Η Νάντια Φώσκολου μιλάει για τον «Παραλήπτη Άγνωστο»

Η Νάντια Φώσκολου μιλάει για τον «Παραλήπτη Άγνωστο»

Ανεβαίνει για ακόμα μια φορά ο «Παραλήπτης Άγνωστος», στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων», σε σκηνοθεσία Νάντιας Φώσκολου! Μια καταπληκτική δουλειά, μια παράσταση προφητική για τα όσα θα ακολουθούσαν στην ανθρωπότητα, μια παράσταση από αυτές που δεν χάνονται. Ο Δημήτρης Αγαρτζίδης και ο Αχιλλέας Βατρικάς κρατούν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους κι εμείς είχαμε την τύχη να συνομιλήσουμε με την ίδια τη σκηνοθέτιδα για το έργο, σε μια συνέντευξη απολαυστική.

Πώς και με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή ενός έργου από έναν σκηνοθέτη/ μια σκηνοθέτιδα; Και ιδιαίτερα ενός έργου με τέτοια θεματική;

O Δημήτρης Αλεξάκης και η Φωτεινή Μπάνου, καλλιτεχνικοί διευθυντές του ΚΕΤ, ήταν εκείνοι που μου πρότειναν να σκηνοθετήσω τη νουβέλα «Παραλήπτης Άγνωστος». Σε εκείνους ανήκει η ιδέα να ανέβει ως παράσταση το συγκεκριμένο κείμενο. Εγώ το ερωτεύτηκα και αποδέχτηκα την πρόταση: το μετέφρασα, το σκηνοθέτησα και έκανα τη συμπαραγωγή. Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά μου είχαν προτείνει να ανεβάσω το “Peninsula”, το σύγχρονο αμερικανικό έργο που σκηνοθέτησα στο Φεστιβάλ Fringe της Νέας Υόρκης, όπου απέσπασε το Βραβείο Παράστασης Συνόλου και επελέγη ανάμεσα στις 10 καλύτερες παραστάσεις από τις συνολικά 200. Το εγχείρημα αυτό δεν ευοδώθηκε διότι δεν υπήρχαν οι απαραίτητοι πόροι, ωστόσο τονίζω όποτε μου δίνεται η ευκαιρία το γεγονός ότι το ΚΕΤ ήταν το μόνο ελληνικό θέατρο που έπιασε τη σημασία της διάκρισης αυτής και ενδιαφέρθηκε να ανεβάσει το έργο. Ένας τόσο «μικρός» (σε τετραγωνικά και ηλικία) χώρος έδωσε ένα τόσο υψηλό δείγμα ουσιαστικής καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Οφείλω λοιπόν διπλές χάριτες στον Δημήτρη και στη Φωτεινή –τόσο για την αναγνώριση της δουλειάς μου στη Νέα Υόρκη, όσο και για το ότι μου εμπιστεύτηκαν τον «Παραλήπτη».

Προκειμένου για την επιλογή ενός έργου, δουλειά του σκηνοθέτη είναι να ανιχνεύσει δύο βασικά στοιχεία: εάν το υλικό θέτει ερωτήματα γύρω από τη ζωή μας εδώ και τώρα· και εάν μιλάει στην καρδιά του σκηνοθέτη, εάν μπορεί ο σκηνοθέτης να έχει έναν «μυστικό», εσωτερικό σύνδεσμο με το υλικό. Στον «Παραλήπτη» είχαμε την ευτυχή συγκυρία να ικανοποιούνται και οι δύο προϋποθέσεις.

Ουσιαστικά πρόκειται για ένα έργο που ανεβαίνει για 3η φορά σε διάστημα 2 χρόνων. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό; Έχει να κάνει με την ευρύτερη κοινωνικοπολιτική κατάσταση και την ιστορική στιγμή, κατά την οποία η Γερμανία διαδραματίζει και πάλι κεντρικό ρόλο;

Κεντρική θέση στο έργο κατέχει η μεταμόρφωση ενός φιλελεύθερου αστού σε φανατικό οπαδό του Χίτλερ στη Γερμανία της δεκαετίας του ’30, γεγονός το οποίο πράγματι εγείρει παραλληλισμούς με τη σημερινή πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο, όπου διαφόρων ειδών ακραίες ιδεολογίες βρίσκονται σε άνοδο.

Ωστόσο αυτή η συσχέτιση δεν αρκεί από μόνη της για να κρατήσει τον θεατή. Η παράσταση χαίρει ανταπόκρισης διότι η ιστορία που αφηγείται ξεπερνά τα όρια της πλοκής της: έχει τη δύναμη κλασικού έργου, δηλαδή τα ερωτήματα που θέτει υπερβαίνουν τις χρονικές και γεωγραφικές συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης, και πάνε στην ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ανάμεσα στα βασικά ερωτήματα που τίθενται είναι η ανθρώπινη ευθύνη. Το έργο μάς παρακινεί να αναρωτηθούμε: πώς μπορούμε να είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε την ευθύνη των πράξεών μας; Γιατί δεν έχουμε συναίσθηση των επιλογών μας παρά μόνο όταν φτάσει η ώρα να υποστούμε τις συνέπειες;

