Έρχεται η Άνοιξη

Έρχεται η Άνοιξη

Έρχεται η Άνοιξη και πάλι, και η άφιξή της, αν και εξ ορισμού προβλέψιμη, πάντα καταφέρνει να ξαφνιάσει τον Αθηναίο, που αν και αιωνίως υποψιασμένος κατά τ’ άλλα, εδώ την πατάει αδιαλείπτως, με συστηματικό και ξεκαρδιστικό τρόπο.

Κι αυτό εξηγείται με το ότι η Άνοιξη επιστρέφει στην Αθήνα με τόσους – και τόσο - ευφάνταστους, δημιουργικούς και υπέροχα, γλυκά, τρελούς τρόπους, που ακόμα κι αν δεν είναι πρωτότυποι – και τις περισσότερες φορές, τυπικά, μάλλον δεν είναι - αναγκάζουν τον Αθηναίο να τους αντιμετωπίζει ως τέτοιους.

Να, ας πούμε όπως με το πολύχρωμο φουστάνι μιας κοκκινομάλλας που ξεπροβάλει εμπρός στα θολά μάτια ενός παραζαλισμένου διαβάτη ένα βράδυ στην σκοτεινή και κατηφή οδό Θαλλού στην Πλάκα και τον κάνει να κοντοσταθεί για να πάρει μια ανάσα, η οποία θα διαρκέσει μέχρι το θαύμα της αυθορμήτως αναδυόμενης – σαν την Αφροδίτη – ομορφιάς της να περάσει απ’ τον αμφιβληστροειδή του και να σαρώσει κάθε μουδιασμένο εγκεφαλικό του κύτταρο.

Ή με το σουρεαλιστικό παλίμψηστο φωτός που εισβάλει μέσα απ’ τις μισόκλειστες γρίλιες ενός ολίγον ξεχαρβαλωμένου παντζουριού για να προβληθεί στον τοίχο απέναντι απ’ το κρεβάτι ενός αγουροξυπνημένου εφήβου και - σε ένα μυστηριώδες κρεσέντο συναισθησίας - να τον ζεστάνει ως το μεδούλι.

Ή με το ευωδιαστό ιπτάμενο χαλί που πλέκουν οι ανθισμένες νεραντζιές, αρχές Απρίλη, και το σπρώχνουν μετά μ’ ένα απαλό «φου» να εισέλθει ορμητικό μέσα απ’ τα ανοιχτά παράθυρα ενός αυτοκινήτου που κινείται κατά μήκος της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου – μίας απ’ τις πολλές Αθηναϊκές οδούς με αυτό το όνομα και, ταυτοχρόνως, σε ένα πλαίσιο ανοιξιάτικης μαγικής περιχώρησης, όλων τους – για να πηδήξουν πάνω του τα παιδιά που επιβαίνουν στο πίσω κάθισμα και να απολαύσουν αφ’ υψηλού το πανόραμα του κόσμου που ανθοφορεί, βλασταίνει και φουντώνει μέσα από τα – και σε πείσμα των – άψυχα τσιμεντένια κουτιά, που, βαρυγκομώντας, στεγάζουν τους Αθηναίους και τα οποία είναι στοιβαγμένα το ένα δίπλα από το άλλο, το ένα πάνω απ’ τ’ άλλο και, καμιά φορά, το ένα μέσα στ’ άλλο.

Ουφ, πολλά λόγια, βρε παιδί μου…!

Τα οποία η άνοιξη, και δη η Ελληνική, και δη η Αθηναϊκή, δεν τα σηκώνει.

Ή, μάλλον, αυτά δεν μπορούν να την σηκώσουν στους ώμους τους, τόσο ρωμαλέα ανάλαφρη που είναι.

Αντίφαση;

Μάλλον πρόκειται για παράδοξο, και τα παράδοξα η Αθηναϊκή άνοιξη – όπως κι η ελληνική άνοιξη, όπως κι η άνοιξη γενικότερα – τα λατρεύει.

Η ουσία είναι ότι έρχεται η άνοιξη στην Αθήνα και η ζωή θα θριαμβεύσει για άλλη μια φορά.

Μα σε πείσμα όλου αυτού του ζοφερού αχού της πόλης που, χρόνο με τον χρόνο, μοιάζει πως γίνεται ολοένα και χειρότερος;

Ναι, σε πείσμα του.

Γιατί, επιτέλους, οφείλουμε να το συνειδητοποιήσουμε: καταφθάνει η εαρινή ισημερία, η οποία σηματοδοτεί τα θυρανοίξια της Εκκλησίας της Αναγέννησης του Σύμπαντος Κόσμου.

Πρόκειται για μια Εκκλησία που κατά μία έννοια στερείται υλικής υπόστασης – κατά μία άλλη έννοια, όμως, η υλική της υπόσταση ταυτίζεται με ολόκληρη την πόλη, ολόκληρη την Αθήνα, από την εαρινή ισημερία και μετά και μέχρις ότου, τουλάχιστον, να διαβούμε την φλεγόμενη απ’ τις φωτιές του Άη Γιάννη - έστω κι αν υποτίθεται πως κανείς δεν τις ανάβει πια στις γειτονιές – ατραπό του θερινού ηλιοστασίου.

Και μιας και με κατέλαβε επικολυρικός οίστρος δια μίαν εισέτι φορά, να πω ότι η εν Αθήναις εαρινή ισημερία κάθε άλλο παρά στιγμιαίας διάρκειας είναι.

Όχι βέβαια!

