Patti Smith, M Train | Εκδόσεις Κέδρος

Patti Smith, M Train | Εκδόσεις Κέδρος

Aγαπημένη Πάτι. Μόλις τελείωσα το M Train. Δύο φορές καπάκι. Δεν γινόταν αλλιώς, δεν χορταινόταν αλλιώς. Δεκαεννιά κεφάλαια-σταθμοί, «οδικό χάρτη της ζωής σου» το είπες. Δεν πρόκειται όμως για μια νοσταλγική αναδρομή στο παρελθόν όπως το Just Kids (Πάτι & Ρόμπερτ). Το Μ Train είναι ένα ακούραστο πηγαινέλα μπρος και πίσω στο χρόνο, μέσα κι έξω στην πραγματικότητα και τα όνειρα. Στον κόσμο σου, Πάτι, που είναι φτιαγμένος από γραπτά και μουσικές και ταξίδια, αγαπημένη λογοτεχνία, μπόλικο κινηματογράφο κι αστυνομικές σειρές, αμέτρητα φλιτζάνια καφέ, σωρούς πολαρόιντς, γάτες, πολύτιμους ανθρώπους με σώμα ή μόνο πνεύμα πια.

Δεν είμαι για τα καλά παρούσα στον κόσμο, όχι στον κόσμο ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου, ούτε στην πολυστρωματική ατμόσφαιρα του μυαλού μου, αλλά στον κόσμο που είναι πραγματικός για τους άλλους.

Τα πάντα εκβάλλουν το περιεχόμενό τους στον κόσμο. Οι φωτογραφίες την ιστορία τους. Τα βιβλία τις λέξεις τους. Οι τοίχοι τους ήχους τους.

Έχω ζήσει μέσα στο δικό μου βιβλίο. Ένα βιβλίο που ποτέ δεν σχεδίαζα να γράψω, καταγράφοντας τον χρόνο προς τα μπρος αλλά και προς τα πίσω. Έχω δει το χιόνι να πέφτει μέσα στη θάλασσα κι έχω αναζητήσει τα βήματα ενός ταξιδευτή χαμένου από καιρό. Έχω ξαναζήσει στιγμές που ήταν τέλειες μέσα στη σιγουριά τους. Τον Φρεντ ενώ κούμπωνε το χακί πουκάμισο που φορούσε στις εκπαιδευτικές πτήσεις. Περιστέρια που επέστρεφαν για να φωλιάσουν στο μπαλκόνι μας. Την κόρη μου, την Τζέσε, ενώ στεκόταν μπροστά μου με απλωμένα χέρια. – Ω μαμά, μερικές φορές νιώθω σαν καινούριο δέντρο.

Αγαπώ τον τρόπο που γράφεις, Πάτι. Ρεαλιστικός, ποιητικός, ροκ. Υπέροχος συνδυασμός. Ανοίγεσαι αφοπλιστικά ελεύθερα, μοιράζεσαι αυθόρμητα το μέσα σου, τα «θραύσματα της προσωπικής σου αποκάλυψης». Σου βγαίνει τόσο φυσικά να απευθύνεσαι στο τηλεκοντρόλ, στο πάπλωμα, στο παλτό σου όσο το να παρακαλάς σπαρακτικά τους αγαπημένους σου να γυρίσουν «πίσω». Με συγκινεί η ευαισθησία, η απλότητα κι ο σεβασμός με τα οποία αισθάνεσαι και διαισθάνεσαι τον κόσμο. Πλησιάζεις τρυφερά τα πράγματα και τις καταστάσεις με τη σοφία μιας ωριμότητας σφυρηλατημένης από το χρόνο, τις εμπειρίες και τα σκληρά χτυπήματα της ζωής αλλά κυρίως τη βαθιά σου ευγνωμοσύνη για το ότι ζεις και υπάρχεις και θα το παλέψεις όσο πάρει.

