Ένα οδοιπορικό με εικόνες 30 και βάλε ετών απ' την Αθήνα μου

Ένα οδοιπορικό με εικόνες 30 και βάλε ετών απ' την Αθήνα μου

... Συννεφιά έξω απ' το παράθυρο του σπιτιού μου στην οδό Δημοσθένους και μια σταγόνα προσγειώνεται στην μύτη μου όταν βγαίνω στο μπαλκόνι.

Ο κήπος της Γεσθημανή στο προαύλιο του νηπιαγωγείου μου στην Νέα Σμύρνη: η τελευταία μοιάζει με καταπράσινο παράδεισο, στα νηπιακά μου μάτια, σε σύγκριση με την Καλλιθέα.

Μπουλντόζες, εκσκαφείς και μπετονιέρες κατασκάβουν την οδό Χαροκόπου μέχρι και την λεωφόρο Θησέως πνίγοντας τα πάντα στον θόρυβο, στην σκόνη και στο χάος.

Η παιδική χαρά: απλή, σκιερή και περιέχοντάς τα όλα, καθώς στέκει στην σκιά του ανεξερεύνητου κι αχαρτογράφητου όγκου του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου.

Ο αργόσυρτος ήχος από τις καμπάνες της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, που ξεπροβάλει στον ορίζοντα απ' το μπαλκόνι του σπιτιού μου, σαν αγιογραφία κυβιστικής τεχνοτροπίας.

Πάσχα στην αυλή του παππού και της γιαγιάς στον Κολωνό: μια Αθηναϊκή ανοιξιάτικη εποποιία σφραγισμένη από μια πανδαισία χρωμάτων, ήχων, μυρωδιών και γεύσεων που δεν μπορούν, όλα μαζί κι εκτός του δεδομένου πλαισίου, ξανά να υπάρξουν.

Το απόλυτο μπλακάουτ, απ' άκρη σ' άκρη της πόλης, κι εγώ απ' το πίσω κάθισμα του παλιού, χιλιοταλαιπωρημένου και χιλιοταλαιπωρητικού, λευκού Άουντι, ευρισκόμενου εν κινήσει, να θαυμάζω τον Γαλαξία που λαμποκοπάει μεγαλοπρεπής πάνω απ' την συμβολή της λεωφόρου Καβάλας με την οδό Σπύρου Πάτση.

Τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Σεούλ, κι εμείς οικογενειακώς να καταδιωκόμαστε στην παραλία του Αγίου Κοσμά από ένα ραγδαίως επελαύνον πέπλο πρωτοφθινοπωρινής καταιγίδας, μέχρι να βρούμε καταφύγιο στο εσωτερικό του αυτοκινήτου μας.

Είναι ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο καλοκαιρινό πρωινό και το σπίτι, εύτακτο και βυθισμένο σε μια σιωπή που σπάει μόνο το τικ - τακ του παλιού, αείποτε ξεκούρδιστου, ρολογιού τοίχου, μοιάζει να συμμερίζεται απολύτως την ευτυχία μου.

Η γνωριμία μου με την μιζέρια, την παρακμή και την ασχήμια της περιοχής γύρω από τον σταθμό υπεραστικών λεωφορείων στην Λιοσίων.

Το υπερυψωμένο προαύλιο του 18ου Δημοτικού Σχολείου Καλλιθέας που, τάξη την τάξη, σμικρυνόταν κι έχανε κάτι απ' την μαγεία του.

Το Άλσος της Νέας Σμύρνης και το Πεδίον του Άρεως ως μαγικά δάση μυστηρίου όπου η κάθε τους γωνιά κρύβει κι από μια αναπάντεχη συνάντηση με κάτι με το οποίο ποτέ μου ως τότε δεν είχα συναπαντηθεί.

Ολισθηρή πορεία απ' το φροντιστήριο αγγλικών ως το σπίτι μου στην χιονοσκέπαστη Δημοσθένους, κάποιον Μάρτη.

