Η Τώνια Ράλλη μας μιλάει για την παράσταση Ονέγκιν της ομάδας Νοσταλγία

Η Τώνια Ράλλη μας μιλάει για την παράσταση Ονέγκιν της ομάδας Νοσταλγία

Η Τώνια Ράλλη, με αφορμή την παράσταση Ονέγκιν, μας μιλά για τον Πούσκιν,  για την μουσικότητα του λόγου του και για τον βαθύ συναισθηματικό πλούτο του έργου του. Επιπλέον, μέσα από τα λεγόμενά της, αποκτουμε πρόσβαση  στη  «βιογραφία» της παράστασης, στον τρόπο δηλαδή που έφτασε να παρουσιαστεί με τον τρόπο που παρουσιάζεται. Απολαύστε την!

H ομάδα Νοσταλγία συνεχίζει δυναμικά και τη νέα χρονιά, επιλέγοντας αυτή τη φορά να καταπιαστείτε με τον Ονέγκιν του Πούσκιν. Αλήθεια, πώς φτάσατε στην επιλογή αυτού του έργου;

Το έργο το είχα ανακαλύψει εδώ και αρκετά χρόνια, καθώς και την εκπληκτική μετάφραση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Ήταν πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ν’ ασχοληθώ με αυτό. Η δύναμη της μελαγχολίας την οποία πραγματεύεται το έργο καθώς και η αδυναμία των ανθρώπων να συναντηθουν μεταξύ τους είναι σπαραχτικά στοιχεία που με μάγεψαν απ’ την πρώτη ανάγνωση. Ταυτόχρονα, ο Πούσκιν καταφέρνει να υμνήσει την ομορφιά αυτής της αδυναμίας, να εξυμνήσει τη ζωή και την ανθρώπινη ύπαρξη ως φαινόμενο, ως θαύμα – που η αξία του δεν έχει μονάδα μέτρησης. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό κείμενο, πυκνό αλλά και τόσο ελαφρό ταυτόχρονα. Δεν είχα ιδέα πώς θα το προσεγγίσω – μόνο τη σκέψη ότι ο λόγος και τα νοήματά του θα ήταν όνειρο να υπάρξουν ως ζωντανή δράση. Με αφορμή το περσινό κάλεσμα του Beton7 σε φεστιβάλ Ρώσσων συγγραφέων, ο «Ονέγκιν» ήρθε αμέσως στο μυαλό μου και μάλιστα σε σχέση με τη ζωντανή μουσική. Είχα μια ζωηρή αίσθηση ότι ο τρόπος που ο Πούσκιν αφηγείται μια ιστορία ανθρώπινης μελαγχολίας με κεφάλαια «όλο χρώμα και παλμό» βασίζεται σε δονήσεις σχεδόν μουσικές. Έτσι αποφάσισα να εξερευνήσω τα ηχητικά μονοπάτια του έργου που ξεκινούν απ’ το κείμενο – και ο ήχος της παράστασης είναι ίσως πιο σημαντικός από τις εικόνες της.

Ο Ονέγκιν είναι δομημένος σε έμμετρο λόγο. Σε γενικές γραμμές το θέατρο έχει απολέσει τη συγγενική του σχέση με το μέτρο. Πώς επιλέξατε να διασκευάσετε την εν λόγω «ιδιορρυθμία» και με ποιον τρόπο –αν υπήρξε τρόπος– εντάξατε στην παράσταση την εγγενή μουσικότητα του έμμετρου λόγου;

Όταν έχουμε να κάνουμε με μεγάλους ποιητές όπως ο Πούσκιν ή ο Σαίξπηρ, οι ιδέες που εμφανίζονται στα κείμενά τους είναι τόσο πυκνές και συγκεκριμένες που, αν βρεις τον τρόπο να είσαι ανοιχτός και να τις αισθανθείς, καθιστούν τον έμμετρο λόγο εφόδιο και όχι εμπόδιο στην απόδοσή τους. Η ύπαρξη του μέτρου άλλοτε σου χαρίζει ανάσες κι άλλοτε σε διακόπτει ή σε πιέζει να προχωρήσεις. Η σχέση με το χρόνο, λοιπόν, που προσδίδει το μέτρο, με βοήθησε να δομήσω την «παρτιτούρα» του έργου (την πολυφωνία και την αντίστιξη που χαρακτηρίζουν την ομαδική αφήγηση που κάνουμε). Όσο δούλευα αυτή τη σύνθεση, διάβαζα δυνατά και άλλους ποιητές που δεν χρησιμοποιούν ευλαβικά το μέτρο αλλά τιθασεύουν απόλυτα το χρόνο – όπως ο e.e. cummings ή ο Charles Bukowski – και μ’ αυτή την άλλη γνώση επέστρεφα και διάβαζα δυνατά τον «Ονέγκιν». Θυμήθηκα επίσης πολλές φορές την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ να μας διαβάζει ποίησή της σε μια βραδιά που έγινε στο Columbia, στη Νέα Υόρκη. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ένοιωσα το ρυθμό και τη δύναμη των εικόνων μέσα στο σώμα ενός ανθρώπου που εκφωνεί ποιητικό λόγο.