Ένα απόγευμα, ενώ διέσχιζα τον δρόμο, πρόσεξα πως έκλαιγα. Δεν μπορούσα όμως να εντοπίσω την πηγή των δακρύων μου. Ένιωσα μια θερμότητα που περιείχε τα χρώματα του φθινοπώρου. Η μαύρη πέτρα στην καρδιά μου παλλόταν αθόρυβα πυρώνοντας σαν κάρβουνο σε εστία. Ποιος είναι στην καρδιά μου; Αναρωτήθηκα.

Δεν είναι κατάθλιψη, μοιάζει περισσότερο με σαγήνη της μελαγχολίας· τη στριφογυρίζω στο χέρι μου σαν να είναι ένας μικρός πλανήτης χαραγμένος από σκιές, ασύλληπτα γαλάζιος.

Λαχταράμε να μείνουμε παρόντες, ακόμη και την ώρα που τα φαντάσματα προσπαθούν να μας τραβήξουν μακριά. Η ζωή βρίσκεται στον πυθμένα των πραγμάτων και η πίστη στην επιφάνεια, ενώ η δημιουργική παρόρμηση, που κατοικεί στο κέντρο, διαπνέει τα πάντα.

Χάθηκα στις λέξεις σου, ταξίδεψα στα όνειρά σου, σε ακολούθησα ακούραστα στις διαδρομές και τα προσκυνηματικά ταξίδια σου. Με βοήθησες να στηρίξω σταθερότερα τη δυνατή μου ανάγκη να εστιάζω στο ελάχιστο, να ακούω το ένστικτο κι εκείνη την εσωτερική φωνή που εμπιστεύομαι από παιδί και με τσίγκλισες να σχεδιάσω ταξίδια. Ας μη μοιραζόμαστε τη λατρεία σου για τον καφέ και τις αστυνομικές σειρές. Ταυτίστηκα με άλλα. Με τον τρόπο που αφουγκράζεσαι τα μηνύματα-σημάδια γύρω σου, που σέβεσαι την ανυπαρξία -το mu του Ozu- όσο και την ύπαρξη. Που τιμάς την ιερότητα της ζωής ακόμη-και-κυρίως- στην απώλειά της. Είναι που θαύμασα κι εμπνεύστηκα από την αυτάρκειά και την δονκιχωτική απλότητα με την οποία σκέφτεσαι, ενεργείς, δίνεσαι. Ξέρεις, δεν ταξιδεύει ο καθένας στις φυλακές στο Σεν Λοράν της Γαλλικής Γουιάνας για να μαζέψει πετραδάκια και να τα μεταφέρει χρόνια αργότερα στον τάφο του Ζαν Ζενέ στο Μαρόκο. Ούτε ερωτεύεται ένα ετοιμόρροπο χάλασμα στην ακτή Ροκαγουέι επειδή το «Κουρδιστό Πουλί» του Μουρακάμι του ξύπνησε ένα παλιό όνειρο «να ζήσει κάπου δίπλα στη θάλασσα με έναν δικό του κακοφτιαγμένο κηπάκο».

Εδώ η χαρά, εδώ και η εγκατάλειψη. Λίγο μεσκάλ. Λίγο κωλοβάρεμα, αλλά κυρίως δουλειά. Έτσι ζω.

Το μόνο που χρειαζόταν το μυαλό μου ήταν να οδηγηθεί σε νέους σταθμούς. Το μόνο που χρειαζόταν η καρδιά μου ήταν να βρεθεί σε ένα μέρος με μεγαλύτερες καταιγίδες.

Πάντα σεβόμουν την γενιά μπητ και το δυνατό σπρώξιμο που έδωσαν στο κοινωνικό και καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Όμως -για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να προσδιορίσω- οι περισσότεροι εκπρόσωποι του κινήματος μου βγάζουν μια αλαζονεία. Εσύ όχι, Πάτι. Σε ξεχώρισα γι’αυτό. Η δική σου πανκ αλήτικη ψυχή βγάζει μια έμφυτη ευγένεια που με σκλαβώνει.

