«Καριόλικες Σκέψεις Καθημερινής Τρέλας» by Billakos

 

                                                                    Ο Μύθος Της Δευτέρας

Ξημέρωμα Κυριακής. Βρισκόμουν ανάσκελα στο κρεβάτι να παρατηρώ τους τοίχους, που τόσο άσπροι ήταν, στα όρια της τρέλας. Τις Κυριακές οι δρόμοι είναι πάντα αδειανοί με αποτέλεσμα στα νοικοκυριά να επικρατεί συνωστισμός. Ο πατέρας να προσπαθεί να διαπαιδαγωγήσει τον μικρό του γιο λέγοντας του ότι, «για να είσαι παιδί μου ελεύθερος θα πρέπει να ακολουθείς κάποιους κανόνες». Πολλές φορές σε αυτό το καρναβάλι της ζωής θα ήθελα να μεταμφιεστώ σε ταχυδρόμος, να χτυπήσω το κουδούνι, με χτύπημα βραδύ, και μόλις ανοίξει η πόρτα να παραδώσω ένα δέμα όπου, δεν θα χρειαστεί η υπογραφή παραλαβής του νοικάρη, καθώς το επαγγελματικό μου χαμόγελο θα υποδηλώνει ότι, «δεν υπάρχει πρόβλημα, είμαστε βέβαιοι για το ποιος είστε».

«Ορίστε κύριε, το δώρο σας, άρτι αφιχθέν από την Ιταλία!» «Χμμμ, τι είναι;» «Μα οι Βασικοί Νόμοι Ανθρώπινης Ηλιθιότητας του Κάρλο Κιπόλα!». Ήταν η στιγμή που η γυναίκα, ήρθε σε τόσο δύσκολη θέση που θα προτιμούσε να είμαι απόστολος του Ιεχωβά, όπου είχα έρθει για να βρω μάρτυρες, παρά ο μεταφορέας του συγκεκριμένου δέματος. Ήμουν αρκετά έξυπνος για να διαβάσω τη σκέψη της καθώς, στην αναγγελία του δώρου ενώπιον του συζύγου της, με την άκρη του ματιού μου πρόσεξα ότι έπεσε περισσότερο αλάτι απ’ ότι έπρεπε στη κατσαρόλα. Αυτές ήταν οι σκέψεις μου καθώς άκουγα τους από πάνω.

Υπήρχαν, όμως, και οι από κάτω. Φοιτητές, παλαιάς κοπής, με την εξεταστική Φεβρουαρίου να είναι προ των πυλών, εύλογα καταλαβαίνει κανείς ότι το άγχος κορυφώνεται, με το σεξ να αποτελεί τη μοναδική λύση στο τέταρτο θέμα που ήταν πάντα το πιο δύσκολο. Κατά καιρούς, υπήρχαν και κάποιοι τσακωμοί που στο τέλος κατέληγαν πάλι στην έσχατη λύση που δεν ήταν άλλη από το σεξ. Γεγονός που με έκανε να χαμογελάσω γιατί ήξερα πως ότι και να γίνει, στο τέλος, τα sos θέματα θα πέσουν. Μετά το σεξ, άνοιγε η τηλεόραση κι εκεί κατάλαβα ότι ο πιτσιρικάς δεν κάνει γλειφομούνι! Το ήξερα, ήμουν απολύτως βέβαιος, διότι, δεν μπορείς να είσαι επαναστάτης στην ερωτική σου κλίνη αφήνοντας την άναρχη γλώσσα σου να πλέει σε ένα χείμαρρο ελευθερίας όπου, μετά από αυτή την ηδονική φουρτούνα, αντιλαμβάνεσαι ότι, ευτυχώς, βγήκες ζωντανός από ‘κει μέσα, κι ύστερα για να πέσουν οι σφυγμοί της επιβίωσης ανοίγεις ένα χαζοκούτι για να κλείσεις εκεί μέσα την απόληξη των σπερμάτων σου. Άλλος ένας νέος, πολλά υποσχόμενος, που χάθηκε, πρόωρα, σε μια ψηφιακή πλατφόρμα για αληθινούς ζωντανούς νεκρούς. Φαίνεται ότι ο πιτσιρικάς έσωσε την σάρκα κι άφησε την ψυχή του να την κρίνουν οι από πάνω. Δηλαδή εγώ.