Πλαστικό φαγητό απ' τον Χάμπο κοντά στην πλατεία Δαβάκη, κι ύστερα βόλτα ως την λεωφόρο Συγγρού, εκεί κοντά στην Νασιονάλε Νεντερλάντε, για αγορά παλιών τευχών εξαντλημένων εδώ και χρόνια εκδόσεων.

Αγωνία στον αγιασμό του προαυλίου του 11ου Γυμνασίου Καλλιθέας, εκεί που παλιά στεγαζόταν η Πειραϊκή Πατραϊκή.

Κορίτσια που ποτέ μου δεν θα τα κοιτάξω και ποτέ τους δεν θα με κοιτάξουν, παρ' ότι τα σώματά μας εφάπτονται διαρκώς κι αδιαλείπτως.

Εξορμήσεις χαμηλά στην Δημοσθένους και στις Τζιτζιφιές που θέτουν σε κίνδυνο την σωματική μου ακεραιότητα, αλλά παρ' όλα αυτά τις γουστάρω.

Πρώτη γνωριμία με τον ουσιαστικά άγνωστο, μέχρι τότε, κόσμο του κέντρου: επιδρομή στα μαγαζιά αθλητικών ειδών της οδού Θεμιστοκλέους.

Η οδός Αιγαίου: φυσική συνέχεια της οδού Χαροκόπου, αλλά ταυτοχρόνως και κεντρική οδική αρτηρία ενός άλλου πλανήτη.

Τα κορίτσια που χορεύουν μπλουζ μαζί σου βρίσκουν κάτι μοναδικά γοητευτικό πάνω σου κι ας δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις.

Στοιβαγμένος σαν κονσερβοποιημένη σαρδέλα μέσα στο λεωφορείο Α2, καθ' οδόν για μπάνιο μετά από κοπάνα απ' το σχολείο.

Η Καλλιθέα είναι πιο μεγάλη απ' όσο είχες φανταστεί και σου προσφέρει απεριόριστες δυνατότητες εξερεύνησής της - αρκεί να μην έχεις την απαίτηση να βρεις κάτι της προκοπής καθώς την εξερευνείς.

Πρώτη φορά στο κέντρο μόνος σου, να αναζητάς την οδό Στουρνάρα για να αγοράσεις βιντεοπαιχνίδια, και νιώθεις σαν τον Δόκτωρα Λίβινγκστοουν στην αποστολή εντοπισμού των πηγών του ποταμού Ζαμβέζη στην Αφρική.

Μεταμεσονύκτια εξόρμηση με όλους τους άρρενες συμμαθητές μου, μετά από καλοκαιρινό πάρτυ συμμαθήτριας μας, στον εξωτικά άγριο παράδρομο της λεωφόρου Συγγρού.

Τα Εξάρχεια είναι άγρια, αθώα κι αυθεντικά, ό,τι δεν είναι, δηλαδή, κανένα απ' τα βιντεοπαιχνίδια που για πρώτη φορά αγοράζω απ' το θρυλικό μαγαζί "Εγκέφαλος" στην συμβολή των οδών Μπόταση και Σολωμού, ένα πρωινό Μεγάλου Σαββάτου, με τις ανθισμένες Απριλιάτικες νεραντζιές να πνίγουν το κέντρο της Αθήνας με τ' αρώματά τους.

Ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος ένα καμίνι, αρχές Ιουλίου, κι εγώ να σχεδιάζω με κάθε λεπτομέρεια την διαδρομή που θα ακολουθήσω αφότου αποβιβαστώ στον σταθμό της Καλλιθέας, προκειμένου ν' αποφύγω να μου την πέσουν οι (και καλά…) συμμορίες των αλανιών που λυμαίνονται την περιοχή.

Όχι μόνο είναι νόστιμες, λεπτεπίλεπτες, μιλάνε άπταιστα γαλλικά και βαδίζουν δίπλα μου στο Θησείο ένα γλυκό απόγευμα του Ιουνίου μα μου μιλάνε κιόλας και γελάνε με τ' αστεία μου.