Το έργο πραγματεύεται μια ζοφερή στιγμή της παγκόσμιας ιστορίας, ενώ βρισκόμαστε εν μέσω πρακτικών και πολιτικών, που θέλοντας και μη, ο καθένας μπορεί να κάνει αναγωγή σε αυτές. Βλέπετε ταύτιση με το σήμερα;

Η Ιστορία, η ανθρωπότητα, έχει προ πολλού καταδικάσει τη ναζιστική Γερμανία, και ο Χίτλερ και η ιδεολογία του έχουν οριστικά ταυτιστεί με το απόλυτο Κακό, αφού οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα και στον όλεθρο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Κοιτώντας το κοινωνικοπολιτικό τοπίο γύρω μας σήμερα, βλέπουμε ότι τα πάντα διαρκώς αλλάζουν –τα πάντα είναι (ή μπορούν να θεωρηθούν) ρευστά. Οι ιδεολογίες, οι «-ισμοί» αλλάζουν κυριολεκτικά από μέρα σε μέρα. Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος ότι πράττεις το Καλό ή το Κακό; Το τραγικό με την ανθρώπινη ύπαρξη είναι ότι συχνά τα όρια μεταξύ Καλού και Κακού εδώ και τώρα είναι δυσδιάκριτα.

Η ιστορία που συνέλαβε η Kressmann συγκλονίζει κάθε φορά που την παίζουμε όχι απλά γιατί μιλάει για τη μεταμόρφωση ενός «φιλελεύθερου Αμερικανού» σε «Γερμανό πατριώτη» αλλά επειδή καταφέρνει να αιχμαλωτίσει τη μεταμόρφωση αυτή βήμα-βήμα: παρακολουθεί, ανατέμνει την πορεία και τις επιλογές ενός ανθρώπου όχι εμφανώς, όχι αρχικά «κακού», προς το Κακό.

Όταν πρωτοακούει τη ρητορική του Χίτλερ, ο Μάρτιν αναρωτιέται: «Στοχεύουμε πράγματι σωστά;» Και όμως, πολύ σύντομα προσχωρεί σε αυτήν. Η αγωνία κορυφώνεται όταν ο ήρωας θα βρεθεί μπροστά σε μια πολύ συγκεκριμένη επιλογή –και εν συνεχεία μπροστά στις συνέπειες της επιλογής αυτής. Η δύναμη που ασκεί το έργο σήμερα οφείλεται στο ότι κατορθώνει να εστιάσει στα κρίσιμα στάδια: στην αναρώτηση, στην αποφασιστική προσχώρηση, στη μεταμόρφωση, στην κρίσιμη επιλογή, και κυρίως στις συνέπειες που επακολουθούν.

Πραγματεύεται όμως και τις ανθρώπινες σχέσεις, τη φιλία και τον έρωτα, που υπόκεινται σε δοκιμασία. Πώς θα χαρακτηρίζατε τις μεταβολές και την εξέλιξη των χαρακτήρων μέσα σε αυτό το κλίμα;

Η ιστορία είναι αριστοτεχνικά δομημένη ως ένα τρίγωνο μέσα από το οποίο ζούμε τη φιλία, τον έρωτα, την προδοσία, την εκδίκηση, με σασπένς κινηματογραφικό.

Ο Μάρτιν κρίνεται από τον καλύτερό του φίλο, Μαξ, για την επιλογή που έκανε σε μια κομβική στιγμή: είχε τη δυνατότητα να βοηθήσει το πιο πολύτιμο πρόσωπο στη ζωή του Μαξ, αλλά δεν το έκανε. Η επιλογή του Μάρτιν διαγράφεται σε όλη της την τραγικότητα αν τη δει κανείς υπό το πρίσμα της ιδεολογίας ακριβώς στην οποία ενέδωσε. Ο Μάρτιν γοητεύτηκε από τη δράση την οποία πρότεινε ο νέος ηγέτης Αδόλφος Χίτλερ:

«Εδώ στη Γερμανία, ένας άνθρωπος της δράσης γεννήθηκε. Ένας άνθρωπος ζωτικής σημασίας αλλάζει αυτή τη στιγμή τα πράγματα. Ολόκληρος ο ρους της ζωής ενός λαού αλλάζει αυτοστιγμεί διότι κατέφθασε ο άνθρωπος της δράσης. Και εγώ πηγαίνω μαζί του. Δεν παρασύρομαι απλώς από ένα ρεύμα. Την άχρηστη ζωή μου που ήταν μόνο λόγια και καθόλου έργα, την αποποιούμαι.»

Είναι οδυνηρά ειρωνικό το ότι ακριβώς αυτή η αρχή της δράσης, του γύρισε μπούμερανγκ: αφού δεν βοήθησε το αγαπημένο πρόσωπο όταν μπορούσε, όταν αρχίζει να υφίσταται τις συνέπειες της επιλογής του, ο Μάρτιν εκλιπαρεί απελπισμένα τον Μαξ, τον πρώην αδελφικό του φίλο, ο οποίος έχει πλέον μετατραπεί σε εκδικητή (και δράστη):

«Δεν καταλαβαίνεις ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα; Τι μπορούσα να κάνω; Δεν τόλμησα να προσπαθήσω.»