Κάθε που είναι Κυριακή η ώρα περνά γρήγορα κι έφτασε κιόλας μεσημέρι. Τα διαμερίσματα σφύζουν από ζωή και μαζί τους νιώθω να είμαι ενεργό μέλος. Σε τέτοιο βαθμό που κάποια φορά ήμουν έτοιμος να ασκήσω την πολεμική μου τέχνη στο κρεβάτι και αγχώθηκα αν είχα ρίξει δύο αντί για τρεις πρέζες αλάτι στο φαγητό. Βλέπετε μας χώριζαν μόνο κάποια εκατοστά τσιμέντου και ήθελα να τα έχω καλά με τους γείτονες. Η παράνοια τις Κυριακές στο διαμέρισμά μου καλά κρατούσε, κι αναρωτιόμουν αν μου είχε απομείνει καθόλου λογική, ώστε να σκεφτώ, «τι γυρεύω εδώ με όλους τους ευυπόληπτους, γιατί δεν είμαι στην γη των κολασμένων;»

Φόρεσα, άρον άρον, το δερμάτινο μπουφάν, ψέκασα δυο-τρεις φορές ένα πανάκριβο άρωμα, που είχα πάρει στις εκπτώσεις, στην ατμόσφαιρα και το διαπέρασα μονομιάς, δυνάμωσα λίγο το ραδιόφωνο που εκείνη την ώρα έπαιζε «kingdom of the holy sun - thoughts in my mind», μέχρι να μετρήσω τα φράγκα, έτσι ώστε, να δω μέχρι που θα φτάσουν απόψε τα όνειρά μου. Πριν τελειώσει το τραγούδι τελείωσε η οδοντόκρεμα και κάτι τέτοιες στιγμές είναι που συνωμοτεί το σύμπαν, καθώς έχεις μόνο μια επιλογή, να πείσεις τους γύρω σου ότι ζεις επικίνδυνα, όπου εκείνοι δεν ξεγελιούνται έτσι εύκολα, μιας και όπως συνηθίζουν να λένε στα κιτάπια της αλητείας «θα καταλάβουμε, καριόλη, από την ανάσα σου αν λες αλήθεια ή όχι». Είναι αλήθεια, λοιπόν, ότι το κόλπο πιάνει πάντα κι έτσι μετράω στις παρέες. Γιατί οι δυνατές προσωπικότητες, φίλε, χτίζονται από τελειωμένες οδοντόκρεμες των 1.90. Εκείνοι που πηγαίνουν για λεύκανση, πολύ απλά, δεν χρειάζεται ποτέ να εξηγούν.

Ο δρόμος για το γνωστό μπαρ ήταν μονόδρομος. Τα φράγκα που είχα στη τσέπη κι εκείνα ήταν μονόδρομος για το γνωστό μπαρ. Κι όταν δύο μονόδρομοι συναντώνται σε κοινό αδιέξοδο τότε δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι. Άλλη μια αλήθεια ήταν ότι είχα ξεχάσει να πάρω τη γαματοσύνη μου μαζί, όμως, για καλή μου τύχη οι άνεμοι έπνεαν βορειοανατολικοί, την στιγμή που εγώ περπατούσα με αντίθετη κατεύθυνση κατά μήκος του δρόμου, με αποτέλεσμα τα μαλλιά μου να πληγούν από ένα ατημέλητο μαστίγωμα του ανέμου. Με το που μπήκα στο μπαρ, το στυλ μου έδειχνε να συμβαδίζει με τους κανόνες της μόδας. Βλέπετε, ζούμε σε εποχές που όσο πιο δήθεν δείχνεις τόσο περισσότερο ελκύεις τα βλέμματα. Είναι αυτή η φαντασιακή πραγματικότητα που πιστεύει ο άλλος για σένα, ότι δηλαδή εκπέμπεις μια πνευματική ανωτερότητα που είναι τόσο γοητευτική που αναγκάζεσαι εξωτερικά να δείχνεις ηλίθιος για να μπορείς να κρατάς τις ισορροπίες μέσα σου. Η μεγαλύτερη μόδα στις μέρες μας είναι η αντικουλτούρα.