Σ' ένα συγκλονιστικό ματς, χάνουμε στην παράταση το ενδοσχολικό πρωτάθλημα μπάσκετ, μια συννεφιασμένη Παρασκευή, πριν το Σάββατο του Λαζάρου και τις διακοπές του Πάσχα, με όλο το 11ο Γυμνάσιο, σε απόσταση χιλιοστών πίσω απ' τις γραμμές του γηπέδου, να παραληρεί.

Συναυλία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου στο "Ελ Πάσο", το γήπεδο της Καλλιθέας, με «σχιζοφρένεια» και καπνογόνα.

Μια ζωντανή παράσταση όπου εκείνη πρωταγωνιστεί διαρκώς: στο σχολείο, στο φροντιστήριο, στην πλατεία Κύπρου, στα πάρτυ (ρέηβ και μη), στις εκδρομές, στην παραλία, στα κλαμπ πριν και κατά την διάρκεια της πενταήμερης, ακόμα και στο σπίτι μου, κι όπου εγώ είμαι καταδικασμένος στο ρόλο του θεατή: στην πρώτη θέση μεν, θεατής δε.

Έχει ανάψει φωτιά στο κτίριο του φροντιστηρίου στην οδό Βερανζέρου κι εμείς βγαίνουμε απ' την σκάλα υπηρεσίας βήχοντας σαν παλαβοί εν μέσω πυκνών καπνών.

Της μιλάω και μου μιλάει, της αρέσω και μου αρέσει, όμως οι πειρασμοί της, παραδόξως πάντα πολύβουης και πάντα χαλαρής, πλατείας της Νέας Σμύρνης έχουν ήδη προδιαγράψει την κατάληξη της θνησιγενούς μας σχέσης.

Πρώτη φορά στο μπουζουκόπληκτο Ρεξ σε χοροεσπερίδα για την πενταήμερη: ο σπυριάρης ξερακιανός παρατρεχάμενος με τα κολλητά τζην και με τις μπότες Doc Martens φιλοσοφεί απροσδόκητα: "όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος", μας προειδοποιεί.

Ατελείωτες συζητήσεις στις εισόδους των μικροαστικών μεν, με αναντίρρητη ζωντάνια κι αυθεντικότητα δε, πολυκατοικιών μας.

Η κάθοδος των μυρίων στο λιμάνι του Πειραιά κι οι εντυπώσεις δύσκολα ξεκολλάνε απ' το μυαλό: αλλοπρόσαλλα κτίρια που μοιάζουν σαν να κοντοστέκονται απειλητικά, σκοτεινά, βρώμικα κι απειλητικά νερά, καράβια που με πνίγουν με την μπόχα τους και με μπογιατίζουν με την κολλώδη αρμύρα τους, προτού ακόμα επιβιβαστώ εντός τους.

Στα Πατήσια, στο Μοσχάτο, στο Περιστέρι, στα Σεπόλια, στο Παγκράτι, στην Καισαριανή, στου Ζωγράφου, όταν το φώτα ανάβουν, το πολεοδομικό έκτρωμα μετατρέπεται σε αυλή θαυμάτων, κι ας μην υπάρχουν τόσα πολλά λουλούδια, κι ας είμαι πολύ σπάνια αυτόπτης μάρτυς, πόσο μάλλον κοινωνός, στο θαύμα.

Στην Πλάκα, στο υπαίθριο ρεμπετάδικο, το κέφι έχει ανάψει για τα καλά, ενώ εσύ πότε ξερνάς και πότε φασώνεσαι στις τουαλέτες.

Στην Πλατεία Αιγύπτου, ένα βράδυ του Απριλίου, ξημερώματα Σαββάτου του Λαζάρου, πίσω απ' τα ΚΤΕΛ του Νομού Αττικής, συντελείται το ανάποδο της Ανάστασης που δεν είναι, φυσικά, ο θάνατος, αλλά η ματαίωση των προσδοκιών σε αργή κίνηση και σε χωροχρονικά αδιάσπαστη λούπα.