 

Ο «Ονέγκιν» παρουσιάστηκε πρώτη φορά πέρσι στο Beton 7.  Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα τις δύο παραγωγές;

Υπάρχουν προσθήκες που θεωρώ ότι εμπλούτισαν σημαντικά την αφήγηση της ιστορίας. Επίσης, είχαμε την ευκαιρία να «καθαρίσουμε» κάποια σημεία του έργου, δραματουργικά αλλά και ως προς το στήσιμό τους στη σκηνή. Η παράσταση διατηρεί το «συναυλιακό» της χαρακτήρα, μέσα σε μια νέα σκηνογραφική διάταξη που ταιριάζει καλύτερα στον καινούριο χώρο. Σημαντική αλλαγή είναι και το τέλος του έργου (την παράσταση του Beton7 διέκοπτε ένα χρονόμετρο ενώ φέτος η τελική σκηνή διακόπτεται απρόσμενα μεν, αλλά με πρωτοβουλία ηθοποιού που βρίσκεται επί σκηνής). Έχει τεράστιο ενδιαφέρον η συνθήκη της αναπάντεχης διακοπής – που είναι, βέβαια, τέχνασμα του ίδιου του Πούσκιν. Μιλάει για το τέλος και για θάνατο μ’ έναν σχεδόν γλυκό τρόπο! Στη ζωή τα πράγματα δεν τελειώνουν σε σημείο που «βγάζει νόημα». Τελειώνουν όταν τελειώνουν. Η ζωή είναι σχεδόν τόσο χιουμοριστική όσο και αφοπλιστική.

Βλέπουμε να επικαλείστε τον ουμανισμό του Πούσκιν. Πού έγκειται αυτός ο ουμανισμός και πως αυτός μεταφράζεται στην παράσταση;

Ο Πούσκιν σκιαγραφεί όλους τους χαρακτήρες του με ζωηρό ενδιαφέρον. Ακόμα κι αυτούς που δηλώνει ότι δεν τον αφορούν τόσο. Στον «Ονέγκιν» γράφει σε κάποιο σημείο:

                   Όποιος έχει ζήσει και σκεφτεί, εκείνος δεν μπορεί

                   Μες στην ψυχή του τους ανθρώπους να μην περιφρονήσει·

                   Όποιος έντονα έχει αισθανθεί, αυτόν τον ακολουθεί

                   Το φάντασμα των ημερών που δε θα ξαναζήσει.

Ο ποιητής φαίνεται να έχει παραδοθεί πλήρως στη μελαγχολία και την αίσθηση της ματαιότητας σε κάποιο σημείο στη ζωή του και, παρ’ όλα αυτά, καταφέρνει να ανακτήσει μια βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο. Στην παράσταση, ο ουμανισμός νιώθω ότι διαφαίνεται στις σχέσεις των περφόρμερ επί σκηνής, οι οποίες δομούνται πάνω σε μια επιδίωξη συντονισμού αλλά τελικά μπορεί να επιφυλασσουν και την έκπληξη της εγκατάλειψης του ενός ατόμου από το άλλο, φαινόμενο που όλοι αναζητούμε να το αγκαλιάσουμε ως ενδιαφέρον και απόλυτα θεμιτό.

Το ανέβασμα ενός έργου δεν είναι μια στατική διαδικασία. Αναπτύσσεται από μέρα σε μέρα. Πόσο εξελίχθηκε η παράσταση σε σχέση με το αρχικό σας όραμα; 