Η σκέψη μου έδινε ρέστα, κάτι που είχα αρκετό καιρό να νιώσω μιας και το τελευταίο διάστημα ζούσα με δανεικά. Χαιρέτησα τον μπάρμαν με τα μάτια. Στα μάτια των πολλών φάνηκα αλήτης. Εγώ κι αυτός όμως γνωρίζαμε ότι αν ανοίγαμε τα στόματά μας, εκείνος θα ζητούσε τα οφειλόμενα ενώ εγώ θα του έλεγα «βάλε μου άλλο ένα να σου πω τι έπαθα».

Κατά βάθος, υπήρχε αλληλοεκτίμηση με το να μη μιλάμε μεταξύ μας. Βρήκα τη θέση που μου αναλογούσε, παρήγγειλα ποτό, άναψα τσιγάρο και σκέφτηκα ότι είμαι πάλι έξω στους δρόμους, ζωντανός, έτοιμος να διεκδικήσω εκείνο που θα με κάνει να ξεφύγω από τις Κυριακές. Τζίφος. Είχα νεύρα. Πήρα και δεύτερο ποτό. Στο τρίτο ποτό, η σκέψη μου μαλάκωσε, οι αισθήσεις της γεύσης και της ακοής αυξήθηκαν με ταυτόχρονη μείωση της όρασης. Κάτι αρχίζει να γίνεται, σκέφτηκα. Μια γυναικεία παρέα χαχάνιζε από πίσω μου, κι ένας άνθρωπος των γραμμάτων αντιλαμβάνεται ότι όταν οι γυναίκες βγαίνουν μόνες και γελάνε δυνατά τότε ξέρεις ότι καμιά τους δεν περνά καλά. Βέβαια, τα γράμματα για κάποιον μπορεί να τελειώνουν στο γυμνάσιο. Ανάλογα με τις φιλοδοξίες, σκέφτηκα για να τονώσω αυτό το γνωμικό.

Έστριψα το βλέμμα μου προς αυτό το παρεάκι οιστρογόνων, ήξερα ότι δεν είχα ελπίδα σε αυτόν τον ορμονικό πόλεμο, ωστόσο, κρατούσα το μυστικό της οργόνης στα χείλη μου, οπότε, δεν είχα τίποτα να χάσω. “Καλησπέρα”, είπα στην πιο άσχημη και το εννοούσα. Το άσχημη βέβαια, τρόπον τινά, άλλωστε, εκείνο που κοιτάζω στις γυναίκες είναι μέχρι πόσο μπροστά μπορούν εκείνες να δουν.  “Καλησπέρα” μου αποκρίθηκε κι αμέσως κόπασε το γέλιο της, που τόσο ξένα φάνηκαν τα γέλια των άλλων κοριτσιών που στο τέλος τα θεώρησε ενοχλητικά.

-Έρχεσαι συχνά εδώ; ρώτησα. 

-Όταν με παρασέρνει η παρέα. Γενικά δεν πολυβγαίνω.

-Δεν αντέχεις κι εσύ τις Κυριακές;

-Όχι, μια χαρά είναι. Δεν δουλεύω κιόλας.