Ο υμνητής της δράσης παραδέχεται ότι δείλιασε να προβεί σε μια πράξη τόλμης την κρίσιμη στιγμή.

Το έργο είναι σε μορφή αλληλογραφίας μεταξύ δυο φίλων, αυτή η δομή σας δυσκόλεψε σκηνοθετικά; 

Η επιστολική μορφή είναι μια πρόκληση, αλλά πιστεύω ότι ακόμη και η πιο παραδοσιακή θεατρική μορφή οφείλει να αντιμετωπίζεται ως πρόκληση από τον σκηνοθέτη. Δηλαδή όσο «θεατρικό» κι αν δείχνει ένα υλικό, αν δεν ξεκλειδώσεις τον μηχανισμό του, μπορεί να νομίζεις ότι κάνεις θέατρο επειδή απλώς βάζεις τους ηθοποιούς να  μπαινοβγαίνουν και να ανταλλάζουν ατάκες. Χάρη στη φοίτησή μου στο τριετές Επαγγελματικό Μεταπτυχιακό Σκηνοθεσίας (Master of Fine Arts) του Columbia, μου δόθηκε η ευκαιρία να ασκηθώ εξαντλητικά σε μια ευρύτατη γκάμα υλικών, και να κατασταλλάξω σε τρεις προτεραιότητες: τους «κλασικούς» (το κλασικό θέατρο), τα μη δραματικά υλικά (λογοτεχνία, κινηματογράφος), και τα νέα, σύγχρονα έργα. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη μου σκηνοθεσία στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού ήταν μια δική μου διασκευή του μπεστ-σέλλερ του Αλαίν Ντε Μποττόν «Πώς ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου», ενώ η πιο πρόσφατη σκηνοθεσία μου στη Νέα Υόρκη ήταν η σύνθεση σε ενιαία παράσταση ενός έργου του Αμερικανού εικονοκλάστη Charles Mee για τον Ματίς, σε συνδυασμό με το ντοκυμανταίρ του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου «Γιάννης Μόραλης». Κατά συνέπεια, η επιστολική μορφή έχει τις δυσκολίες της, αλλά την επέλεξα συνειδητά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις παραστάσεις του «Παραλήπτη» δεν φαίνεται να απασχολεί τους θεατές το ότι το κείμενο που μόλις «άκουσαν» δεν έχει γραφτεί ως έργο θεατρικό (χωρίς εμείς να αλλάξουμε ούτε μία λέξη). Φυσικά για να επιτευχθεί αυτό δούλεψε η χημεία και η συνεργασία τόσο με τους εξαιρετικούς ηθοποιούς Δημήτρη Αγαρτζίδη και Αλμπέρτο Φάις (τον οποίο φέτος  διαδέχτηκε ο Αχιλλέας Βατρικάς) όσο και με τους άλλους συντελεστές, τον σχεδιαστή φωτισμών Βασίλη Κλωτσοτήρα, την ενδυματολόγο Βασιλική Σύρμα, και κυρίως τη σκηνογράφο και video designer Μικαέλα Λιακατά, με την οποία διαμορφώσαμε από κοινού την ανάγνωση της ιστορίας και τη σκηνική/εικαστική της ενσάρκωση.

Τελικά μπορεί κανένας να δώσει δίκιο ή άδικο σε κάποιον από τους πρωταγωνιστές; Ή έτσι όπως δομούνται οι χαρακτήρες ακόμα και οι ακραίες τοποθετήσεις θεωρούνται λογική απόρροια του γενικότερου ιστορικού πλαισίου;

Ζητούμενο της θεατρικής παράστασης είναι να θέσει ζωτικά ερωτήματα στους θεατές μέσα από την αφήγηση μιας ιστορίας. Από τη στιγμή που ο θεατής έχει καταφέρει να παρακολουθήσει τους ήρωες και τις επιλογές τους, και έχουν γεννηθεί ερωτήματα στο μυαλό και στην καρδιά του γύρω από την ερμηνεία της ιστορίας και γύρω από τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ του τότε και του τώρα, εμείς έχουμε ολοκληρώσει το έργο μας. Οι απαντήσεις θα δοθούν από εσάς.

Πάντως η «λύση» που δίνει η συγγραφέας, αν και περιλαμβάνει το τόσο απολαυστικό για τον αναγνώστη/θεατή στοιχείο της εκδίκησης, τελικά είναι οδυνηρή: και οι δύο ήρωες μένουν εγκλωβισμένοι σε ένα είδος κόλασης. Η φιλία τους, η ευτυχία τους, η ζωή τους ολόκληρη έχει καταστραφεί. Γραμμένο το 1938, δικαίως έχει χαρακτηριστεί προφητικό το κείμενο, αφού προέβλεψε ιδιοφυώς την κόλαση στην οποία θα οδηγούσε ολόκληρη την ανθρωπότητα η χιτλερική ρητορική του άκρατου εθνικισμού, του ρατσισμού και του μίσους.

Ευχαριστούμε πολύ!