Οι εικόνες έχουν έναν τρόπο να διαλύονται και μετά να επιστρέφουν ξαφνικά, κουβαλώντας τη χαρά και τον πόνο που συνδέεται μαζί τους σαν κονσερβοκούτια που κουδουνίζουν δεμένα στον προφυλακτήρα μιας παλαιομοδίτικης κούρσας νενονύμφων.

Τα πράγματα που άγγιζα ήταν ζωντανά. Τα δάχτυλα του άντρα μου, ένα ραδίκι, ένα γδαρμένο γόνατο. Δεν με ενδιέφερε να τις κλείσω σε κάποια εικόνα. Δεν χρειάζονταν αναμνηστικά. Τώρα όμως διασχίζω τη θάλασσα με μοναδικό σκοπό να κάνω δικά μου με μια μοναδική εικόνα το ψάθινο καπέλο του Ρόμπερτ Γκρέιβς, τη γραφομηχανή του Έσσε, τα γυαλιά του Μπέκετ, το κρεβάτι του πόνου του Κιτς. Αυτό που έχω χάσει και δεν μπορώ να βρω το θυμάμαι. Αυτό που δεν μπορώ να δω επιχειρώ να το καλέσω. Δουλεύοντας με ένα νήμα από παρορμήσεις που συνορεύει με τη φώτιση.

Πάτι, το απόλαυσα το «Τρένο» σου. Το γέμισα σημειώσεις και τσακισμένες σελίδες. Είναι από τα βιβλία που -τέλεια το λες- «ο συγγραφέας μοιάζει να ενσταλάζει δύναμη στις λέξεις, καθώς ο αναγνώστης στροβιλίζεται, στύβεται και μετά απλώνεται να στεγνώσει». Δεν είναι τυχαίο ότι τελείωσα το βιβλίο ένα καλοκαιρινό σούρουπο στην παραλία της Λαμπινούς στο Πήλιο. Θα σου άρεσε το μέρος, είμαι σίγουρη. Εκεί, μετά το «στροβίλισμα» κοίταξα τη θάλασσα κι «απλώθηκα να στεγνώσω» αναγνωρίζοντας τα σημάδια. Το Μ του τίτλου, το «Κουρδιστό Πουλί» που μου κλείνει το μάτι από το ράφι κι άλλα...
Μην ανησυχείς. Το δικό σου αντίτυπο του Μουρακάμι είναι ασφαλές στην Κοιλάδα των Χαμένων Πραγμάτων. Μαζί με το μαύρο παλτό, τις κάλτσες, τη φωτογραφική σου μηχανή, τον Φρεντ, τον Τοντ… και κάτι δικές μου κάλτσες και κάτι δικά μου γενικά… Έκλεισα το βιβλίο ήρεμη. «Τα χαμένα μας αντικείμενα επιστρέφουν στα μέρη από τα οποία προήλθαν, στην απαρχή τους». Και ίσως, κάπου στην ανάποδη διαδρομή προς τα εκεί, να βρεθούμε. Να βγάλουμε φωτογραφίες, να αγκαλιαστούμε, να πλέξουμε κοτσίδες τα μαλλιά μας, να τραγουδήσουμε και να χορέψουμε ξυπόλυτες. Α και να μου μάθεις να πίνω καφέ. 

Ποτέ δεν πληρώνεις πολλά για την εσωτερική σου γαλήνη.

Μερικά πράγματα. Είπε ο καουμπόης, τα κρατάμε για τον εαυτό μας.

Σ’αγαπώ, ψιθύρισα σε όλους και σε κανέναν.
Η αγάπη δεν είναι παίξε γέλασε, τον άκουσα να λέει.

 

Patti Smith M Train
Μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κέδρος