Στα Εξάρχεια καφές, τάβλι, μπιλιάρδο, βόλτες άσκοπες και ξέγνοιαστες, μυρωδιά παλαιοβιβλιοπωλείου, μυρωδιά φωτοτυπάδικου, μυρωδιά χιλιοχρησιμοποιημένου επιτραπέζιου παιχνιδιού.

Άφιξη με παπάκι έξω απ' την "Μποέμισσα", και πάλι στα Εξάρχεια, και ξεπέζεμα με την εξής δήλωση: "απόψε ήρθα για να γίνω γκολ, λιάρδα, αλοιφή".

Στα μπουζούκια όλοι θέλουν να μοιάζουν με όλους τους άλλους κι όλες θέλουν να μοιάζουν με όλες τις άλλες, όμως όλοι κι όλες αποτυγχάνουν στο να εκπληρώσουν την σχιζοφρενική τους αυτή επιθυμία.

Είναι πολύ αργά το βράδυ, κι όμως η άσφαλτος στην παραλιακή ακόμα καίει απ' το πρωινό λιοπύρι - το ξέρω διότι η τελευταία τεκίλα δεν μου άφησε άλλη επιλογή παρά να ξαπλώσω επάνω της.

Μετά από ξενύχτι, πέφτουμε με τα μούτρα στα σφολιατοειδή προϊόντα των διανυκτερευόντων φούρνων και τυροπιτάδικων στου Ψυρρή, στο Γκάζι, στην Καλλιθέα, στο Παγκράτι, στην Κηφισιά.

Παρατηρώντας, εκ του σύνεγγυς και εξ αποστάσεως ταυτοχρόνως, το ξετύλιγμα της αναρχοσουρεαλιστικής παράνοιας των μεταμεσονύκτιων δρομολογίων Σύνταγμα - Πειραιάς του ηρωικού πράσινου - μετέπειτα 040 - λεωφορείου.

Πρωτοχρονιά του 2000, κι εμείς είμαστε 3 ώρες πηγμένοι μέσα σε ένα ηρωικό Σουζούκι Τζίμνυ που επιχειρεί, μέσα στην εξωφρενική κίνηση, να εκτελέσει το δρομολόγιο Καλλιθέα - Πετρούπολη (όχι Αγία, αν και θα μπορούσε).

Απολαμβάνοντας στο σαλόνι και στο μπαλκόνι του πατρικού μου στην Καλλιθέα, με αγριοφωνάρες και συνοδεία Λουκούλειων αρβανίτικων εδεσμάτων, τις μεγάλες επιτυχίες του Παναθηναϊκού σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ στα τέλη της δεκαετίας του '90 και στις αρχές της δεκαετίας των μηδενικών.

Οι δίδυμοι μεθοριακοί σταθμοί του Circus και του Ιπποπόταμου, στα σύνορα του απόλυτου Αθηναϊκού δίπολου Κολωνακίου - Εξαρχείων, φίσκα κάθε Σαββατόβραδο.

Μια φορά στο Ντεκαντάνς στον λόφο του Στρέφη ίσον με εκατό φορές σε σχεδόν οποιοδήποτε άλλο μαγαζί.

Μια φορά στο Rock 'n' Roll στο Κολωνάκι ίσον με εκατό φορές στο Rock 'n' Roll στο Κολωνάκι.

Το Χριστόψαρο – λέξη - πλεονασμός που δεν αντιλαμβάνονται, ίσως, πολλοί - μου έχει κάτσει στον λαιμό στο Βαρούλκο -  κι ευθύνομαι εγώ γι' αυτό, ασφαλώς.