-Γι’ αυτό δεν αντέχονται

-Μα καλά, τόσο εργασιομανής είσαι;

-Δεν έχω καλή μόνωση, είπα, με το τέταρτο ποτό να έρχεται κερασμένο από τον μπάρμαν. Αυτή τη φορά διάβασε τα χείλη μου. Λίγα φράγκα παραπάνω να είχα και θα είμασταν κολλητάρια με αυτόν τον τύπο.

-Περίεργα τα λες, εξού και τα μαλλιά σου. Είναι σα να στα έχει παρασύρει ο άνεμος

-Όχι ήρθα με ταξί. Τα μαλλιά μου είναι έτσι γιατί έχω φρίξει με την πραγματικότητα. Στο βαθύ βάθος δηλώνουν άρνηση

-Χαχαχαχα, εχεις χιούμορ

-Έχω και μια βιβλιοθήκη αρκετά μεγάλη

-Πόσο μεγάλη;

Η απάντηση της με έκανε να σκεφτώ ότι το κορίτσι αυτό έχει εντρυφήσει στον Ρεμπώ με αποτέλεσμα να παίζει τους συμβολισμούς με τις άκρες των δακτύλων της. Ωστόσο, μου φάνηκε μικρή για κάτι τέτοιο, γι’ αυτό και δεν πήγα με τα νερά της. Της είπα την αλήθεια:

-Κοίτα, δεν είναι τόσο μεγάλη αλλά αξίζει να την δεις

Εκείνη, ίσως, δεν κατάλαβε ότι το εννοούσα και αποκρίθηκε ευθύς, σαν να περίμενε τι θα πω.

-Φυσικά και θα την δω. Τα μικρά πράγματα έχουν σημασία στη ζωή, με το καλαμάκι να είναι δαγκωμένο σε χίλιες μεριές από το τζιν τόνικ.

Πληρώσαμε - δηλαδή πλήρωσε - και φύγαμε για το διαμέρισμά μου, όπου σε όλη την διαδρομή σκεφτόμουν αν κατάλαβε πραγματικά ότι δεν υπήρχε καμιά αλληγορία όσον αφορά την βιβλιοθήκη μου. Ήταν όντως μικρή. Σε κάποια στιγμή, διέκοψε τη σκέψη μου, έβαλε το χέρι της μέσα στο παντελόνι μου και μου ‘πιασε τ’ αρχίδια. Πλησίασε τα χείλη της πιο κοντά στα δικά μου για να καταλάβω καλύτερα αυτό που πρόκειται ν’ ακούσω, «Άκου να δεις, τις νύχτες εγώ βγαίνω για να δω αν τα βιβλία λένε την αλήθεια».

Δεν θα το αρνηθώ. Καύλωσα. Δεν παρέλειψα όμως να σκεφτώ κι άλλη μια ενδεχόμενη, καριόλικη, ψυχή, που θα στέκει αποσβολωμένος στο απέναντι από το δικό μου διαμέρισμα, μόνος, δίχως τροφή, δίχως συντροφιά, δίχως βιβλία, όπου γι’ αυτό θα υποφέρει περισσότερο, προσπαθώντας να εξηγήσει το παράλογο μέσα του. Σα να τον βλέπω να ουρλιάζει στους τοίχους «Πως είναι δυνατόν, οι από πάνω να κάνουν οικογένειες και να συνεχίζεται η κληρονομιά των ηλιθίων, οι από κάτω να ανταλλάσσουν υγρά χωρίς ο άρρεν να διαπράττει γλειφομούνι, και, πως διάολο ο απέναντι ξέρει τόσα πολλά χωρίς καν να έχει ανοίξει βιβλίο»... 

 

Βασίλης Σερβετάς

subscribe

Συμπληρώστε το email σας για να γίνετε συνδρομητής στο deBόp. Το email σας θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το deBόp και μόνο για την αποστολή της εβδομαδιαίας agenda και περιοδικών newsletter ευρύτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Καταχωρώντας εδώ το email σας, αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου μας.