«Καριόλικες Σκέψεις Καθημερινής Τρέλας» by Billakos

 

                                                Στο Παρίσι με 2,92 ευρώ την ώρα

Βρεθήκαμε στο Παρίσι εντελώς τυχαία. Ήταν η περίοδος που στην Αθήνα δουλεύαμε για 2,92 ευρώ την ώρα για μια μεγάλη πολυεθνική κινητής τηλεφωνίας, η οποία είχε ανάγκη από υπαλλήλους με μικρές φιλοδοξίες. Εντάξει, η φιλοδοξία δεν ήταν ποτέ στα φόρτε μου, εγώ, λίγα παραπάνω φράγκα ζητούσα, μονάχα για να καλύψω τις διατροφικές μου συνήθειες. Το μενού περιελάμβανε γυναικεία σάρκα, τουλάχιστον τέσσερις φορές την εβδομάδα, δύο γεύματα κυρίως, κατά προτίμηση πρωί βράδυ, και τις υπόλοιπες τρεις μέρες στην αναζήτηση αυτής. Βλέπετε, ο χαμηλός μισθός δεν μου επέτρεπε να προγραμματίσω το μηνιαίο διατροφολόγιο, κι έτσι, αναγκαζόμουν να λέω ψέματα στα κορίτσια, δανειζόμενος μια φράση του Βούδα που έλεγε «ποτέ μην κάθεσαι με την ίδια γυναίκα πάνω από τρεις μέρες, η ελευθερία του πνεύματος δεσμεύεται με την επανάληψη». Στο άκουσμα της φράσης οι περισσότερες κουνούσαν συγκατανευτικά το κεφάλι, όπου έπαιρναν πρωτοβουλία συμπληρώνοντας «ναι το έχω ακούσει». Εντάξει, δεν τις κατηγορώ, να γαμηθούν ήθελαν, αλλά όση σχέση έχει η παραπάνω φράση με τον Βούδα τόση σχέση είχα κι εγώ με την φιλοδοξία.

Το κορίτσι εκείνο, όμως, δεν έπαιρνε από φιλοσοφία, καθώς δουλεύαμε στον ίδιο χώρο, με αποτέλεσμα να σταματήσω να κάνω τον κονιόρδο της εθνικής βιβλιοθήκης. Φιληθήκαμε για πρώτη φορά στο πεντάλεπτο διάλειμμα του τετραώρου πίσω από τα τηλέφωνα και μόλις επιστρέψαμε για να συμπληρώσουμε το οκτάωρο, επιδοθήκαμε σε ένα κρεσέντο ψεμάτων με τους εκάστοτε πελάτες, ρίχνοντας κλεφτές ματιές ο ένας στον άλλον. Πιάσαμε το στόχο της εβδομάδας που ζητούσε η εταιρεία με αποτέλεσμα να κερδίσουμε με την αξία του έρωτά μας κουπόνια σίτισης, ώστε, να δειπνήσουμε στο γειτονικό μπεργκεράδικο της γειτονιάς. Γιατί έτσι είναι οι σύγχρονες εταιρείες, φροντίζουν να γνωρίζουν από πριν που επρόκειτο να σκορπούσες τα λεφτά σου σε μια υποτιθέμενη αύξηση των αποδοχών σου.

Το ίδιο βράδυ, καθίσαμε να φάμε τα μπεργκερ, κι εκεί που αφήναμε τη σάλτσα να κατηφορίσει από το κάτω χείλος στο σαγόνι μας, χρησιμοποιούσαμε ο ένας τη γλώσσα του άλλου για χαρτοπετσέτα μας. Ξαφνικά, από τα ηχεία ακούστηκε ο υπάλληλος να λέει ότι σήμερα γίνεται η κλήρωση για το μεγάλο δώρο του καταστήματος, όπου δεν ήταν άλλο από ένα ταξίδι δύο ατόμων στο Παρίσι! Ο υπάλληλος αναφώνησε το τυχερό νούμερο, με τον αριθμό να δηλώνει τη σειρά αναμονής που είχε η απόδειξη του πελάτη μέχρι να έρθουν τα λιπαρά. Το 32 είπε ο καριόλης, με το κορίτσι μου να έχει το 31, όπου εγώ περίμενα -σαν μαλάκας νόμιζα- μετά από αυτήν.