Κλωτσώντας δέντρα με μανία στην πλατεία Κουμουνδούρου, στο τέλος μιας βραδιάς που ξεκίνησε μοιράζοντας αφειδώς υποσχέσεις και κατέληξε σε βροντερό φιάσκο - αν μη τι άλλο, στο μυαλό μου.

Το ρεμπετάδικο Σκόλιον στου Ψυρρή, ένα απίστευτα συμπυκνωμένο και περιεκτικό σχόλιο, άνευ λέξεων, πάνω στην εν Αθήναις νυχτερινή ζωή των φοιτητών της και των μικροαστών κατοίκων της κατά τα έτη 1993-2007.

Ο κόμβος της Μεταμόρφωσης στην Εθνική, κάθε πρωί: μια σπουδή πάνω στο μαλακό υπογάστριο και το θυμικό αυτής της πόλης.

Της πάω δώρο πολύ προσωπικό, κρυμμένο σε συσκευασία μπουκαλιού ουίσκι στο πάρτυ των γενεθλίων της στην οδό Χάρητος στο Κολωνάκι - όταν αποχωρώ μασάω δύο τσίχλες κανέλλα που υποτίθεται ενισχύουν τις πιθανότητές μου να ξεγελάσω το αλκοτέστ, στην περίπτωση που με αναγκάσουν να το κάνω - το ένα μπουκάλι τζιν, που σχεδόν μόνος μου έχω καταναλώσει, συμβάλει αποφασιστικά στο να είμαι διατεθειμένος να εναποθέσω την τύχη μου σε οποιοδήποτε σχετικώς θρυλούμενο γιατροσόφι.

Απολαμβάνω μόνος μου τα πιο υπέροχα ηλιοβασιλέματα, για τα οποία μπορεί κανείς ποιητής να μην γράψει ποτέ κανένα ποίημα, στην Μεταμόρφωση, στους Θρακομακεδόνες και στο Κρυονέρι.

Η Κηφισιά φωταγωγημένη χριστουγεννιάτικα με καλωσορίζει με όλες τις ακριβές μάρκες και, ταυτοχρόνως, την επιτηδευμένη έλλειψη αυτών, μα εγώ τα λεφτά μου δεν τα έχω ποντάρει μήτε στο κόκκινο, μήτε και στο μαύρο, μα στον γεννήτορα και σφαγέα του απείρου μέσα κι έξω μου, δηλαδή του μηδενός.

Μετά την νίκη επί της Γαλλίας στον προημιτελικό του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου του 2004, κατευθυνόμαστε σε κατάσταση αλλοφροσύνης με το αυτοκίνητο προς την Ομόνοια - 2 ώρες αργότερα, κι έχοντας διανύσει μια απόσταση ελάχιστων χιλιομέτρων, αναγκαζόμαστε να το αφήσουμε στο ύψος του παλιού εργοστασίου της ΦΙΞ και να συνεχίσουμε με τα πόδια, ήδη αναπόσπαστο κομμάτι μιας συλλογικής μεθεκτικής διονυσιακής έκστασης που τρυπάει το χωροχρονικό συνεχές και φωτίζει την νύχτα με χρώματα πολύ πέρα απ' το καταγεγραμμένο φάσμα που (υποτίθεται ότι) είναι περιορισμένο / προορισμένο στο ν' αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο μάτι.

Νομίζω ότι γνωρίζω πέραν πάσης αμφιβολίας τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας, όμως θα το νιώσω στο πετσί μου μοναχά έναν Δεκέμβρη που ξενυχτάω πάνω απ' το λάπτοπ, ενώ διάφορα ημιφασματικά πλάσματα της νύχτας ξεπροβάλουν έρποντας μέσα απ' τα στενά της Κυνοσάργους και του Μετς, σκαρφαλώνουν στο μπαλκόνι μου και μου γνέφουν με νοήματα που τα πιάνω μόνο με την άκρη του ματιού μου πως δεν είμαι μόνος μου και να μην ανησυχώ, αλλά και πως είμαι ολομόναχος και δεν έχω άλλη επιλογή παρά να παραμείνω ξύπνιος για πάντα από δω και στο εξής, ακόμα κι όταν κοιμάμαι.