Το αρχικό όραμα στον «Ονέγκιν» ήταν κάτι πολύ ανοιχτό. Μόνο η «πρώτη ύλη» της παράστασης ήταν προσδιορισμένη – πολυφωνία και το κείμενο ως αφετηρία προς έναν στόχο του έργου ως ήχος. Η παράσταση δημιουργήθηκε μετά από πολλές ομαδικές αναγνώσεις του βιβλίου με το θίασο και μέσα από ασκήσεις, αυτοσχεδιασμούς και πειράματα πάνω στο κείμενο και στις ιδέες του έργου. Οι ηθοποιοί έφεραν πολύτιμο υλικό στο έργο και δυνατή προσωπική παρουσία. Νιώθω πως το είδος θεάτρου που ανακαλύπτουμε μέσω μιας τέτοιας παράστασης είναι κάτι που έχει φέρει εξέλιξη στην ομάδα μας και το ρεπερτόριό της και, παρ’ όλες τις δυσκολίες της προσέγγισης ενός λογοτεχνικού κειμένου, νομίζω πως, προσωπικά τουλάχιστον, βρίσκομαι σ’ ένα δημιουργικό μονοπάτι που θ’ ακολουθήσω για πολύ καιρό.

 

Ως Ομάδα Νοσταλγία μας έχει συνηθίσει σε ένα αρκετά ευρύ ρεπερτόριο, αποτελούμενο από κλασικά θεατρικά έργα, μέχρι και ολόδικές σας παραγωγές. Ποιο είναι, λοιπόν το κεντρικό νήμα που διατρέχει τα εγχειρήματά σας; Υπάρχει κάποιο προγραμματικό σχέδιο πάνω στο οποίο εργάζεστε;

Οι δύο σκηνοθέτες της ομάδας, ο Γιώργος κι εγώ, είμαστε πολύ διαφορετικοί. Πιστεύω πως αυτό που μας ενώνει δημιουργικά δεν είναι η ομοιότητά μας ως σκηνοθέτες αλλά ως ΘΕΑΤΕΣ. Ο Γιώργος είναι παραμυθάς – γράφει, κάνει μαγικά, μελετά την οπτική αντίληψη του θεατή. Εγώ καλώ τους θεατές να παρακολουθήσουν τον κόσμο γύρω τους σαν μια μη-γραμμική σύνθεση και απευθύνομαι στο υποσυνείδητό τους και στην αναζήτηση της ελευθερίας τους μέσα σε διάφορα πλαίσια. Η Νοσταλγία θα μπορούσαμε, εν τέλει, να πούμε ότι στοχεύει στην αποκάλυψη παράξενων κόσμων και, θα έλεγα, και στην αναζήτηση του χιούμορ μέσα σε αυτούς.

Πρακτικά, το Rabbithole έχει γίνει το θεατρικό σας σπίτι! Είναι μοναδικό πόσο μεταβάλλεται η σκηνή από παράσταση σε παράσταση. Να υποθέσουμε πως περνάτε ατελείωτες ώρες διαμορφώνοντας τον χώρο, τους φωτισμούς κτλ;

Ατελείωτες ώρες, εντός και εκτός του Rabbithole..! Είναι μεγάλη τύχη που έχουμε αυτή τη «βάση». Πριν καν εγκατασταθούμε μόνιμα εδώ και όταν ήμασταν ακόμα «άστεγη» ομάδα ήταν μέσα στους τρεις αγαπημένους μας χώρους στην Αθήνα. Πιστεύω πώς η θητεία μας σε πολυάριθμους άλλους χώρους και το ετερόκλητο ρεπερτόριό μας από το 2000 είναι που μας έδωσε τα εφόδια να αξιοποιήσουμε το «σπίτι» μας πιέζοντας τα όρια των δυνατοτήτων του.

 

Τέλος, τι να αναμένουμε από την Ομάδα Νοσταλγία στο επόμενο διάστημα;

Το Φεβρουάριο του 2018 ξεκινάμε την επόμενή μας παραγωγή, σε συγγραφή και σκηνοθεσία του Γιώργου Σίμωνα με τίτλο «Ιλλινόι». Πρόκειται για ματιά πάνω στην ιστορία και την αυτοβιογραφία ενός από τους μεγαλύτερους serial killers της Αμερικής, του Howard Holmes, η οποία θα παρουσιαστεί σε δύο εκδοχές. Το έργο θα έχει κινηματογραφικά στοιχεία αλλά φέτος πειραματιζόμαστε με ένα καινούριο είδος αφήγησης (διαφορετικής από του «Αντεροβγάλτη», λ.χ.). Η θεματολογία βασίζεται πάνω στην ιστορία του Αμερικανικού λαού και την άνοδο του Καπιταλισμού, δοσμένη μ’ έναν αρκετά λοξό τρόπο. Αναμένεται να είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες μεταμορφώσεις του Rabbithole.

Ευχαριστούμε την Τώνια Ράλλη για την παραχώρηση της συνέντευξης και ευχόμαστε κάθε τύχη στην παράσταση!

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