Προσγειωθήκαμε στο Σαρλ ντε Γκωλ, ένα αεροδρόμιο που σου έδινε την εντύπωση ότι ήταν χτισμένο στα προάστια ενός κομμουνιστικού διαστήματος. «Έχει επηρεαστεί από τον γκωλισμό», είπε το μωρό μου, κι εγώ αμέσως της έδωσα ένα ανεπαίσθητο φιλάκι λέγοντάς της ότι αυτό ήταν πολιτική προέκταση και όχι αρχιτεκτονική κτιρίων. Ανταπέδωσε με ένα ανεπα'ισθητο χαστουκάκι συμπληρώνοντας, «βούλωσέ το νάρκισσε». Εκείνη την ώρα μου σηκώθηκε λίγο, αλλά είχαμε δρόμο μπροστά μας.

Ο συρμός του τρένου έσυρε τα κορμιά μας μέχρι το Σαρλ ντε Γκολ Ετουάλ. Η αλήθεια είναι ότι αισθανόμουν κάπως ασφαλής να βρίσκομαι εντός των υπογείων αλλά το ταξίδι δεν προοριζόταν μοναχά για μένα. Ανεβήκαμε τις σκάλες αντικρίζοντας την αψίδα του θριάμβου με το ξενοδοχείο να στεγάζεται στο 16ο διαμέρισμα του Παρισιού. Για να μείνει κανείς εκεί θα πρέπει το βιογραφικό του να αποτελείται τουλάχιστον από τρεις σελίδες ενώ στο δικό μου δεν υπήρχε καν ο πρόλογος. «Μη στεναχωριέσαι Μπιλάκο, εδώ όλοι κατουράνε παντού είτε είσαι στο Στρασμπουρ Σεν Ντενί είτε στα Ηλύσια Πεδία», με το μωρό μου να δίνει ρέστα αυτή τη φορά και με τη γλώσσα μου να παρασύρεται μαζί της.

Διαγράψαμε απ’ το χάρτη τον Άιφελ και την Παναγία των Ηλιθίων, μαζί και το Λούβρο, δεν μας έφταιγε σε τίποτα ο τελευταίος αλλά όταν είσαι γύρω στα τριάντα εκείνο που σε ενδιαφέρει είναι η τέχνη που κρύβεται στα στενά της πόλης, με τα μπαράκια να παριστάνουν αναγεννησιακές καθολικές εκκλησίες, αναγκάζοντας σε να μπεις να προσκυνήσεις πάνω σε μια μπύρα. Εκεί που οι αρουραίοι ξεφεύγουν από τη δίνη του ποταμού για να συναντήσουν την πλέμπα του Λα Σαπέλ, κι εσύ, με μια μπύρα στο χέρι που μετατρέπεται σε καμβά να προσπαθείς, με μικρές γουλιές, να ζωγραφίσεις μια υποτυπώδη τέχνη στα μάτια σου.

Το επόμενο πρωινό περπατούσαμε κατά μήκος του πάρκου στην περιοχή Παντίν. Παρατηρούσα τους ανθρώπους, άλλοι με τις οικογένειές τους κι άλλοι με τα υπαρξιακά τους, ποδηλάτες που ποδηλατούσαν για λόγους υγείας, κι άλλοι που απλά ήθελαν να ιδρώσει ο κώλος τους προσπαθώντας να βρουν μια αιτία για να δικαιολογήσουν τα ένσημα της τεμπελιάς τους. Με την απέραντη χλόη να καλύπτει το οπτικό μου πεδίο μια σκέψη με ταλάνιζε πλάι στο μωρό μου. Εδώ στον τόπο της τέχνης και των γραμμάτων, τι φούντα μπορεί να έπινε ο Ρεμπώ και τα έβαλε με τη γη των κολασμένων;

Το μωρό μου όμως με ξέρει καλά και δεν με αφήνει να βυθιστώ στις σκέψεις μου, με ανέβασε άρον άρον σε ένα ποδήλατο και ακολουθήσαμε τη φορά του Σηκουάνα. Επόμενη στάση Βαστίλη με τις ορδές των φοιτητών να παρελαύνουν έξω από μπιστρό και να φλερτάρουν τα κορίτσια με κακή προφορά. «Ω, μωρό μου, με κουράζει να ακούω την κακή προφορά«. «Μα Μπιλάκο, εσύ δε μιλάς καν γαλλικά». «Ναι, αλλά το βλέμμα μου μιλούσε πάντοτε την αργκό», κι αμέσως χαμογέλασε, με την οδοντοστοιχία της να ενοχλεί τη γλώσσα μου. Γι’ αυτό αγαπώ το μωρό μου, έχει το ταλέντο να με διακόπτει όταν δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω. Στο Παρίσι ξανά έβρισκα το χιούμορ μου και μέσω των πολυπολιτισμικών βλεμμάτων θα ήθελα να ασκήσω χιούμορ πάνω σε καμιά γαλλιδούλα, αλλά αυτό, είναι μια άλλη ιστορία... Η αλήθεια είναι ότι στην Βαστίλη βρίσκει κανείς σχετικά φθηνό φαγητό όπου, ήταν και ο μόνος λόγος που θα μπορούσα να υποστώ -για λίγο ακόμα- τους φοιτητές.