Ξεναγώντας αλλοδαπούς στην Αθήνα, την ξαναμαθαίνω από την αρχή, εμπεδώνω τις αρχές της και παραδίδομαι στην αναρχία της.

Ο στόμφος μου και το καλοαναθρεμμένο μου παράπονο προσκρούουν με πάταγο σ' ένα απίστευτο ντεμαράζ "Μπεστ Οφ" - αληθινών όμως - μπρίτποπ και λόου-φάι τραγουδιών των νάιντιζ, που ξεχύνονται έξω απ' το Pop, στην οδό Κλειτίου, ένα γλυκό βράδυ ενός Ιουνίου.

"Ζήσε, ζωή, ζωή, ζω, ζω", ξεσπάει η γοητευτικά εύθραυστη και εύθραυστα γοητευτική φίλη του καλύτερου μου, τότε, φίλου απευθυνόμενη σ' εμένα, μέσα στο ημίφως του καινούριου μου, ούτε δύο μηνών, σπιτιού - κι έχει απόλυτο δίκιο, και το ξέρω, όμως θα μου πάρει ακόμα καιρό μέχρι ν' ανακτήσω την αυτοκυριαρχία μου - και το ξέρω και αυτό.

Χορεύοντας, με δάκρυα στα μάτια απ' τα νευρικά γέλια, γύρω από μια ψηφιακή αρκούδα σ' ένα νεοανεγερθέν, και αείποτε ανολοκλήρωτο, σπίτι, κάπου στις βορειοανατολικές εσχατιές της πόλης.

Χορωδιακές πρόβες στην "μονοκατοικία του Δροσίνη" στην Κηφισιά κι ύστερα για τα καλύτερα σουβλάκια με την καλύτερη παρέα του κόσμου - "είπα στην ντοπιολαλιά: 'αδερφή, μίλησε μου για την ευτυχία', κι η ντοπιολαλιά με άφησε να την φλερτάρω ολόκληρο το βράδυ, γελώντας με κάθε μου αστείο".

Η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή της Ευρώπης, η Κυψέλη, μοιάζει με ερημική, "μετά-αποκαλυπτική" επικράτεια τις πρώτες πρωινές ώρες μιας Κυριακής.

Στα Άνω Κάτω Πατήσια τα κορίτσια - πασπαρτού απεκδύονται κάθε τι το περιττό, αφήνοντας επάνω τους μόνο την καλοκαιρινή τους περιβολή και με εισάγουν με τα χαμόγελά τους στα άδυτα των αθηναϊκών μυστηρίων.

Το να κάνω την Δήμητρα και την Νικολέττα να ξεραίνονται στα γέλια στις αίθουσες του μεταπτυχιακού της ΑΣΟΕΕ, κάπου εκεί κοντά στην οδό Ευελπίδων: αξία ανεκτίμητη!

Μια αγκαλιά κι ένα ζουπηχτό φιλί στον μακρύ κυκνίσιο της λαιμό, ένα ανοιξιάτικο βράδυ, έξω και μπροστά απ' το παρκαρισμένο αυτοκίνητό μου στην φυσική απόληξη του Λαιμού της Βουλιαγμένης, αγναντεύοντας κάπως υπνωτισμένοι τα κύματα του Αργοσαρωνικού να παφλάζουν στα βράχια από κάτω μας.

Οι φίλοι μου έρχονται να με ξεπροβοδίσουν πριν φύγω για τα ξένα, στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, στο αεροδρόμιο των Σπάτων, κι είναι λες και 12 χρόνια διήρκεσαν λιγότερο από δύο ώρες, κι είναι λες και δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ, κι είναι λες και δεν πρόκειται ποτέ να χορτάσω αυτήν την πόλη, ακόμα κι αν κάποτε τύχει και γευτώ όλα όσα έχει να μου προσφέρει...