαζόνας Φέρης, ο σκληρός πατέρας-εκδικητής που ταπεινώνεται από τον γιο του. Η Δήμητρα Βλαγκοπούλου και ο Αινείας Τσαμάτης, υπηρέτρια και υπηρέτης αντίστοιχα, ήταν οι πιο συναισθηματικοί, οι πιο άμεσοι, εκείνοι που θωρούν καθαρά και λογικά, με ηθική περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο σε έναν κόσμο αντιφάσεων και προσποίησης. Η Θεοδώρα Τζήμου (Θάνατος), μεγαλοπρεπής, επιβλητική, συνεχώς παρούσα στην ορχήστρα -παραπέμπει στη Γουίνι από τις Ευτυχισμένες Μέρες του Μπέκετ, ή ακόμη και σε εκκεντρική εμφάνιση της Bjork- καταφέρε, ακόμα και σιωπηλή, στην άκρη της σκηνής, να τονίζει την παντοδυναμία του θανάτου. Μαζί της διαλέγεται ο Κώστας Νικούλι (Απόλλωνας), αέρινος, όμορφος και φωτεινός, σε μια αντιπαράθεση σκότους και φωτός, όχι τόσο ως αγώνας επιβολής, όσο ως κύριοι εκπρόσωποι δύο κόσμων που συνυπάρχουν. Σημαντική και ουσιαστική η παρουσία του χορού (Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος-Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος), αποτυπώνει την αγωνία και την απώλεια κυρίως με την κίνηση.

 

Το ευφάνταστο, πρωτότυπο και σαφώς εντυπωσιακό κυρτό σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη βοήθησε πολύ στην απόδοση του συμβολισμού θάνατος - ζωή (θυμίζοντας σε ορισμένους την αντίστοιχη σκάλα από το Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα του Δ. Παπαϊωάννου που οδηγούσε στον θάνατο). Αποδείχθηκε, ωστόσο, ογκώδες και δεσπόζον και δεν επέτρεψε την αντίστοιχη κατανόηση των συμπληρωματικών, γύρω από αυτό, στοιχείων (αν αναλογιστούμε την καθαρτική διάσταση του νερού στην ταφή κατά αρχαιότητα πιθανόν να ήταν κρήνες). Από τις καλύτερες δουλειές της Ιωάννας Τσάμη τα κοστούμια, απολύτως πιστά της συνδιαλλαγής του παραπάνω συμβολισμού (π.χ. η αντίθεση του ανάλαφρου λευκού του Ηρακλή που φέρει πίσω τη ζωή από το έρεβος του ολόμαυρου, κυρίαρχου Θανάτου). Στο ίδιο κλίμα και η μουσική του Παναγιώτη Μανουηλίδη, κυρίως με υπόκωφους θορύβους, που έκαναν τους δύο κόσμους -τον ορατό Πάνω και τον αόρατο Κάτω- συνοδοιπόρους.

 

 

Σύνολο: Ωραία και δουλεμένη σύλληψη, με πολλά στοιχεία πρωτοτυπίας και αρκετές καλές στιγμές, που -ενδεχομένως- θα απογειωνόταν από μια διαφορετικού τύπου ερμηνεία στον κεντρικό ρόλο. Ωστόσο, διακρίνει -και πάλι- κανείς μια ευφυή σκηνοθετική πρόταση, ακόμα και αν τελικά εκ του αποτελέσματος κυριάρχησε η πρόθεση και οι μεγαλύτερες προσδοκίες.

 

*Ευριπίδης (2008), Άλκηστις, μτφρ. Ν. Χουρμουζιάδης, Στιγμή: Αθήνα.

**Kitto H. D. F (2002), Greek Tragedy, Routledge: U.K.

 

 

 

Ταυτότητα παράστασης: εδώ                              Πρόγραμμα περιοδείας και εισιτήρια:  ΕΔΩ

 

 

 

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.