Οι μέρες κυλούσαν αργά, μα τα χρόνια γρήγορα, γι’ αυτό και φύγαμε σχετικά νωρίς από το ξενοδοχείο, καβαλήσαμε αλήτικα τα ποδήλατα, με βαριά ταχύτητα, κάνοντας ορθοπεταλιά, για πιο γρήγορα. Επόμενη στάση, το νεκροταφείο των μεγάλων προσωπικοτήτων. Τη στιγμή εκείνη, αν ήμουν στου Ζωγράφου σιγούρα θα πεταγόταν κανένας επίδοξος καριόλης και θα μου φώναζε από το διπλανό παράθυρο, «Ρε Μπιλάκο, συνέχεια σε τουριστικά μέρη πηγαίνεις». Μη βιάζεσαι χείριστε νέε μου, θα φροντίσω πρώτα να περάσω από Μπαρμές, μπας και βρω λίγο Ρεμπώ για το μέσα μου. Άλλωστε στους τάφους το καντήλι του Όσκαρ Ουάιλντ πάω ν’ ανάψω. Με τον Τζιμάκο δεν τα πήγαινα και πολύ καλα... Πάλι πετάχτηκε το μωρό μου, αυτή τη φορά μου πάτησε κόρνα «Ευθεία Μπιλάκο, χωρίς δεύτερες σκέψεις». Πόσο σε αγαπώ και σήμερα, σκέφτηκα.

Στο πανάκριβο Παρίσι, εκεί που σου δίνεται η αίσθηση ότι πρώτα πρέπει να δώσεις 8 ευρώ για να πεις καλημέρα, ήρθε τώρα η νύχτα, κι εγώ δεν κρατούσα πάνω μου ψιλά, κρατούσα όμως το μωρό μου αγκαλιά, όπου μέσα στο έρεβος που απλωνόταν στα ανηφορικά στενά της Μονμάρτης, κανείς μας δεν είχε ανάγκη από ψιλά, γιατί κανείς μας δεν επρόκειτο να πει καληνύχτα. Τώρα το μωρό μου δεν με διέκοψε, ήξερε ότι ήθελα να συνεχίσω, καθώς, οι σκέψεις μου άρχιζαν από το λαιμό της και τελείωναν στον αστράγαλό της. Καπνίσαμε λίγο Μπωντλαίρ και ξαφνικά βρεθήκαμε στην Αβενιού Μαρσό, με τα φθηνά δωμάτια να προσφέρονται για πλούσιες ηδονές. Είχα ένα φίλο που είχε ένα φίλο, που μου είχε πει ότι «αν ποτέ βρεθείς σ’ εκείνο το σημείο να ξέρεις ότι όλα είναι κανονισμένα». Μπήκαμε και όλα κανονίστηκαν. Το επόμενο πρωινό μας βρήκε να ασκούμε το δικαίωμα της τεμπελιάς πάνω στα λερωμένα σεντόνια. Κανείς μας τώρα δεν βιαζόταν να φύγει. Το 16ο διαμέρισμα μου φαινόταν τόσο μακριά. Με 2,92 ευρώ την ώρα ξέραμε ότι δεν μπορούσαμε ούτε ένα ντουρούμ να αγοράσουμε, ωστόσο, σχεδιάζαμε πως να ληστέψουμε τον κούρδο της γειτονιάς. Οι αστυνομικοί θα την έλεγαν ληστεία, και ο Κούρδος με τη σειρά του θα έλεγε τα δικά του, αλλά εγώ ήξερα ότι θα φυλακιζόμουν με την κατηγορία του έρωτα μιας και οι κατηγορίες θα μου απαγγέλλονταν στα Γαλλικά.