Ανεξαρτήτως του τι κακοκαιρία μπορεί να επισυμβεί στην πόλη εντωμεταξύ – και ο Αθηναίος γνωρίζει, το νιώθει μέσα του, πως η κακοκαιρία είναι η εξαίρεση κι όχι ο κανόνας κατά την διάρκεια της επέλασης της, όχι και τόσο επιτυχώς καμουφλαρισμένης, εαρινής ταξιαρχίας στις λεωφόρους και στα στενά της πόλης του – η εαρινή ισημερία ξεκινάει εκεί, από τα μέσα προς τέλη του Γενάρη, με τις περιλάλητες Αλκυονίδες ημέρες, και διαπερνά το Τριώδιο, την Καθαρά Δευτέρα και μικρό ή μεγάλο μέρος της Σαρακοστής - συμπεριλαμβανομένων των «ειδών του Μαρτίου», εκεί κατά τις 15 του μηνός, την γιορτή, δηλαδή, του πολεμοχαρούς, αφιονισμένου κι επιπόλαιου θεού Άρη - για να κορυφωθεί στις 21 του αυτού μηνός.

Ω, μα και τι δεν έχω δει να συμβαίνει ετούτη την μέρα, στις 21 του τρίτου μηνός του έτους, στην πόλη μου…

Λεωφορεία ν’ αναποδογυρίζουν, ιπτάμενες μπανανόφλουδες να χορεύουν βαλσάκι με τραγουδιστά μπαλόνια, άτεγκτους γραφειοκράτες να αιωρούνται εκστασιασμένοι μέσα σε ανθοπωλεία, λέξεις ν’ ανυψώνονται μέσα από ανοιχτές εγκυκλοπαίδειες και να πλατσουρίζουν ευτυχισμένες σε υπέρλαμπρα σιντριβάνια, ασώματες φωνές να βρίσκουν τα σώματά τους, χρονοταξιδιώτες να αποκαλύπτονται και κανείς να μην τους πιστεύει – ούτε καν ο εαυτός τους – φανάρια της τροχαίας ν’ αντικαθιστούν το κόκκινο, το πορτοκαλί και το πράσινο με το μωβ, το ροζ και το ουρανί, συναυλίες σε δημόσιους χώρους να ολοκληρώνονται με την επωδό: «η ανία είναι δικαίωμα, ενώ η μανία είναι υποχρέωση», ηλιαχτίδες ν’ αυτονομούνται απ’ την πηγή τους, τον ήλιο, και να φωτίζουν κατά βούληση συγκεκριμένες γωνιές της πόλης που έχουν παραμείνει σκοτεινές για πολύ πολύ καιρό…

Και όταν τα περιγράφω αυτά τα πράγματα στους συμπολίτες μου, τους συν-Αθηναίους, δεν μου λένε ποτέ ότι τρελάθηκα, ούτε και σιγομουρμουρίζουν κάτι τέτοιο για μένα μεταξύ τους – όχι, απλώς μου λένε: «α, καλά, σε χτύπησε η Άνοιξη εσένα…»!

Αχ, Αθηναϊκή μου άνοιξη, άλλοθι μου αιώνιο!

………………………………………..

Έτσι μου μίλησε εκείνος ο κουρελής γεράκος, εκείνο το απόγευμα του Φεβρουαρίου του δύο χιλιάδες και κάτι ψιλά, πίσω από ένα περίπτερο στην συμβολή των οδών Ακαδημίας και Σίνα, τον τόπο αφετηρίας και τερματισμού τόσων και τόσων αστικών λεωφορείων.

Τα λόγια του, περιέργως, έμοιαζαν εύστοχα, καθώς ο ήλιος έδυε και η θερμοκρασία είχε αρχίσει να πέφτει απότομα, πιάνοντας, για μια ακόμα φορά, στον ύπνο εκείνους τους συμπολίτες μου που, ξεγελασμένοι απ’ τις παρατεταμένες Αλκυονίδες ημέρες, είχαν πιστέψει ότι η άνοιξη είχε όντως ήδη φθάσει κι είχαν ντυθεί σχετικά ελαφρά.

Συνειδητοποιώντας ότι δεν είχα τίποτε να του απαντήσω, ο γεράκος κούνησε ελαφρώς το κεφάλι του, και, κουτσά στραβά, πήρε να κατηφορίζει την οδό Σίνα με κατεύθυνση προς την Πανεπιστημίου.

Αποφάσισα να τον ακολουθήσω από μια κάποια απόσταση.

Κοντοστάθηκε σε μια στάση λεωφορείου, μπροστά από δυο κοπέλες που μίλαγαν και γελούσαν – μου έδιναν την εντύπωση, χωρίς να μπορώ να είμαι σίγουρος γι’ αυτό, πως ήταν φοιτήτριες της πλησίον εδρευούσης Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Αθηνών.

Εκείνες, όταν τον πρόσεξαν, σταμάτησαν να μιλούν αναμεταξύ τους και τον κοίταξαν με απορία.

Τότε ο γεράκος είπε: «Κορίτσια, σίγουρα θα νομίσετε ότι είμαι τρελός, μα ακούστε τι έχω να σας πω: όταν ο Μοντεσκιέ συνέλαβε την διάκριση των τριών εξουσιών, ξέχασε ν’ αναφέρει μια τέταρτη στην οποία υπάγονται και οι τρεις δικές του και όποιες άλλες, τέλος πάντων: μιλώ για την εξουσία της Άνοιξης! Συμφωνείτε;».

Εκείνες δεν του απάντησαν τίποτα – μόνο έσκυψαν το κεφάλι αμήχανες, περιμένοντας προφανώς να «περάσει η μπόρα» και ο γεράκος ν’ αποχωρήσει.

«Ναι, ναι, μα και βέβαια συμφωνείτε…», είπε εκείνος – κι ύστερα συνέχισε να βαδίζει, κουτσά στραβά, μα σταθερά, προς την πολύβουη οδό Πανεπιστημίου.